SCRUTATIO

Sabato, 5 settembre 2026 - Santa Teresa di Calcutta (Agnes Gonxha Bojaxiu) ( Letture di oggi)

Geremia 38


font
Sacra Bibbia GarofaloGREEK BIBLE
1 Shefatia figlio di Matan, Godolia figlio di Pashkhur, Juchal figlio di Shelemia e Pashkhur figlio di Malchia udirono le parole che Geremia rivolgeva a tutto il popolo:1 Και ηκουσαν Σεφατιας ο υιος του Ματθαν και Γεδαλιας ο υιος του Πασχωρ και Ιουχαλ ο υιος του Σελεμιου και Πασχωρ ο υιος του Μαλχιου τους λογους, τους οποιους ο Ιερεμιας ελαλησε προς παντα τον λαον, λεγων,
2 «Così dice Jahvè: “Chi rimane in questa città morirà di spada, di fame e di peste, mentre chi passerà ai Caldei vivrà; avrà la vita come bottino e vivrà”.2 Ουτω λεγει Κυριος? Οστις καθηται εν τη πολει ταυτη, θελει αποθανει υπο μαχαιρας, υπο πεινης και υπο λοιμου? αλλ' οστις εξελθη προς τους Χαλδαιους, θελει ζησει? και η ζωη αυτου θελει εισθαι ως λαφυρον εις αυτον, και θελει ζησει?
3 Poiché così dice Jahvè: “Certamente uesta città sarà consegnata in mano all’esercito del re di Babilonia, il quale la prenderà”.3 ουτω λεγει Κυριος? Η πολις αυτη θελει εξαπαντος παραδοθη εις την χειρα του στρατευματος του βασιλεως της Βαβυλωνος και θελει κυριευσει αυτην.
4 I capi allora dissero al re: «Si uccida quest'uomo, perché egli snerva le mani dei guerrieri che sono rimasti in questa città e le mani di tutto il popolo col dire loro simili parole poiché quest'uomo non cerca il benessere di questo popolo, ma il suo male».4 Και ειπον οι αρχοντες προς τον βασιλεα, Ας θανατωθη, παρακαλουμεν, ο ανθρωπος ουτος? διοτι εκλυει ουτω τας χειρας των ανδρων των πολεμιστων των εναπολειφθεντων εν τη πολει ταυτη και τας χειρας παντος του λαου, λαλων προς αυτους τοιουτους λογους? διοτι ο ανθρωπος ουτος δεν ζητει το καλον του λαου τουτου αλλα το κακον.
5 Il re Sedecia rispose: «Ecco, egli è nelle vostre mani!», poiché il re non poteva nulla contro di loro.5 Και ειπε Σεδεκιας ο βασιλευς, Ιδου, εις την χειρα σας ειναι? διοτι ο βασιλευς δεν δυναται ουδεν εναντιον σας.
6 Essi presero Geremia e lo gettarono nella cisterna di Malchia, figlio del re, la quale si trovava nell’atrio della prigione. Calarono Geremia con corde. Nella cisterna non c’era acqua, ma fango; Geremia, perciò, affondò nel fango.6 Τοτε ελαβον τον Ιερεμιαν, και ερριψαν αυτον εις τον λακκον του Μαλχιου υιου του Αμμελεχ τον εν τη αυλη της φυλακης, και κατεβιβασαν τον Ιερεμιαν δια σχοινιων? και εν τω λακκω δεν ητο υδωρ αλλα βορβορος, και εχωθη ο Ιερεμιας εις τον βορβορον.
7 Ebed-Melech il Chushita, eunuco nella reggia, seppe che Geremia era stato messo nella cisterna. Ora, stando il re alla porta di Beniamin,7 Και οτε ηκουσεν Αβδε-μελεχ ο Αιθιοψ, εις των ευνουχων, ο εν τη οικια του βασιλεως, οτι εβαλον τον Ιερεμιαν εις τον λακκον, ενω ο βασιλευς εκαθητο εν τη πυλη Βενιαμιν,
8 Ebed-Melech uscì dalla reggia e parlò al re:8 εξηλθεν ο Αβδε-μελεχ εκ της οικιας του βασιλεως και ελαλησε προς τον βασιλεα, λεγων,
9 «O mio signore re, quegli uomini hanno agio male in tutto ciò che hanno fatto al profeta Geremia, che hanno gettato nella cisterna. Egli morirà di fame sul posto perché non c’è più pane nella città».9 Κυριε μου βασιλευ, οι ανθρωποι ουτοι επραξαν κακα εις οσα εκαμον εις τον Ιερεμιαν τον προφητην, τον οποιον ερριψαν εις τον λακκον? και αυτος ηθελεν αποθανει υπο πεινης εν τω τοπω οπου ειναι, διοτι δεν ειναι πλεον αρτος εν τη πολει.
10 Allora il re comandò a Ebed-Melech il Chushita: «Prenditi di ali tre uomini e fa’ uscire il profeta Geremia dalla cisterna primi che muoia».10 Και προσεταξεν ο βασιλευς τον Αβδε-μελεχ τον Αιθιοπα, λεγων, Λαβε εντευθεν τριακοντα ανθρωπους μετα σου και αναβιβασον τον Ιερεμιαν τον προφητην εκ του λακκου, πριν αποθανη.
11 Ebed-Melech prese con sé gli uomini, andò nella reggia, nel guardaroba e, presi di là alcuni cenci e stracci, li gettò a Geremia nella cisterna con corde.11 Και ελαβεν ο Αβδε-μελεχ τους ανθρωπους μεθ' εαυτου, και εισηλθεν εις την οικιαν του βασιλεως υπο το θησαυροφυλακιον, και εκειθεν ελαβε παλαια ρακη και παλαια σεσηποτα αποφορια και κατεβιβασεν αυτα δια σχοινιων εις τον λακκον προς τον Ιερεμιαν.
12 Ebed-Melech disse a Geremia: «Orsù, poniti cenci e stracci alle ascelle, sotto le corde». Geremia eseguì.12 Και ειπε προς τον Ιερεμιαν Αβδε-μελεχ ο Αιθιοψ, Βαλε τωρα τα παλαια ρακη και τα σεσηποτα αποφορια υπο τας μασχαλας σου, υποκατω των σχοινιων. Και εκαμεν ο Ιερεμιας ουτω.
13 Estrassero, quindi, Geremia con le corde, facendolo uscire dalla cisterna. Geremia rimase nell’atrio della prigione.13 Και εσυραν τον Ιερεμιαν δια των σχοινιων και ανεβιβασαν αυτον εκ του λακκου? και εμεινεν ο Ιερεμιας εν τη αυλη της φυλακης.
14 Il re Sedecia mandò a prendere il profeta Geremia e lo convocò al terzo ingresso del tempio di Jahvè. Il re disse a Geremia: «Ti domando una cosa; non nascondermi nulla!»14 Και απεστειλε Σεδεκιας ο βασιλευς και εφερε τον Ιερεμιαν τον προφητην προς εαυτον, εις την τριτην εισοδον την εν τω οικω του Κυριου? και ειπεν ο βασιλευς προς τον Ιερεμιαν, Θελω να σε ερωτησω εν πραγμα? μη κρυψης απ' εμου μηδεν.
15 Geremia rispose a Sedecia: «Anche se te lo paleso, non mi farai forse morire? Se ti do un consiglio, non mi darai ascolto».15 Και ειπεν ο Ιερεμιας προς τον Σεδεκιαν, Εαν φανερωσω τουτο προς σε, δεν θελεις τωοντι με θανατωσει; και εαν σε συμβουλευσω, δεν θελεις με ακουσει;
16 Allora il re Sedecia giurò in segreto a Geremia: «Per la vita di Jahvè che ci ha dato questa vita, non ti farò morire né ti consegnerò agli uomini che attentano alla tua vita!»16 Και ωμοσε κρυφιως Σεδεκιας ο βασιλευς προς τον Ιερεμιαν, λεγων, Ζη Κυριος, οστις εκαμεν εις ημας την ψυχην ταυτην, δεν θελω σε θανατωσει ουδε θελω σε δωσει εις την χειρα των ανθρωπων τουτων, οιτινες ζητουσι την ψυχην σου.
17 Geremia disse a Sedecia: «Così dice Jahvè, Dio degli eserciti, Dio di Israele: “Se uscirai incontro ai capi del re di Babilonia avrai salva la vita e questa città non sarà data alle fiamme; tu e la tua famiglia vivrete;17 Και ειπεν ο Ιερεμιας προς τον Σεδεκιαν, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος των δυναμεων, ο Θεος του Ισραηλ? Εαν τωοντι εξελθης προς τους αρχοντας του βασιλεως της Βαβυλωνος, τοτε η ψυχη σου θελει ζησει και η πολις αυτη δεν θελει κατακαυθη εν πυρι, και θελεις ζησει συ και ο οικος σου.
18 se, invece, non uscirai incontro ai capi del re di Babilonia, questa città sarà consegnata in mano ai Caldei, i quali la daranno alle fiamme e tu non scamperai dalle loro mani”».18 αλλ' εαν δεν εξελθης προς τους αρχοντας του βασιλεως της Βαβυλωνος, τοτε η πολις αυτη θελει παραδοθη εις την χειρα των Χαλδαιων και θελουσι κατακαυσει αυτην εν πυρι και συ δεν θελεις εκφυγει εκ της χειρος αυτων.
19 Il re Sedecia rispose a Geremia: «Sono preoccupato per i Giudei che sono passati ai Caldei; temo di essere consegnato nella loro mano e che essi si sfoghino su di me».19 Και ειπε Σεδεκιας ο βασιλευς προς τον Ιερεμιαν, Εγω φοβουμαι τους Ιουδαιους, οιτινες κατεφυγον προς τους Χαλδαιους, μηποτε με παραδωσωσιν εις την χειρα αυτων και με εμπαιξωσι.
20 Ma Geremia soggiunse: «Non ti consegneranno! Orsù! ascolta la voce di Jahvè riguardo a ciò che ti dico; sarà per il tuo bene e tu vivrai;20 Και ειπεν ο Ιερεμιας, δεν θελουσι σε παραδωσει. Υπακουσον, παρακαλω, εις την φωνην του Κυριου, την οποιαν εγω λαλω προς σε? και θελει εισθαι καλον εις σε και η ψυχη σου θελει ζησει.
21 se, invece, rifiuti di uscire, questa è la scena che Jahvè mi ha rivelato:21 Εαν ομως συ δεν εξελθης, ουτος ειναι ο λογος, τον οποιον ο Κυριος εδειξεν εις εμε.
22 Ecco tutte le donne che erano rimaste nella casa del re di Giuda, condotte ai capi del re di Babilonia, esclamano: “Ti hanno sedotto, sono prevalsi su di te gli uomini di tua fiducia. I tuoi piedi si sono affondati nella melma, mentre essi si voltarono indietro”.22 Και ιδου, πασαι αι γυναικες αι εναπολειφθεισαι εν τη οικια του βασιλεως του Ιουδα θελουσιν αχθη προς τους αρχοντας του βασιλεως της Βαβυλωνος, και αυται θελουσι λεγει, Οι ανδρες οι ειρηνικοι σου σε εδελεασαν και υπερισχυσαν εναντιον σου? εβυθισθησαν οι ποδες σου εις τον βορβορον και αυτοι εσυρθησαν οπισω?
23 Tutte le donne e tutti i tuoi figli saranno fatti uscire incontro ai Caldei e tu non sfuggirai alle loro mani, poiché sarai preso dalla mano del re e questa città sarà data alle fiamme».23 και πασαι αι γυναικες σου και τα τεκνα σου θελουσιν αχθη προς τους Χαλδαιους? και συ δεν θελεις εκφυγει εκ της χειρος αυτων, αλλα θελεις πιασθη υπο της χειρος του βασιλεως της Βαβυλωνος? και θελεις καμει την πολιν ταυτην να κατακαυθη εν πυρι.
24 Sedecia disse a Geremia: «Nessuno sappia di questi discorsi e tu non morirai.24 Και ειπεν ο Σεδεκιας προς τον Ιερεμιαν, Ας μη μαθη μηδεις περι των λογων τουτων και δεν θελεις αποθανει.
25 Se i capi udranno che ho parlato con te e verranno da te e ti domanderanno: “Riferiscici quanto hai detto al re; non nasconderci nulla, altrimenti ti uccideremo; il re, che cosa ti ha detto?”.25 Και εαν οι αρχοντες ακουσωσιν οτι ωμιλησα μετα σου και ελθωσι προς σε και σοι ειπωσιν, Αναγγειλον προς ημας τωρα τι ελαλησας προς τον βασιλεα, μη κρυψης αυτο αφ' ημων και δεν θελομεν σε θανατωσει? και τι ο βασιλευς ελαλησε προς σε?
26 Tu risponderai loro: “Ho presentato la mia supplica al re perché non mi mandasse di nuovo nella casa di Jonatan a morire”».26 τοτε θελεις ειπει προς αυτους, Εγω υπεβαλον την δεησιν μου ενωπιον του βασιλεως, δια να μη με επαναστρεψη εις την οικιαν του Ιωναθαν, ωστε να αποθανω εκει.
27 Ora tutti i capi vennero da Geremia e lo interrogarono; egli rispose precisamente come il re gli aveva ordinato, così che lo lasciarono tranquillo, poiché la conversazione non era stata ascoltata.27 Ηλθον δε παντες οι αρχοντες προς τον Ιερεμιαν και ηρωτησαν αυτον? και ανηγγειλε προς αυτους κατα παντας τους λογους εκεινους, τους οποιους προσεταξεν ο βασιλευς. Και αυτοι επαυσαν να ομιλωσι μετ' αυτου, διοτι δεν ηκουσθη το πραγμα.
28 Pertanto, Geremia rimase nell’atrio della prigione finché Gerusalemme non fu presa.28 Και εμεινεν ο Ιερεμιας εν τη αυλη της φυλακης, εως της ημερας καθ' ην εκυριευθη η Ιερουσαλημ? και ητο εκει, οτε η Ιερουσαλημ εκυριευθη.