SCRUTATIO

Venerdi, 4 settembre 2026 - San Gregorio Magno ( Letture di oggi)

Secondo libro dei Re 9


font
Sacra Bibbia GarofaloGREEK BIBLE
1 Eliseo il profeta chiamò uno dei figli dei profeti e gli ordinò: «Cingiti i fianchi, prendi con te questa ampolla di olio e va’ a Ramot di Galaad.1 Ελισσαιε δε ο προφητης εκαλεσεν ενα εκ των υιων των προφητων και ειπε προς αυτον, Περιζωσον την οσφυν σου και λαβε εις την χειρα σου την φιαλην ταυτην του ελαιου και υπαγε εις Ραμωθ-γαλααδ?
2 Quando vi giungerai, cerca di vedere Jehu figlio di Joshafat, figlio di Nimshi. Entrato in casa, lo farai alzare in mezzo ai suoi fratelli e lo condurrai da una stanza all’altra.2 και οταν εισελθης εκει, θελεις ιδει εκει τον Ιηου, υιον του Ιωσαφατ, υιου του Νιμσι? και θελεις εισελθει και σηκωσει αυτον εκ μεσου των αδελφων αυτου και θελεις εισαγαγει αυτον εις το ενδοτερον δωματιον?
3 Poi, preso un po’ di olio, lo verserai sulla sua testa, dicendo: “Così dice Jahvè: Io ti ungo re sopra Israele”. Quindi apri la porta e fuggi senza indugio».3 και λαβων την φιαλην του ελαιου, θελεις επιχεει επι την κεφαλην αυτου και ειπει, Ουτω λεγει Κυριος? Σε εχρισα βασιλεα επι τον Ισραηλ? τοτε ανοιξας την θυραν, φυγε και μη μεινης.
4 Quel giovane prese il cammino per Ramot di Galaad.4 Και υπηγεν ο νεος, ο νεος ο προφητης, εις Ραμωθ-γαλααδ.
5 Arrivato proprio mentre i capi dell’esercito tenevano seduta, disse: «Ho qualcosa per te, capo». Jehu rispose: «Per chi fra tutti noi?» L’altro ripeté: «Per te, capo».5 Και οτε ηλθεν, ιδου, οι αρχοντες του στρατευματος εκαθηντο? και ειπεν, Εχω λογον προς σε, ω αρχων. Και ο Ιηου ειπε, προς τινα εκ παντων ημων; Ο δε ειπε, προς σε, ω αρχων.
6 Jehu si alzò ed entrò nell’interno della casa. Allora quegli gli versò in testa l’olio, dicendogli: «Così dice Jahvè, Dio di Israele: “Io ti ungo re sul popolo di Jahvè, su Israele.6 Και σηκωθεις εισηλθεν εις τον οικον? και επεχεε το ελαιον επι την κεφαλην αυτου και ειπε προς αυτον, Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ? Σε εχρισα βασιλεα επι τον λαον του Κυριου, επι τον Ισραηλ?
7 Tu colpirai la casa di Akhab tuo signore; così mi vendicherò del sangue dei profeti miei servitori e del sangue di tutti i servitori di Jahvè sparso da Gezabele.7 και θελεις παταξει τον οικον του Αχααβ του κυριου σου, δια να εκδικησω τα αιματα των δουλων μου των προφητων και τα αιματα παντων των δουλων του Κυριου, εκ χειρος της Ιεζαβελ?
8 Tutta la casa di Akhab perirà! Sterminerò qualsiasi maschio ad Akhab, chiunque urina contro il muro, sia servo o libero in Israele!8 διοτι πας ο οικος του Αχααβ θελει εξολοθρευθη? και θελω αφανισει εκ του Αχααβ τον ουρουντα εις τον τοιχον και τον κεκλεισμενον και τον αφειμενον εν τω Ισραηλ?
9 Ridurrò la casa di Akhab come la casa di Geroboamo figlio di Nabat e come la casa di Baasa figlio di Akhia.9 και θελω καταστησει τον οικον του Αχααβ ως τον οικον του Ιεροβοαμ, υιου του Ναβατ, και ως τον οικον του Βαασα, υιου του Αχια?
10 I cani divoreranno Gezabele nella campagna di Jizreel: nessuno la seppellirà!”». Aprì la porta e fuggì.10 και την Ιεζαβελ οι κυνες θελουσι καταφαγει εν τω αγρω της Ιεζραελ, και δεν θελει εισθαι ο θαπτων αυτην. Και ανοιξας την θυραν, εφυγε.
11 Quando Jehu ritornò fuori dai servitori del suo signore, questi gli dissero: «Va tutto bene? Perché è venuto da te quel pazzo?» Egli rispose: «Voi potete ben sapere chi sia quell’uomo e quali le sue chiacchiere».11 Και εξηλθεν ο Ιηου προς τους δουλους του κυριου αυτου? και ειπε τις προς αυτον, Ειρηνη; δια τι ηλθε προς σε ο παραφρων ουτος; Ο δε ειπε προς αυτους, Σεις γνωριζετε τον ανθρωπον και το λεγειν αυτου.
12 Ma quelli replicarono: «Non è vero! raccontacelo!» Jehu riferì: «Egli s'è rivolto a me con queste parole: “Così dice Jahvè: Io ti ungo re sopra Israele”».12 Και ειπον, Ψευδες ειναι? ειπε εις ημας, παρακαλουμεν. Ο δε ειπεν, Ουτω και ουτως ελαλησε προς εμε, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος? σε εχρισα βασιλεα επι τον Ισραηλ.
13 Quelli allora si affrettarono a prendere ciascuno il mantello e glielo stesero sotto, sugli stessi gradini; poi suonarono la tromba ed esclamarono: «Jehu è re!»,13 Τοτε εσπευσαν, και λαβοντες εκαστος το ιματιον αυτου, εβαλον υπ' αυτον επι του υψηλοτερου αναβαθμου? και εσαλπισαν εν σαλπιγγι, λεγοντες, Εβασιλευσεν ο Ιηου.
14 Così Jehu figlio di Joshafat, figlio di Nimshi, congiurò contro Joram. Ora Joram, insieme con tutto Israele, aveva difeso Ramot di Galaad contro Khazael, re di Aram.14 Και ο Ιηου, ο υιος του Ιωσαφατ, υιου του Νιμσι, εκαμε συνωμοσιαν κατα του Ιωραμ. Ο δε Ιωραμ εφυλαττετο εν Ραμωθ-γαλααδ, αυτος και απας ο Ισραηλ, απο προσωπου του Αζαηλ, βασιλεως της Συριας.
15 In seguito il re Joram era ritornato a Jizreel per curare le ferite, che gli Aramei gli avevano inflitto, mentre combatteva Khazael, re di Aram. Jehu disse: «Se questo è il vostro desiderio, nessuno fugga dalla città per portare la notizia a Jizreel».15 Ειχε δε επιστρεψει ο βασιλευς Ιωραμ δια να ιατρευθη εν Ιεζραελ απο των τραυματων, τα οποια οι Συριοι εκαμον εις αυτον, οτε επολεμει εναντιον του Αζαηλ βασιλεως της Συριας. Και ειπεν ο Ιηου? Εαν ηναι η γνωμη σας, ας μη εξελθη μηδεις φευγων εκ της πολεως, δια να υπαγη να απαγγειλη τουτο εν Ιεζραελ.
16 Poi Jehu montò sul carro e si avviò verso Jizreel, poiché Joram vi si trovava malato e Okhozia, re di Giuda, era sceso per visitare Joram.16 Και ιππευσας ο Ιηου, υπηγεν εις Ιεζραελ? διοτι ο Ιωραμ εκοιτετο εκει. Και Οχοζιας ο βασιλευς του Ιουδα ειχε καταβη να ιδη τον Ιωραμ.
17 La sentinella di guardia alla torre di Jizreel, vedendo avanzarsi la turma di Jehu, disse: «Scorgo una turma di gente». Joram rispose: «Prendi un cavaliere e mandalo loro incontro per informarsi se sono amici».17 Ιστατο δε ο σκοπος επι του πυργου εν Ιεζραηλ και, ιδων την συνοδιαν του Ιηου ερχομενου, ειπε, Συνοδιαν βλεπω. Και ειπεν ο Ιωραμ? Λαβε επιβατην και πεμψον εις συναντησιν αυτων? και ας ερωτηση, Ειρηνη;
18 Il cavaliere andò loro incontro e chiese: «Il re domanda: ‘ Siete amici?”». Jehu rispose: «Che ti importa se io sono amico o no? Passa dietro di me». E la sentinella annunciò il fatto, dicendo: «Il messaggero è giunto da loro ma non è più ritornato».18 Υπηγε λοιπον επιβατης ιππου εις συναντησιν αυτου και ειπεν, Ουτω λεγει ο βασιλευς? Ειρηνη; Και ειπεν ο Ιηου, Τι σε μελει περι ειρηνης; στρεψον οπισω μου. Και ο σκοπος απηγγειλε, λεγων, Ο μηνυτης ηλθε μεχρις αυτων και δεν επεστρεψε.
19 Joram inviò perciò un altro cavaliere il quale, arrivato dai medesimi, chiese: «Il re domanda: “Siete amici?”». Jehu rispose: «Che ti importa se io sono amico o no? Passa dietrodi me».19 Και απεστειλε δευτερον επιβατην ιππου? οστις, ελθων προς αυτους, ειπεν, Ουτω λεγει ο βασιλευς? Ειρηνη; Και απεκριθη ο Ιηου, Τι σε μελει περι ειρηνης; στρεψον οπισω μου.
20 E la sentinella annunciò di nuovo il fatto, dicendo: «Il messaggero è giunto fino a loro, ma non è più ritornato. Il modo però di guidare è simile a quello di Jehu, figlio di Nimshi; costui infatti guida come un pazzo!»20 Και απηγγειλεν ο σκοπος, λεγων, Ηλθε μεχρις αυτων και δεν επεστρεψεν? η δε πορεια ειναι ως η πορεια του Ιηου υιου του Νιμσι? διοτι οδευει μανιωδως.
21 Allora Joram ordinò di attaccare i cavalli. Come furono attaccati al suo carro, Joram, re di Israele, e Okhozia, re di Giuda, ciascuno sul suo carro, uscirono incontro a Jehu e lo raggiunsero nel campo di Nabot lo Jizreelita.21 Και ειπεν ο Ιωραμ, Ζευξατε. Και εζευξαν την αμαξαν αυτου. Και εξηλθον Ιωραμ ο βασιλευς του Ισραηλ και Οχοζιας ο βασιλευς του Ιουδα, εκαστος εν τη αμαξη αυτου, και υπηγαν εις συναντησιν του Ιηου, και ευρον αυτον εν τω αγρω Ναβουθαι του Ιεζραηλιτου.
22 Appena Joram vide Jehu, chiese: «Siamo amici, Jehu?» Ma questi rispose: «Che amicizia ci può essere finché durano le prostituzioni di Gezabele tua madre e le sue numerose stregonerie?»22 Και ως ειδεν ο Ιωραμ τον Ιηου, ειπεν, Ειρηνη, Ιηου; Ο δε απεκριθη, Τι ειρηνη, ενοσω πληθυνονται αι πορνειαι της Ιεζαβελ της μητρος σου και αι μαγειαι αυτης;
23 Joram allora voltò il carro e si diede alla fuga, dicendo a Okhozia: «Tradimento, Okhozia!»..23 Και εστρεψεν ο Ιωραμ τας χειρας αυτου και εφυγε, λεγων προς τον Οχοζιαν, Δολος, Οχοζια.
24 Ma Jehu, teso l’arco, colpì Joram tra le spalle, trapassandogli il cuore con la freccia. Questi stramazzò sul carro.24 Και δραξας ο Ιηου το τοξον αυτου, επαταξε τον Ιωραμ μεταξυ των βραχιονων αυτου? και το βελος εξηλθε δια της καρδιας αυτου. Ο δε εκαμφθη εν τη αμαξη αυτου.
25 Poi Jehu ordinò a Bidkar suo scudiero: «Prendilo e gettalo nel campo che apparteneva a Nabot lo Jizreelita; mi ricordo infatti che, viaggiando una volta io e te sullo stesso carro dietro ad Akhab suo padre, Jahvè pronunciò questa sentenza a suo riguardo:25 Και ειπεν ο Ιηου προς τον Βιδκαρ, τον στρατηγον αυτου? Λαβε και ριψον αυτον εις την μεριδα του αγρου του Ναβουθαι του Ιεζραηλιτου? διοτι ενθυμηθητι, οτε εγω και συ επορευομεθα εφιπποι οπισω Αχααβ του πατρος αυτου, οτι ο Κυριος επροφερε κατ' αυτου την αποφασιν ταυτην?
26 “Non ho visto forse ieri notte, il sangue di Nabot e dei suoi figli — Oracolo di Jahvè —. Ti ripagherò in questo stesso campo — oracolo di Jahvè”. Ora prendilo e gettalo nel campo secondo la parola di Jahvè». .26 Ναι, ειδον χθες τα αιματα του Ναβουθαι και τα αιματα των υιων αυτου, λεγει Κυριος? και θελω καμει εις σε ανταποδοσιν εν τη μεριδι ταυτη, λεγει Κυριος?-τωρα λοιπον σηκωσον και ριψον αυτον εις την μεριδα ταυτην κατα τον λογον του Κυριου.
27 Okhozia, re di Giuda, visto il fatto, fuggì per la strada di Bet-Gan; ma Jehu lo inseguì dicendo: «Colpite anche lui!» Lo colpirono sul carro alla salita di Gur, vicino a Jibleam. Riuscì a fuggire a Meghiddo, ma qui morì.27 Ο δε Οχοζιας βασιλευς του Ιουδα, ως ειδε τουτο, εφυγε δια της οδου της οικιας του κηπου. Και κατεδιωξεν οπισω αυτου ο Ιηου και ειπε, Παταξατε και τουτον εν τη αμαξη αυτου. Και εκαμον ουτω, κατα την αναβασιν Γουρ, πλησιον του Ιβλεαμ. Και εφυγεν εις Μεγιδδω και εκει απεθανε.
28 I suoi servitori lo trasportarono sul carro a Gerusalemme, dove lo seppellirono nel suo sepolcro vicino ai suoi padri, nella città di David.28 Και εφεραν αυτον οι δουλοι αυτου επι αμαξης εις Ιερουσαλημ, και εθαψαν αυτον εν τω ταφω αυτου, μετα των πατερων αυτου, εν τη πολει Δαβιδ.
29 Ora Okhozia era divenuto re di Giuda, l’anno undecimo di Joram, figlio di Akhab.29 Εβασιλευσε δε ο Οχοζιας επι Ιουδα κατα το ενδεκατον ετος του Ιωραμ υιου του Αχααβ.
30 Jehu frattanto arrivò a Jizreel. Quando Gezabele lo seppe, s’imbellettò gli occhi, si acconciò il capo e si pose alla finestra per guardare fuori.30 Και ηλθεν ο Ιηου εις Ιεζραελ, και ακουσασα η Ιεζαβελ, εβαψε τους οφθαλμους αυτης και εκαλλωπισε την κεφαλην αυτης και διεκυψε δια του παραθυρου.
31 Mentre Jehu entrava per la porta, costei gli disse: «Come sta Zimri, l’assassino del suo signore?»31 Και, ενω εισηρχετο εις την πυλην ο Ιηου, ειπεν, Ευτυχησεν ο Ζιμβρι, ο φονευσας τον κυριον αυτου;
32 Quegli, sollevato lo sguardo alla finestra, disse: «Chi è con me? Chi?» Nel frattempo due o tre eunuchi guardarono fuori verso di lui;32 Ο δε, υψωσας το προσωπον αυτου προς το παραθυρον, ειπε, Τις ειναι μετ' εμου; τις; Και εκυψαν προς αυτον δυο τρεις ευνουχοι.
33 egli allora ordinò: «Gettatela giù». La gettarono giù. Con il sangue essa spruzzò il muro e i cavalli e fu calpestata.33 Και ειπε, Ριψατε αυτην κατω. Και ερριψαν αυτην κατω, και ερραντισθη εκ του αιματος αυτης προς τον τοιχον και προς τους ιππους? και κατεπατησεν αυτην.
34 Poi Jehu, entrato, mangiò e bevve; quindi disse: «Andate un po’ a vedere quella maledetta e datele sepoltura, Perché essa è pur figlia di re».34 Και αφου εισηλθε και εφαγε και επιεν, ειπεν, Υπαγετε να ιδητε τωρα την κατηραμενην ταυτην, και θαψατε αυτην? διοτι ειναι θυγατηρ βασιλεως.
35 Andarono per seppellirla, ma non trovarono di lei che il cranio e le palme delle mani.35 Και υπηγαν δια να θαψωσιν αυτην? πλην δεν ευρηκαν εις αυτην παρα το κρανιον και τους ποδας και τας παλαμας των χειρων.
36 Tornati, gli riferirono la cosa ed egli esclamò: «È la parola che Jahvè aveva proferito per mezzo del suo servitore Elia il Teshbita: “Nel territorio di Jizreel i cani divoreranno la carne di Gezabele;36 Και επιστρεψαντες απηγγειλαν προς αυτον. Ο δε ειπεν, Ουτος ειναι ο λογος του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια του δουλου αυτου Ηλια του Θεσβιτου, λεγων, Εν τη μεριδι της Ιεζραελ θελουσι καταφαγει οι κυνες τας σαρκας της Ιεζαβελ?
37 il cadavere di Gezabele sarà come lo sterco sulla superficie della campagna, così che non si potrà più dire: Costei è Gezabele!”».37 και το πτωμα της Ιεζαβελ θελει εισθαι ως κοπρια επι προσωπου του αγρου εν τη μεριδι Ιεζραελ, ωστε να μη ειπωσιν, Αυτη ειναι η Ιεζαβελ.