| 1 Allora Saul parlò al figlio Gionata e a tutti i suoi servitori di far morire David. Siccome però Gionata, figlio di Saul, amava moltissimo David, | 1 Και ειπεν ο Σαουλ προς Ιωναθαν τον υιον αυτου και προς παντας τους δουλους αυτου, να θανατωσωσι τον Δαβιδ. |
| 2 lo informò della cosa: « Saul mio padre cerca di farti perire; su, dunque, guardati, da domani! Va’ a metterti in un nascondiglio e rimani celato. | 2 Ο Ιωναθαν ομως, ο υιος του Σαουλ, ηγαπα καθ' υπερβολην τον Δαβιδ? και απηγγειλεν ο Ιωναθαν προς τον Δαβιδ, λεγων, Σαουλ ο πατηρ μου ζητει να σε θανατωση? τωρα λοιπον φυλαχθητι, παρακαλω, εως πρωι, και μενε εν αποκρυφω τοπω και κρυπτου? |
| 3 Io uscirò, insieme con mio padre, nella campagna dove tu sarai, e parlerò di te a mio padre. Vedrò che cosa penserà e te lo riferirò ». | 3 εγω δε θελω εξελθει και σταθη πλησιον του πατρος μου εν τω αγρω οπου θελεις εισθαι, και θελω ομιλησει περι σου προς τον πατερα μου? και θελω ιδει τι ειναι και θελω σοι απαγγειλει. |
| 4 Gionata dunque parlò bene di David a Saul suo padre: « Non pecchi il re contro il suo servitore David! Egli infatti non ha peccato contro di te; anzi le sue azioni ti sono assai utili. | 4 Και ελαλησεν ο Ιωναθαν καλα περι του Δαβιδ προς τον Σαουλ τον πατερα αυτου και ειπε προς αυτον, Ας μη αμαρτηση ο βασιλευς εναντιον του δουλου αυτου, εναντιον του Δαβιδ? επειδη δεν ημαρτησεν εναντιον σου και επειδη τα εργα αυτου εσταθησαν εις σε πολυ καλα? |
| 5 Egli ha messo in pericolo la vita, ha battuto il Filisteo e Jahve ha operato una grande vittoria a favore di tutto Israele. Tu stesso hai visto e ne hai provato gioia: perchè dunque vuoi macchiarti di sangue innocente facendo morire David senza motivo? ». | 5 διοτι ερριψοκινδυνευσε την ζωην αυτου και εθανατωσε τον Φιλισταιον, και ο Κυριος εκαμε σωτηριαν μεγαλην εις παντα τον Ισραηλ? ειδες και εχαρης? δια τι λοιπον θελεις να αμαρτησης εναντιον αθωου αιματος, θανατονων τον Δαβιδ χωρις αιτιας; |
| 6 Saul ascoltò la voce di Gionata e giurò: «Per la vita di Jahve! non sarà fatto morire! ». | 6 Και υπηκουσεν ο Σαουλ εις την φωνην του Ιωναθαν? και ωμοσεν ο Σαουλ, λεγων, Ζη Κυριος, δεν θελει θανατωθη. |
| 7 Allora Gionata chiamò David e, riferitigli tutte queste parole, lo introdusse da Saul. Così stette alla presenza di Saul come prima. | 7 Και εκραξεν ο Ιωναθαν τον Δαβιδ και απηγγειλε προς αυτον ο Ιωναθαν παντας τους λογους τουτους. Και εφερεν ο Ιωναθαν τον Δαβιδ προς τον Σαουλ, και ητο ενωπιον αυτου ως το προτερον. |
| 8 Ci fu poi di nuovo guerra e David partì, combattè contro i Filistei e ne fece strage grandissima, così che dovettero fuggire dinanzi a lui. | 8 Εγεινε δε παλιν πολεμος? και εξηλθεν ο Δαβιδ και επολεμησε μετα των Φιλισταιων και επαταξεν αυτους εν σφαγη μεγαλη? και εφυγον απο προσωπου αυτου. |
| 9 Ed ecco lo spirito maligno di Jahve su Saul. Egli era in casa, seduto, con la lancia in pugno; David cantava accompagnandosi sulla cetra con la mano. | 9 Και το πονηρον πνευμα παρα Κυριου εσταθη επι τον Σαουλ, ενω εκαθητο εν τω οικω αυτου μετα του δορατιου εν τη χειρι αυτου? ο δε Δαβιδ επαιζε το οργανον δια της χειρος αυτου. |
| 10 Saul cercò di inchiodare con la lancia David al muro, ma David evitò il colpo di Saul e la lancia percosse la parete. David fuggì e fu salvo. Quella stessa notte, | 10 Και εζητησεν ο Σαουλ να κτυπηση με το δορατιον τον Δαβιδ και εως εις τον τοιχον? εξεκλινεν ομως απο προσωπου του Σαουλ και εκτυπησε τον τοιχον με το δορατιον? ο δε Δαβιδ εφυγε και διεσωθη εκεινην την νυκτα. |
| 11 Saul spedì messaggeri alla casa di David, affinchè lo sorvegliassero, per poterlo uccidere all’alba. Ma la moglie Michol lo fece sapere a David dicendo: «Se tu non salvi la tua vita questa notte, domani sarai messo a morte! ». | 11 Και απεστειλεν ο Σαουλ μηνυτας προς τον οικον του Δαβιδ, δια να παραφυλαξωσιν αυτον και να θανατωσωσιν αυτον το πρωι? απηγγειλε δε προς τον Δαβιδ η Μιχαλ, η γυνη αυτου, λεγουσα, Εαν δεν σωσης την ζωην σου την νυκτα ταυτην, αυριον θελεις θανατωθη. |
| 12 Michol fece scendere David attraverso la finestra. Egli partì e si salvò con la fuga. | 12 Και κατεβιβασεν η Μιχαλ τον Δαβιδ δια της θυριδος? και ανεχωρησε και εφυγε και διεσωθη. |
| 13 Poi Michol prese i terafim e li collocò presso il letto; pose il... di pelo di capra dalla parte del capo e coprì il letto con coltri. | 13 Τοτε λαβουσα η Μιχαλ ομοιωμα, εθεσεν επι της κλινης και εβαλεν εις την κεφαλην αυτου προσκεφαλαιον εκ τριχων αιγων και εσκεπασεν αυτο με φορεμα. |
| 14 Saul dunque inviò messaggeri a prendere David, ma quella disse: « È malato ». | 14 Και οτε απεστειλεν ο Σαουλ μηνυτας δια να συλλαβωσι τον Δαβιδ, εκεινη ειπεν, Αρρωστος ειναι. |
| 15 Allora Saul inviò i messaggeri a visitare David dicendo: « Portatelo mentre è nel letto da me perchè io lo uccida! ». | 15 Παλιν απεστειλεν ο Σαουλ τους μηνυτας δια να ιδωσι τον Δαβιδ, λεγων, Φερετε μοι αυτον επι της κλινης, δια να θανατωσω αυτον. |
| 16 I messaggeri andarono, ed ecco, C’erano i terafim presso il letto e il... di pelo di capra dalla parte del capo. | 16 Και οτε εισηλθον οι μηνυται, ιδου, ητο το ομοιωμα επι της κλινης και προσκεφαλαιον εις την κεφαλην αυτου εκ τριχων αιγων. |
| 17 Saul disse a Michol: « Perchè mi hai ingannato in questa maniera, lasciando che il mio nemico si mettesse in salvo? ». Rispose Michol a Saul: « È lui che mi ha detto: “ Lasciami andare! perchè vuoi che ti uccida? ». | 17 Και ειπεν ο Σαουλ προς την Μιχαλ, Δια τι με ηπατησας ουτω και απεπεμψας τον εχθρον μου και διεσωθη; Και απεκριθη Μιχαλ προς τον Σαουλ, Αυτος ειπε προς εμε, Αφες με να φυγω? δια τι να σε θανατωσω; |
| 18 David si salvò con la fuga andando a Rama, presso Samuele e gli raccontò quanto Saul gli aveva fatto. Poi andò insieme con Samuele ad abitare a Naiat. | 18 Και εφυγεν ο Δαβιδ και διεσωθη και ηλθε προς τον Σαμουηλ εις Ραμα, και απηγγειλε προς αυτον παντα οσα ειχε καμει εις αυτον ο Σαουλ? και υπηγαν, αυτος και ο Σαμουηλ, και κατωκησαν εν Ναυιωθ. |
| 19 Fu riferito a Saul: « Ecco, David è a Naiat in Rama » | 19 Απηγγειλαν δε προς τον Σαουλ και ειπον, Ιδου, ο Δαβιδ ειναι εν Ναυιωθ εν Ραμα. |
| 20 ed egli spedì messaggeri che prendessero David. Costoro videro una schiera di profeti in atto di profetare — Samuele stava in piedi come loro capo —. Lo spirito di Dio fu sui messaggeri di Saul e anch’essi fecero i profeti. | 20 Και απεστειλεν ο Σαουλ μηνυτας να συλλαβωσι τον Δαβιδ? και οτε ειδον την συναξιν των προφητων προφητευοντων και τον Σαμουηλ προισταμενον επ' αυτους, επηλθε Πνευμα Θεου επι τους μηνυτας του Σαουλ, και προεφητευον και αυτοι. |
| 21 Riferita la cosa a Saul, spedì altri messaggeri; ma anche quelli fecero i profeti. Di nuovo spedì una terza squadra e anche quelli fecero i profeti. | 21 Και οτε απηγγελθη προς τον Σαουλ, απεστειλεν αλλους μηνυτας? και αυτοι ομοιως προεφητευον. Και απεστειλε παλιν ο Σαουλ τριτην φοραν μηνυτας, και αυτοι ετι προεφητευον. |
| 22 Saul allora, furente di collera, partì anche lui per Rama e, giunto alla cisterna grande di Sechu, chiese: « Dov’è Samuele con David? ». Gli fu risposto: « Ecco, a Naiat in Rama». | 22 Τοτε υπηγε και αυτος εις Ραμα και ηλθεν εως του μεγαλου φρεατος του εν Σοκχω? και ηρωτησε, λεγων, Που ειναι ο Σαμουηλ και ο Δαβιδ; Και ειπον, Ιδου, εν Ναυιωθ εν Ραμα. |
| 23 Si diresse allora di là, alla volta di Naiat in Rama e lo spirito di Dio fu anche su di lui. Percorse tutta la strada facendo il profeta, finchè non giunse a Naiat in Rama. | 23 Και υπηγεν εκει εις Ναυιωθ την εν Ραμα? και Πνευμα Θεου επηλθε και επ' αυτον? και εξηκολουθει την οδον αυτου προφητευων, εωσου ηλθεν εις Ναυιωθ εν Ραμα. |
| 24 Si spogliò anche lui delle vesti, fece anche lui il profeta alla presenza di Samuele e rimase nudo tutto quel giorno e tutta la notte. In seguito a ciò si suol dire: « Perchè anche Saul è tra i profeti? ». | 24 Και εκδυθεις τα ιματια αυτου και αυτος, προεφητευεν ενωπιον του Σαμουηλ κατα τον αυτον τροπον, και κατεκειτο γυμνος ολην εκεινην την ημεραν και ολην την νυκτα. Δια τουτο λεγουσι, Και Σαουλ εν προφηταις; |