SCRUTATIO

Venerdi, 4 settembre 2026 - San Gregorio Magno ( Letture di oggi)

Primo libro di Samuele 27


font
Sacra Bibbia GarofaloGREEK BIBLE
1 David disse nel suo cuore: «Ormai io verrò tolto di mezzo, un giorno o l’altro, per mano di Saul. Non mi resta altro che fuggire nella terra dei Filistei, così che Saul si perda d’animo e cessi di cercarmi più oltre per tutti i confini di Israele: così gli sfuggirò d mano».1 Ειπε δε ο Δαβιδ εν τη καρδια αυτου, Θελω βεβαιως απολεσθη μιαν ημεραν δια χειρος του Σαουλ? δεν ειναι τι καλητερον δι' εμε, παρα να διασωθω ταχεως εις την γην των Φιλισταιων? τοτε απ' εμου ο Σαουλ απελπισθεις, θελει παραιτηθη απο του να με ζητη πλεον εις παντα τα ορια του Ισραηλ? ουτω θελω σωθη εκ της χειρος αυτου.
2 David dunque si alzò e passò, lui e i seicento uomini che eran con lui, ad Achish figlio di Maoch, re di Gat.2 Και εσηκωθη ο Δαβιδ και διεβη, αυτος και οι εξακοσιοι ανδρες οι μετ' αυτου, προς τον Αγχους υιον του Μαωχ, βασιλεα της Γαθ.
3 David dimorò con Achish a Gat, lui e i suoi uomini, ciascuno con la famiglia, David con le due mogli Akhinoam la Jizreelita e Abigail moglie di Nabal, la Charmelita.3 Και εκαθησεν ο Δαβιδ μετα του Αγχους εν Γαθ, αυτος και οι ανδρες αυτου, εκαστος μετα της οικογενειας αυτου, και ο Δαβιδ μετα των δυο γυναικων αυτου, Αχινοαμ της Ιεζραηλιτιδος και Αβιγαιας της Καρμηλιτιδος γυναικος του Ναβαλ.
4 Quando Saul fu informato che David era fuggito a Gat, cessò di inseguirlo.4 Ανηγγελθη δε προς τον Σαουλ οτι εφυγεν ο Δαβιδ εις Γαθ. οθεν δεν εζητησε πλεον αυτον.
5 Ma David disse ad Achish: «Se ho trovato grazia ai tuoi occhi, mi si assegni un posto in una delle città di campagna, perché vorrei insediarmi là; infatti, perché il tuo servitore deve abitare nella capitale del regno con te?»5 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αγχους, Εαν ευρηκα τωρα χαριν εις τους οφθαλμους σου, ας μοι δοθη τοπος εις τινα των πολεων της εξοχης, δια να καθησω εκει? διοτι πως να καθηται ο δουλος σου μετα σου εν τη βασιλευουση πολει;
6 Achish allora quello stesso giorno gli assegnò Ziklag; perciò Ziklag è stata dei re di Giuda fino a oggi.6 Και εδωκεν εις αυτον ο Αγχους την Σικλαγ κατ' εκεινην την ημεραν? δια τουτο η Σικλαγ εμεινεν εις τους βασιλεις του Ιουδα μεχρι της σημερον.
7 Il numero dei giorni in cui David dimorò nella campagna dei Filistei fu un anno e quattro mesi.7 Ο δε αριθμος των ημερων, τας οποιας ο Δαβιδ εκαθησεν εν τη γη των Φιλισταιων, εγεινεν εν ετος και τεσσαρες μηνες.
8 David saliva con i suoi uomini e faceva razzie tra i Gesurei, i Girziti e gli Amaleciti: appunto quelle popolazioni abitavano il territorio che da Telam va fino presso Shur e alla terra d’Egitto.8 Ανεβαινε δε ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου και εκαμνον εισδρομας εις τους Γεσσουριτας και Γεζραιους και Αμαληκιτας? διοτι ουτοι ησαν εκ παλαιου οι κατοικοι της γης, κατα την εισοδον Σουρ και εως της γης Αιγυπτου.
9 David dunque batteva continuamente quella regione e non lasciava vivere né uomini né donne: prendeva bestiame minuto e grosso, asini, cammelli e vesti che, al ritorno, portava ad Achish.9 Και εκτυπα ο Δαβιδ την γην και δεν αφινε ζωντα ουτε ανδρα ουτε γυναικα? και ελαμβανε προβατα και βοας και ονους και καμηλους και ενδυματα? και επιστρεφων ηρχετο προς τον Αγχους.
10 Ad Achish poi che chiedeva: «Da chi siete andati a fare razzia oggi?», David rispondeva: «Al Negheb di Giuda, al Negheb degli Jerakhmeeliti, al Negheb dei Keniti».10 Και ελεγεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, που εκαμετε εισδρομην σημερον; Και απεκρινετο ο Δαβιδ, προς το μεσημβρινον του Ιουδα και προς το μεσημβρινον των Ιεραμεηλιτων και προς το μεσημβρινον των Κεναιων.
11 David non lasciava vivi da portare a Gat né uomini né donne, perché diceva: «Non avessero a riferire contro di noi!» Così agì David e questa fu la sua condotta durante tutto il tempo che passò nella campagna dei Filistei.11 Και ουτε ανδρα ουτε γυναικα δεν αφινε ζωντα ο Δαβιδ, δια να φερη ειδησιν εις Γαθ, λεγων, Μηποτε αναγγειλωσιν εναντιον ημων, λεγοντες, Ουτω καμνει ο Δαβιδ και τοιουτος ειναι ο τροπος αυτου, καθ' ολας τας ημερας οσας καθηται εν τη γη των Φιλισταιων.
12 Achish pose in David molta fiducia, pensando: «Certo si è attirato l’odio di Israele suo popolo; perciò dovrà essere per sempre mio servitore!»12 Και επιστευεν ο Αγχους τον Δαβιδ, λεγων, Αυτος εκαμεν εαυτον διολου μισητον εις τον λαον αυτου τον Ισραηλ? δια τουτο θελει εισθαι δουλος εις εμε παντοτε.