SCRUTATIO

Venerdi, 17 luglio 2026 - San Alessio ( Letture di oggi)

Giudici 6


font
Sacra Bibbia GarofaloGREEK BIBLE
1 I figli di Israele fecero ciò che è male agli occhi di Jahvè e Jahvè li consegnò nelle mani di Madian1 Και επραξαν οι υιοι Ισραηλ πονηρα ενωπιον του Κυριου? και παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα του Μαδιαμ επτα ετη.
2 per sette anni: la mano di Madian diventò forte contro Israele. Per difendersi da Madian i figli di Israele si fecero quei rifugi sotterranei che sono nei monti, le caverne e i luoghi fortificati.2 Και κατισχυσεν χειρ του Μαδιαμ επι τον Ισραηλ? εξ αιτιας των Μαδιανιτων εκαμον εις εαυτους οι υιοι Ισραηλ τας φωλεας εκεινας, τας επι των ορεων, και τα σπηλαια και τα οχυρωματα.
3 E, quando Israele aveva seminato, Madian saliva e anche Amalec e i figli dell’Oriente muovevano contro di lui,3 Και οτε εσπερνεν ο Ισραηλ, ανεβαινον οι Μαδιανιται και οι Αμαληκιται και οι κατοικοι της ανατολης και ηρχοντο εναντιον αυτου?
4 si accampavano sul suo territorio e saccheggiavano i prodotti della terra fin nelle vicinanze di Gaza. Non lasciavano di che vivere in Israele, né una pecora né un bue né un asino,4 και στρατοπεδευοντες εναντιον αυτων διεφθειρον τα γεννηματα της γης, εως της εισοδου Γαζης, και δεν αφινον ζωοτροφιαν εις τον Ισραηλ, ουτε προβατον ουτε βουν ουτε ονον.
5 perché salivano con i loro greggi come le cavallette per la quantità: essi e i loro cammelli erano senza numero e invadevano il paese per saccheggiarlo.5 Διοτι ανεβαινον αυτοι και τα ποιμνια αυτων και ηρχοντο μετα των σκηνων αυτων, πολυαριθμοι ως ακριδες? αναριθμητοι ησαν και αυτοι και αι καμηλοι αυτων? και εισηρχοντο εις την γην δια να φθειρωσιν αυτην.
6 Così Israele fu ridotto in miseria per opera di Madian; i figli di Israele levarono grida a Jahvè.6 Και επτωχευσε σφοδρα ο Ισραηλ εξ αιτιας των Μαδιανιτων? δια τουτο οι υιοι Ισραηλ εβοησαν προς τον Κυριον.
7 Ora, quando i figli di Israele levavano grida a Jahvè a causa di Madian,7 Και οτε εβοησαν προς τον Κυριον οι υιοι Ισραηλ δια τους Μαδιανιτας,
8 Jahvè mandava ai figli di Israele un profeta che diceva loro: «Così dice Jahvè Dio di Israele: “Io vi ho fatto salire dall’Egitto e vi ho fatto uscire da una casa di schiavitù.8 τοτε απεστειλεν ο Κυριος ανδρα προφητην προς τους υιους Ισραηλ, και ειπε προς αυτους, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ? Εγω ανεβιβασα υμας εξ Αιγυπτου και εξηγαγον υμας εξ οικου δουλειας,
9 Vi ho liberato dalla mano dell’Egitto e di tutti coloro che vi opprimevano; li ho cacciati via da voi, vi ho dato il loro paese9 και ελυτρωσα υμας εκ χειρος των Αιγυπτιων και εκ χειρος παντων των καταθλιβοντων υμας, και εξεδιωξα αυτους απ' εμπροσθεν υμων και εδωκα εις εσας την γην αυτων?
10 e vi ho detto: Io sono Jahvè vostro Dio. Non adorate le divinità degli Amorrei di cui abitate il paese. Ma voi non avete ascoltato la mia voce”».10 και ειπα προς εσας, Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος σας? δεν θελετε σεβασθη τους θεους των Αμορραιων, εν τη γη των οποιων κατοικειτε? και δεν υπηκουσατε εις την φωνην μου.
11 L’angelo di Jahvè venne e sedette sotto il terebinto di Ofra, che apparteneva a Joash, figlio di Abiezer. Gedeone suo figlio stava trebbiando il frumento con un pressoio per metterlo in salvo da Madian,11 Και ηλθεν αγγελος Κυριου και εκαθισεν υπο την δρυν την εν Οφρα, την του Ιωας του Αβι-εζεριτου? και Γεδεων ο υιος αυτου εκοπανιζε σιτον εν τω ληνω, δια να κρυψη αυτον απο των Μαδιανιτων.
12 quando gli apparve l’angelo di Jahvè e gli disse: «Jahvè sia con te, prode guerriero!»12 Και εφανη εις αυτον αγγελος Κυριου και ειπε προς αυτον, Ο Κυριος μετα σου, δυνατε εν ισχυι.
13 Gedeone rispose: «Senti, mio signore: se Jahvè è con noi, perché ci capitano tutti questi guai? Dove sono tutti i prodigi che ci raccontano i nostri padri, quando ci dicono: “Jahvè non ci ha fatto uscire dall’Egitto”? Ora Jahvè ci ha abbandonato e ci mette in mano a Madian».13 Και ειπε προς αυτον ο Γεδεων, Ω κυριε μου, αν ο Κυριος ηναι μεθ' ημων, δια τι λοιπον ευρηκαν ημας παντα ταυτα; και που ειναι παντα τα θαυμασια αυτου, τα οποια διηγηθησαν εις ημας οι πατερες ημων, λεγοντες, Δεν ανεβιβασεν ημας ο Κυριος εξ Αιγυπτου; αλλα τωρα εγκατελιπεν ημας ο Κυριος και παρεδωκεν ημας εις τας χειρας των Μαδιανιτων.
14 Allora Jahvè si volse a lui e gli disse: «Va’ con questa tua forza e salva Israele dalla mano di Madian. Non sono io che ti mando?»14 Και εμβλεψας προς αυτον ο Κυριος ειπεν, Υπαγε εν τη δυναμει σου ταυτη, και θελεις σωσει τον Ισραηλ εκ της χειρος του Μαδιαμ? δεν σε απεστειλα εγω;
15 «Senti, mio signore» gli rispose Gedeone «come potrò salvare Israele? Il mio gruppo di mille è il più "povero in Manasse e io sono l’ultimo nella casa di mio padre».15 Ο δε ειπε προς αυτον, Ω κυριε μου, με τι θελω σωσει τον Ισραηλ; ιδου, η οικογενεια μου ειναι η ταπεινοτερα μεταξυ του Μανασση, και εγω ο μικροτερος εν τω οικω του πατρος μου.
16 Jahvè gli rispose: «Io sarò con te e tu batterai Madian come se fosse un solo uomo»16 Και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Αλλ' εγω θελω εισθαι μετα σου και θελεις παταξει τους Μαδιανιτας ως ανδρα ενα.
17 Gedeone gli disse: «Se proprio ho trovato grazia ai tuoi occhi, dammi un segno che tu mi parli.17 Ο δε ειπε προς αυτον, Εαν λοιπον ευρηκα χαριν εις τους οφθαλμους σου, δειξον μοι σημειον οτι συ εισαι ο λαλων μετ' εμου.
18 Non allontanarti di qui, finché io non sia tornato da te, porti la mia offerta e la deponga innanzi a te». L’angelo rispose: «Resterò fino al tuo ritorno».18 Μη αναχωρησης εντευθεν, δεομαι, εωσου ελθω προς σε και εκφερω την προσφοραν μου και θεσω ενωπιον σου. Ο δε ειπε, Θελω περιμεινει εωσου επιστρεψης.
19 Gedeone andò, preparò un capretto e pani azzimi con un efa di farina. Mise la carne in un cesto e il brodo in una pentola e portò tutto a lui sotto il terebinto. Mentre si avvicinava,19 Και εισηλθεν ο Γεδεων και ητοιμασεν εριφιον εξ αιγων και αζυμα ενος εφα αλευρου? το μεν κρεας εθεσεν εις κανιστρον, τον δε ζωμον εβαλεν εις χυτραν, και εφερεν εξω προς αυτον υπο την δρυν και προσεφερε.
20 l’angelo di Jahvè gli disse: «Prendi la carne e i pani azzimi, mettili su questa pietra e versa il brodo». Gedeone eseguì.20 Και ειπε προς αυτον ο αγγελος του Θεου, Λαβε το κρεας και τα αζυμα και θες επι ταυτην την πετραν, και τον ζωμον επιχεε. Και εκαμεν ουτω.
21 Allora l’angelo di Jahvè stese l’estremità del bastone che aveva in mano, toccò la carne e i pani azzimi: dalla pietra sprizzò un fuoco che consumò la carne e i pani azzimi; e l’angelo di Jahvè scomparve dai suoi occhi.21 Και εξετεινεν ο αγγελος του Κυριου το ακρον της ραβδου, την οποιαν ειχεν εν τη χειρι αυτου, και ηγγισε το κρεας και τα αζυμα? και ανεβη πυρ εκ της πετρας και κατεφαγε το κρεας και τα αζυμα. Τοτε απηλθεν ο αγγελος του Κυριου απο των οφθαλμων αυτου.
22 Allora Gedeone vide che era l’angelo di Jahvè e gli disse: «Ah, Signore Jahvè! Sì, ho visto l’angelo di Jahvè faccia a faccia?»22 Και ιδων ο Γεδεων οτι ητο αγγελος Κυριου, ειπεν ο Γεδεων, Οιμοι, Κυριε Θεε? διοτι ειδον τον αγγελον του Κυριου προσωπον προς προσωπον.
23 Jahvè gli rispose: «La pace sia con te. Non temere: non morirai».23 Και ειπε προς αυτον ο Κυριος, Ειρηνη σοι? μη φοβου? δεν θελεις αποθανει.
24 Gedeone edificò in quel luogo un altare a Jahvè e lo chiamò Jahve-Shalom: esso rimane fino a oggi a Ofra di Abiezer.24 Και ωκοδομησεν εκει ο Γεδεων θυσιαστηριον εις τον Κυριον και ωνομασεν αυτο Ιεοβα-σαλωμ? εως της ημερας ταυτης ειναι εν Οφρα των Αβι-εζεριτων.
25 In quella notte, Jahvè disse a Gedeone: «Prendi il vitello grasso che appartiene a tuo padre e un vitello, il secondo, di sette anni; demolisci l’altare di Baal che appartiene a tuo padre e taglia il palo sacro che gli sta vicino.25 Και την αυτην νυκτα ειπεν ο Κυριος προς αυτον, Λαβε τον βουν του πατρος σου και τον δευτερον βουν τον επταετη, και κατεδαφισον τον βωμον του Βααλ, τον οποιον εχει ο πατηρ σου, και το αλσος το πλησιον αυτου κατακοψον?
26 Poi edificherai un altare a Jahvè tuo Dio sulla cima di questo luogo fortificato nella fila di pietre sacre: allora prenderai il secondo vitello e lo offrirai in olocausto sul legno del palo sacro, che avrai tagliato».26 και οικοδομησον θυσιαστηριον εις Κυριον τον Θεον σου επι της κορυφης της πετρας ταυτης, κατα το διατεταγμενον? και λαβε τον δευτερον βουν και προσφερε ολοκαυτωμα με τα ξυλα του αλσους, το οποιον θελεις κατακοψει.
27 Allora Gedeone prese dieci uomini tra i suoi servitori e fece come gli aveva detto Jahvè. Siccome però temeva di farlo in pieno giorno a causa della sua famiglia e degli abitanti della città, lo fece di notte.27 Και ελαβεν ο Γεδεων δεκα ανδρας εκ των δουλων αυτου και εκαμε καθως ειπε προς αυτον ο Κυριος? και επειδη εφοβηθη τον οικον του πατρος αυτου και τους ανθρωπους της πολεως, να καμη τουτο την ημεραν, εκαμεν αυτο την νυκτα.
28 Il mattino dopo, presto, quando gli abitanti della città si alzarono, ecco l’altare di Baal era stato distrutto, il palo sacro, che era piantato là vicino, era stato tagliato e il secondo vitello, era stato offerto in olocausto sull’altare nuovo.28 Και οτε οι ανθρωποι της πολεως εξηγερθησαν το πρωι, ιδου, ητο κρημνισμενος ο βωμος του Βααλ, και το αλσος το πλησιον αυτου κατακεκομμενον, και ο δευτερος βους ωλοκαυτωμενος επι το θυσιαστηριον το ωκοδομημενον.
29 Allora si dissero l’un l’altro: «Chi ha fatto questo?» Cercarono, si informarono e conclusero: «Gedeone figlio di Joash ha fatto questo!»29 Και ειπεν ο εις προς τον αλλον, Τις εκαμε το πραγμα τουτο; Και εξετασαντες και ανερευνησαντες ειπον, Ο Γεδεων ο υιος του Ιωας εκαμε το πραγμα τουτο.
30 Gli abitanti della città allora dissero a Joash: «Fa’ uscire tuo figlio; deve morire perché ha distrutto l’altare di Baal e ha tagliato il palo sacro vicino a esso».30 Τοτε οι ανθρωποι της πολεως ειπον προς τον Ιωας, Εκβαλε τον υιον σου δια να θανατωθη, επειδη εκρημνισε τον βωμον του Βααλ και επειδη κατεκοψε το αλσος το πλησιον αυτου.
31 Joash rispose a tutti coloro che gli stavano intorno: «Tocca forse a voi difendere Baal? tocca a voi venirgli in aiuto? Colui che pretende di difenderlo possa morire prima che si faccia giorno. Se è un dio, si difenda da sé, dal momento che Gedeone gli ha distrutto l’altare».31 Και ειπεν ο Ιωας προς παντας τους εξανισταμενους εναντιον αυτου, Μηπως σεις θελετε διεκδικησει υπερ του Βααλ; η σεις θελετε σωσει αυτον; οστις διεκδικηση υπερ αυτου θελει θανατωθη εως πρωιας? εαν ουτος ηναι Θεος, ας διεκδικηση υπερ εαυτου, διοτι εκρημνισαν τον βωμον αυτου.
32 In quel giorno fu chiamato Jerub-Baal, poiché, si diceva: «Baal si difenda da sé, poiché quegli ha distrutto a lui l’altare».32 Δια τουτο ωνομασεν αυτον εν τη ημερα εκεινη Ιεροβααλ, λεγων, Ας εκδικηση κατ' αυτου ο Βααλ, διοτι εκρημνισε τον βωμον αυτου.
33 Tutto Madian, Amalec e i figli dell’Oriente si riunirono insieme, passarono il Giordano e vennero ad accamparsi nella pianura di Jizreel.33 Τοτε συνηχθησαν ομου παντες οι Μαδιανιται και οι Αμαληκιται και οι κατοικοι της ανατολης και διεβησαν και εστρατοπεδευσαν εν τη κοιλαδι Ιεζραελ.
34 Lo spirito di Jahvè investì Gedeone; allora egli suonò il corno e Abiezer si radunò dietro a lui.34 Και το Πνευμα του Κυριου περιεχυθη επι τον Γεδεων, και εσαλπισεν εν σαλπιγγι και συνηχθησαν οι Αβι-εζεριται οπισω αυτου.
35 Mandò messaggeri in tutto Manasse, che si adunò anch’esso dietro a lui, mandò messaggeri in Asher, Zabulon e Neftali, che si misero in marcia per venirgli incontro.35 Και εξαπεστειλε μηνυτας προς παντα τον Μανασση, και συνηχθη και αυτος οπισω αυτου? εξαπεστειλεν ετι μηνυτας προς τον Ασηρ και προς τον Ζαβουλων και προς τον Νεφθαλι? και ανεβησαν εις συναντησιν αυτων.
36 Gedeone disse a Dio: «Se veramente vuoi liberare Israele per mezzo mio, come hai detto,36 Και ειπεν ο Γεδεων προς τον Θεον, Εαν μελλης να σωσης δια χειρος μου τον Ισραηλ, καθως ελαλησας,
37 ecco, stendo un vello di lana sull’aia. Se vi sarà rugiada soltanto sul vello, mentre tutta la terra resterà asciutta, io saprò che tu libererai Israele per mano mia, come hai detto».37 ιδου, εγω θελω βαλει τον ποκον του μαλλιου εις το αλωνιον? εαν γεινη δροσος μονον επι τον ποκον, εφ' ολην δε την γην ξηρασια, τοτε θελω γνωρισει οτι θελεις σωσει δια χειρος μου τον Ισραηλ, καθως ελαλησας.
38 Così avvenne. Gedeone il giorno dopo si alzò di buon mattino, storse il vello e ne spremette la rugiada: si riempì una brocca d’acqua.38 Και εγεινεν ουτω? διοτι σηκωθεις την επαυριον το πρωι, επιεσε τον ποκον και εξεθλιψε δροσον εκ του ποκου, λεκανην πληρη υδατος.
39 Gedeone disse ancora a Dio: «Non adirarti contro di me: voglio parlarti ancora una volta. Permetti che faccia una seconda volta la prova del vello: fa’ che resti asciutto solo il vello e su tutto il terreno ci sia rugiada!»39 Και ειπεν ο Γεδεων προς τον Θεον, Ας μη εξαφθη ο θυμος σου εναντιον μου, και θελω λαλησει μονον ταυτην την φοραν? ας δοκιμασω, δεομαι, ταυτην μονην την φοραν εν τω ποκω? ας γεινη τωρα ξηρασια μονον επι τον ποκον, εφ' ολην δε την γην ας ηναι δροσος.
40 Dio in quella notte fece così: il vello soltanto restò asciutto e su tutto il terreno intorno ci fu rugiada.40 Και εκαμεν ο Θεος ουτω την νυκτα εκεινην? και εγεινε ξηρασια μονον επι τον ποκον, εφ' ολην δε την γην ητο δροσος.