| 1 In quel tempo, i Filistei radunarono le schiere per uscire in battaglia contro Israele e Achish disse a David: «Tieni bene a mente che tu e i tuoi uomini dovete venire all’accampamento con me». | 1 Κατ' εκεινας δε τας ημερας συνηθροισαν οι Φιλισταιοι τα στρατευματα αυτων προς εκστρατειαν, δια να πολεμησωσι μετα του Ισραηλ. Και ειπεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, Εξευρε μετα βεβαιοτητος οτι θελεις εξελθει μετ' εμου εις τον πολεμον, συ και οι ανδρες σου. |
| 2 David rispose ad Achish: «Ottimamente! ora saprai ciò che farà il tuo servitore!» Achish disse a David: «Benissimo! ti farò mia guardia del corpo per sempre!» | 2 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αγχους, Θελεις βεβαιως γνωρισει τι θελει καμει ο δουλος σου. Και ειπεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, Δια τουτο θελω σε καμει αρχισωματοφυλακα μου διαπαντος. |
| 3 Samuele intanto era morto e tutto Israele, dopo averlo pianto, lo aveva sepolto a Rama sua città. Saul aveva espulso i necromanti e gli indovini dal paese. | 3 Απεθανε δε ο Σαμουηλ, και πας ο Ισραηλ εθρηνησεν αυτον και ενεταφιασεν αυτον εν Ραμα τη πολει αυτου. Και εξεβαλεν ο Σαουλ εκ του τοπου τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους μαγους. |
| 4 I Filistei si radunarono e andarono ad accamparsi a Shunem. Saul raccolse tutto Israele: si accamparono a Gelboe. | 4 Συνηθροισθησαν λοιπον οι Φιλισταιοι και ηλθον και εστρατοπεδευσαν εν Σουνημ? και συνηθροισεν ο Σαουλ παντα τον Ισραηλ, και εστρατοπεδευσαν εν Γελβουε. |
| 5 Quando Saul vide l’accampamento dei Filistei, fu preso da paura e il cuore gli tremò violentemente. | 5 Και οτε ειδεν ο Σαουλ το στρατοπεδον των Φιλισταιων, εφοβηθη, και ετρομαξεν η καρδια αυτου σφοδρα. |
| 6 Consultò Jahvè ma Jahvè non gli rispose né in sogno né con gli Urim né per mezzo dei profeti. | 6 Και ηρωτησεν ο Σαουλ τον Κυριον? αλλ' ο Κυριος δεν απεκριθη προς αυτον ουτε δι' ενυπνιων ουτε δια του Ουριμ ουτε δια προφητων. |
| 7 Allora Saul disse ai suoi servitori: «Cercatemi una donna che possieda uno spirito; voglio andare a consultarla». I suoi servitori gli risposero: «Ecco, a Endor, c’è una donna che possiede uno spirito». | 7 Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τους δουλους αυτου, Ζητησατε μοι γυναικα εχουσαν πνευμα μαντειας, δια να υπαγω προς αυτην και να ερωτησω αυτην. Και οι δουλοι αυτου ειπον προς αυτον, Ιδου, ειναι εν Εν-δωρ γυνη τις εχουσα πνευμα μαντειας. |
| 8 Saul si rese irriconoscibile indossando altre vesti e partì con due uomini. Giunsero di notte dalla donna. Saul disse: «Pratica la divinazione per me per mezzo di uno spirito ed evoca per me chi ti dirò». | 8 Και μετεσχηματισθη ο Σαουλ και ενεδυθη αλλα ιματια, και υπηγεν αυτος και δυο ανδρες μετ' αυτου και ηλθον προς την γυναικα δια νυκτος? και ειπε, Μαντευσον, παρακαλω, εις εμε δια του πνευματος της μαντειας και αναβιβασον μοι οντινα σοι ειπω. |
| 9 Ma la donna gli rispose: «Ecco, tu sai ciò che ha fatto Saul, il quale ha sterminato i necromanti e gli indovini del paese. Perché dunque tendi insidie alla mia vita per farmi morire?» | 9 Και ειπεν η γυνη προς αυτον, Ιδου, συ εξευρεις οσα εκαμεν ο Σαουλ, τινι τροπω εξωλοθρευσε τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους μαγους εκ του τοπου? δια τι λοιπον συ παγιδευεις την ζωην μου, δια να με θανατωσωσι; |
| 10 Saul le giurò per Jahvè: «Per la vita di Jahvè! non subirai nessun castigo per questo fatto!» | 10 Και ωμοσε προς αυτην ο Σαουλ εις τον Κυριον, λεγων, Ζη Κυριος, δεν θελει σε συμβη ουδεν κακον δια τουτο. |
| 11 Allora la donna disse: «Chi devo evocare per te?» Egli rispose: «Evocami Samuele!» | 11 Τοτε ειπεν η γυνη, Τινα να σοι αναβιβασω; Και ειπε, τον Σαμουηλ αναβιβασον μοι. |
| 12 La donna vide Samuele e diede un gran grido. Poi disse a Saul: «Perché mi hai ingannata? Dunque sei Saul!» | 12 Και οτε ειδεν γυνη τον Σαμουηλ, εβοησε μετα φωνης μεγαλης? και ειπεν η γυνη προς τον Σαουλ, λεγουσα, Δια τι με ηπατησας; και συ εισαι ο Σαουλ. |
| 13 Le rispose il re: «Non temere, dimmi: che cosa vedi?» La donna rispose a Saul: «Vedo un essere sovrumano che è salito dalla terra». | 13 Και ειπε προς αυτην ο βασιλευς, Μη φοβου? τι ειδες λοιπον; Και ειπεν η γυνη προς τον Σαουλ, Θεους ειδον αναβαινοντας εκ της γης. |
| 14 Le disse: «Qual è il suo aspetto?» Rispose: «Un uomo vecchio è salito avvolto in un mantello». Allora Saul capì che era Samuele, si prostrò faccia a terra e adorò. | 14 Και ειπε προς αυτην, Τις ειναι η μορφη αυτου; Η δε ειπε, Γερων τις αναβαινει και ειναι περιτετυλιγμενος με επενδυμα. Και εγνωρισεν ο Σαουλ οτι ητο ο Σαμουηλ, και εκυψε κατα προσωπον εις την γην και προσεκυνησε. |
| 15 Samuele disse a Saul: «Perché mi hai disturbato evocandomi?» Rispose Saul: «Una grave angustia mi stringe, perché i Filistei stanno per darmi battaglia: Dio si è allontanato da me e non mi risponde più né per mezzo dei profeti né in sogno. Allora ti ho chiamato affinché tu mi indichi ciò che devo fare». | 15 Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Δια τι με παρηνωχλησας, ωστε να με καμης να αναβω; Και απεκριθη ο Σαουλ, Ευρισκομαι εν μεγαλη αμηχανια? διοτι οι Φιλισταιοι πολεμουσιν εναντιον μου, και ο Θεος απεμακρυνθη απ' εμου και δεν μοι αποκρινεται πλεον ουτε δια προφητων ουτε δι' ενυπνιων? δια τουτο σε εκαλεσα δια να φανερωσης εις εμε τι να καμω. |
| 16 Disse Samuele: «Perché interroghi me, dal momento che Jahvè si è allontanato da te, anzi è divenuto tuo nemico? | 16 Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ, Δια τι λοιπον ερωτας εμε, αφου ο Κυριος απεμακρυνθη απο σου και εγεινεν εχθρος σου; |
| 17 Jahvè ha agito con te come aveva detto per mio mezzo: Jahvè ha strappato il regno dalla tua mano e lo ha dato a un altro, a David. | 17 ο Κυριος βεβαιως εκαμεν εις εαυτον ως ελαλησε δι' εμου? διοτι εξεσχισεν ο Κυριος την βασιλειαν εκ της χειρος σου και εδωκεν αυτην εις τον πλησιον σου, τον Δαβιδ? |
| 18 Poiché non hai ascoltato la voce di Jahvè né hai dato corso alla sua ira ardente contro Amalec, perciò Jahvè ti ha trattato oggi in questo modo. | 18 επειδη δεν υπηκουσας εις την φωνην του Κυριου, ουδε εξετελεσας τον μεγαν θυμον αυτου κατα του Αμαληκ, δια τουτο ο Κυριος εκαμεν εις σε το πραγμα τουτο την ημεραν ταυτην? |
| 19 Jahvè metterà anche Israele con te in mano ai Filistei: domani, tu e i tuoi figli sarete con me! Jahvè consegnerà in mano ai Filistei anche le schiere di Israele». | 19 και θελει παραδωσει ο Κυριος και τον Ισραηλ μετα σου εις την χειρα των Φιλισταιων? και αυριον συ και οι υιοι σου θελετε εισθαι μετ' εμου? και το στρατοπεδον του Ισραηλ θελει παραδωσει ο Κυριος εις την χειρα των Φιλισταιων. |
| 20 Saul, di schianto, cadde a terra disteso: era rimasto atterrito per le parole di Samuele e, inoltre, non C’era più in lui vigore perché non aveva mangiato nulla tutto il giorno e tutta la notte. | 20 Τοτε επεσεν ο Σαουλ ευθυς ολος εξηπλωμενος κατα γης? διοτι κατετρομαξεν εκ των λογων του Σαμουηλ? και δυναμις δεν ητο εν αυτω, επειδη δεν ειχε φαγει αρτον ολην την ημεραν και ολην την νυκτα. |
| 21 Allora la donna si accostò a Saul e vide che era tutto sconvolto. Gli disse: «Ecco, la tua schiava ha ascoltato la tua voce; ho esposto la mia vita al pericolo per dare retta alle parole che mi hai detto. | 21 Και ηλθεν η γυνη προς τον Σαουλ και ειδεν οτι ητο σφοδρα τεταραγμενος, και ειπε προς αυτον, Ιδου, η δουλη σου υπηκουσεν εις την φωνην σου, και εβαλον την ζωην μου εις την χειρα μου και υπεταχθην εις τους λογους σου, τους οποιους ελαλησας προς εμε? |
| 22 Su, dunque, ascolta tu pure la voce della tua schiava! ti porgerò un pezzo di pane e tu mangia: così avrai un po’ di forza, quando ti incamminerai per la tua strada». | 22 τωρα λοιπον, ακουσον και συ, παρακαλω, την φωνην της δουλης σου, και ας βαλω ολιγον αρτον εμπροσθεν σου? και φαγε, δια να λαβης δυναμιν, επειδη υπαγεις εις οδοιποριαν. |
| 23 Egli rifiutò e disse: «Non voglio mangiare». Siccome però i suoi servitori e anche la donna gli facevano violenza, ascoltò la loro voce: si alzò da terra e si pose a sedere sul lettuccio. | 23 Πλην δεν ηθελε, λεγων, Δεν θελω φαγει? οι δουλοι ομως αυτου μετα της γυναικος εβιαζον αυτον, και εισηκουσεν εις την φωνην αυτων? και σηκωθεις απο της γης, εκαθησεν επι της κλινης. |
| 24 La donna, che aveva in casa un vitello da stalla, si affrettò a ucciderlo; prese un po’ di farina, la impastò e ne fece cuocere pani azzimi. | 24 ειχε δε η γυνη παχυ δαμαλιον εν τη οικια? και εσπευσε και εσφαξεν αυτο? και λαβουσα αλευρον, εζυμωσε και εψησεν αζυμα εξ αυτου. |
| 25 Apparecchiò innanzi a Saul e ai suoi servitori, che, dopo aver mangiato, si levarono e partirono la notte stessa. | 25 Και εφερεν εμπροσθεν του Σαουλ και εμπροσθεν των δουλων αυτου? και εφαγον. Και εσηκωθησαν και ανεχωρησαν την νυκτα εκεινην. |