Secondo libro delle Cronache 15
Libro non riconosciuto. Prova con un'abbreviazione valida (es. Gen, Es, Gv, Sal).
Versetti esaminati
| Sacra Bibbia Garofalo | Modern Greek Bible |
|---|---|
| 1 Lo spirito di Dio investì Azaria figlio di Oded; | 1 Τοτε ηλθε το πνευμα του Θεου επι Αζαριαν τον υιον του Ωδηδ? |
| 2 questi andò incontro ad Asa e gli disse: «Asa e voi tutti di Giuda e di Beniamin, ascoltatemi: Jahvè è con voi finché voi rimanete con lui! Se lo cercherete, si lascerà trovare da voi; ma se lo abbandonerete, egli vi abbandonerà. | 2 και εξηλθεν εις συναντησιν του Ασα και ειπε προς αυτον, Ακουσατε μου, Ασα και πας ο Ιουδας και ο Βενιαμιν? Ο Κυριος ειναι με σας, οταν σεις εισθε μετ' αυτου? και εαν εκζητητε αυτον, θελει ευρεθη εις εσας? εαν ομως εγκαταλειψητε αυτον, θελει σας εγκαταλειψει? |
| 3 Per lungo tempo Israele fu senza il vero Dio, senza un sacerdote maestro e senza legge. | 3 πολυν μεν καιρον εσταθη ο Ισραηλ χωρις του αληθινου Θεου και χωρις ιερεως διδασκοντος και χωρις νομου? |
| 4 Nella loro angustia però essi facevano ritorno a Jahvè Dio di Israele, lo cercavano ed egli si faceva trovare da loro. | 4 οτε ομως εν τη στενοχωρια αυτων επεστρεψαν εις Κυριον τον Θεον του Ισραηλ και εξεζητησαν αυτον, ευρεθη εις αυτους? |
| 5 In quel tempo non sì era sicuri quando si usciva e quando si tornava; era forte infatti l’agitazione che gravava su tutti gli abitanti delle varie regioni. | 5 και κατ' εκεινους τους καιρους δεν ητο ειρηνη εις τον εξερχομενον και εις τον εισερχομενον, αλλ' ησαν μεγαλαι ταραχαι επι παντας τους κατοικους των τοπων? |
| 6 Un popolo cozzava contro l’altro, una città contro l’altra, perché Dio li sconvolgeva con ogni genere di sventure. | 6 και εφθειρετο εθνος υπο εθνους και πολις υπο πολεως? διοτι ο Θεος κατεθλιβεν αυτους εν παση στενοχωρια? |
| 7 Ma voi siate forti: le vostre mani non si allentino; c’è anche una ricompensa per il vostro agire!» | 7 σεις δε ενδυναμουσθε, και ας μη ηναι εκλελυμεναι αι χειρες σας? διοτι θελει εισθαι μισθος εις το εργον σας. |
| 8 Quando Asa udì queste parole e la profezia che Azaria figlio di Oded aveva pronunciato, prese animo e fece scomparire i vari abomini da tutta la terra di Giuda e di Beniamin e dalle città conquistate sulla montagna di Efraim, e rinnovò l’altare di Jahvè che è di fronte al vestibolo di Jahvè. | 8 Και οτε ηκουσεν ο Ασα τους λογους τουτους και την προφητειαν Ωδηδ του προφητου, ενεδυναμωθη και απεβαλε τα βδελυγματα εκ πασης της γης Ιουδα και Βενιαμιν και εκ των πολεων, τας οποιας ελαβεν εκ του ορους Εφραιμ, και ανενεωσε το θυσιαστηριον του Κυριου, το κατ' εμπροσθεν του προναου του Κυριου. |
| 9 Poi radunò tutto Giuda e Beniamin, come pure quelli di Efraim, di Manasse e di Simeone che dimoravano fra di loro. Molti di Israele erano infatti passati a lui, vedendo che Jahvè suo Dio era con lui. | 9 Και συνηγαγε παντα τον Ιουδαν και τον Βενιαμιν, και τους παροικουντας μετ' αυτων εκ του Εφραιμ και Μανασση και εκ του Συμεων? διοτι πολλοι εκ του Ισραηλ προσεχωρησαν εις αυτον, ιδοντες οτι Κυριος ο Θεος αυτου ητο μετ' αυτου. |
| 10 Il terzo mese del decimoquinto anno del regno di Asa, essi si raccolsero a Gerusalemme. | 10 Και συνηχθησαν εις Ιερουσαλημ κατα τον τριτον μηνα του δεκατου πεμπτου ετους της βασιλειας του Ασα. |
| 11 In quel giorno offrirono a Jahvè settecento buoi e settemila pecore dal bottino che avevano fatto; | 11 Και προσεφεραν θυσιας εις τον Κυριον, κατα την ημεραν εκεινην, εκ των λαφυρων τα οποια εφεραν, επτακοσιους βοας και επτα χιλιαδας προβατων. |
| 12 quindi si impegnarono a cercare Jahvè, Dio dei loro padri, con tutto il cuore e con tutta l’anima. | 12 Και εισηλθον εις συνθηκην να εκζητησωσι Κυριον τον Θεον των πατερων αυτων, εξ ολης της καρδιας αυτων και εξ ολης της ψυχης αυτων? |
| 13 Chiunque non avesse cercato Jahvè Dio di Israele doveva essere ucciso, piccolo 0 grande, maschio o femmina che fosse. | 13 και πας οστις δεν εκζητηση Κυριον τον Θεον του Ισραηλ να θανατονηται, απο μικρου εως μεγαλου, απο ανδρος εως γυναικος. |
| 14 Ad alta voce, fra grida di gioia e squilli di trombe e di corni, essi prestarono giuramento a Jahvè. | 14 Και ωμοσαν προς τον Κυριον εν φωνη μεγαλη και εν αλαλαγμω και εν σαλπιγξι και εν κερατιναις. |
| 15 Tutto Giuda si rallegrò del giuramento, poiché avevano giurato con tutto il cuore e avevano cercato con tutta spontaneità Jahvè, che si fece trovare da loro e concesse loro quiete all’intorno. | 15 Και πας ο Ιουδας ευφρανθη εις τον ορκον? διοτι ωμοσαν εξ ολης της καρδιας αυτων και εξεζητησαν αυτον μεθ' ολης της θελησεως αυτων? και ευρεθη εις αυτους? και εδωκεν εις αυτους ο Κυριος αναπαυσιν κυκλοθεν. |
| 16 Il re destituì dalla sua dignità di signora, perfino Maacha, nonna del re Asa, poiché aveva costruito un simulacro ad Ashera. Asa abbatté il simulacro, lo frantumò e lo fece bruciare nella valle del Cedron. | 16 Ετι δε Μααχα, την μητερα του βασιλεως Ασα, απεβαλεν αυτην του να ηναι βασιλισσα, επειδη εκαμεν ειδωλον εις αλσος? και κατεκοψεν ο Ασα το ειδωλον αυτης και συνετριψε και εκαυσεν αυτο εις τον χειμαρρον Κεδρων. |
| 17 Soltanto le alture non furono eliminate da Israele; il cuore di Asa però fu integro per tutta la sua vita. | 17 Οι υψηλοι ομως τοποι δεν αφηρεθησαν απο του Ισραηλ? πλην η καρδια του Ασα ητο τελεια πασας τας ημερας αυτου. |
| 18 Egli portò nel tempio di Dio i doni votivi di suo padre e i propri, cioè argento, oro e suppellettili. | 18 Και εφερεν εις τον οικον του Θεου τα αφιερωματα του πατρος αυτου και τα εαυτου αφιερωματα, αργυρον και χρυσον και σκευη. |
| 19 Non ci fu nessuna guerra fino al trentacinquesimo anno del regno di Asa. | 19 Και δεν εγεινε πολεμος εως του τριακοστου πεμπτου ετους της βασιλειας του Ασα. |