SCRUTATIO

Lunedi, 1 giugno 2026 - San Giustino ( Letture di oggi)

Secondo libro delle Cronache 1


font
Sacra Bibbia GarofaloGREEK BIBLE
1 Salomone, figlio di David, consolidò il regno; d’altra parte Jahve suo Dio fu con lui e gli concesse una grandezza straordinaria.1 Και εκραταιωθη ο Σολομων ο υιος του Δαβιδ εις την βασιλειαν αυτου? και Κυριος ο Θεος αυτου ητο μετ' αυτου, και εμεγαλυνεν αυτον εις ακρον.
2 Salomone parlò a tutto Israele, ai capi di mille e di cento, ai giudici e a tutti i principi di tutto Israele, capicasata.2 Και ελαλησεν ο Σολομων προς παντα τον Ισραηλ, προς τους χιλιαρχους και εκατονταρχους και προς τους κριτας και προς παντας τους αρχοντας παντος του Ισραηλ, τους αρχηγους των πατριων?
3 In seguito Salomone, con tutta l’assemblea, andò sull’altura di Gabaon. Là era la Tenda del convegno di Dio, che Mosè, servitore di Jahve, aveva costruito nel deserto.3 και υπηγαν ο Σολομων και πασα η συναξις μετ' αυτου εις τον υψηλον τοπον τον εν Γαβαων? διοτι εκει ητο η σκηνη του μαρτυριου του Θεου, την οποιαν Μωυσης, ο δουλος του Κυριου, εκαμεν εν τη ερημω.
4 David invece aveva prelevato l’arca di Dio da Kiriat-Jarim per trasportarla dove le aveva preparato un posto. Egli infatti aveva eretto una tenda a Gerusalemme.4 Ο δε Δαβιδ ειχεν αναβιβασει την κιβωτον του Θεου απο Κιριαθ-ιαρειμ εις τον τοπον τον οποιον προητοιμασεν ο Δαβιδ δι' αυτην? διοτι ειχε στησει σκηνην δι' αυτην εν Ιερουσαλημ.
5 Anche l’altare di bronzo che aveva costruito Bezaleel figlio di Uri, figlio di Khur, si trovava là, davanti alla Dimora di Jahve, verso la quale Salomone e l’assemblea si diressero.5 Και το χαλκουν θυσιαστηριον, το οποιον εκαμε Βεσελεηλ ο υιος του Ουρι, υιου του Ωρ, ητο εκει εμπροσθεν της σκηνης του Κυριου? και εξεζητησαν αυτο ο Σολομων και η συναξις.
6 Qui Salomone salì sull’altare di bronzo, che è davanti a Jahve, vicino alla ‘Tenda del convegno, e offrì mille olocausti.6 Και ανεβη ο Σολομων εκει επι το χαλκουν θυσιαστηριον ενωπιον του Κυριου, το εν τη σκηνη του μαρτυριου, και προσεφερεν επ' αυτο χιλια ολοκαυτωματα.
7 In quella notte Dio apparve a Salomone e gli disse: « Chiedi ciò che ti devo dare! ».7 Κατ' εκεινην την νυκτα εφανη ο Θεος εις τον Σολομωντα και ειπε προς αυτον, Ζητησον τι να σοι δωσω.
8 Salomone rispose a Dio: « Tu hai trattato David mio padre con grande benevolenza e mi hai fatto regnare al suo posto.8 Ο δε Σολομων ειπε προς τον Θεον, Συ εκαμες μεγα ελεος προς Δαβιδ τον πατερα μου, και με κατεστησας βασιλεα αντ' αυτου?
9 Ora, Jahve Dio, si avveri la promessa, che hai fatto a David mio padre! Tu infatti mi hai costituito re di un popolo numeroso come la polvere della terra.9 τωρα, Κυριε Θεε, ας βεβαιωθη ο λογος σου ο προς τον Δαβιδ τον πατερα μου? διοτι συ με εκαμες βασιλεα επι λαον πολυν ως το χωμα της γης?
10 Dammi ora sapienza e senno, affinchè possa andare e venire alla testa di questo popolo; chi infatti può giudicare questo tuo popolo così grande? ».10 δος τωρα εις εμε σοφιαν και συνεσιν, δια να εξερχωμαι και να εισερχωμαι εμπροσθεν του λαου τουτου? διοτι τις δυναται να κρινη τον λαον σου τουτον τον μεγαν;
11 Dio rispose a Salomone: « Poichè ti sta a cuore ciò e non hai chiesto nè ricchezze nè tesori nè onori nè la morte dei tuoi nemici e neppure hai chiesto lunghi giorni di vita, ma piuttosto sapienza e senno per giudicare il popolo, di cui ti ho costituito re,11 Και ειπεν ο Θεος προς τον Σολομωντα, Επειδη συνελαβες τουτο εν τη καρδια σου, και δεν εζητησας πλουτη, αγαθα και δοξαν ουδε την ζωην των μισουντων σε, ουδε πολυζωιαν εζητησας, αλλ' εζητησας εις σεαυτον σοφιαν και συνεσιν, δια να κρινης τον λαον μου, επι τον οποιον σε εκαμα βασιλεα?
12 ti saranno dunque concessi la sapienza e il senno; ma ti darò anche ricchezza, tesori e onore, come non ebbe mai nessun re prima di te nè alcuno possederà dopo di te ».12 η σοφια και η συνεσις διδεται εις σε? και πλουτον και αγαθα και δοξαν θελω δωσει εις σε, ως δεν εγεινεν εις τους βασιλεις τους προ σου, ουδε εις τους μετα σε θελουσι γεινει τοιαυτα.
13 Salomone, lasciata la Tenda del convegno, fece ritorno verso l’altura di Gabaon, a Gerusalemme, e regnò su Israele.13 Τοτε επεστρεψεν ο Σολομων εις Ιερουσαλημ, απο του υψηλου τοπου του εν Γαβαων, απ' εμπροσθεν της σκηνης του μαρτυριου, και εβασιλευεν επι τον Ισραηλ.
14 Salomone raccolse carri e cavalieri. Egli riuscì ad avere millequattrocento carri e dodicimila cavalieri, che collocò nella città dei carri e presso il re a Gerusalemme.14 Και συνηθροισεν ο Σολομων αμαξας και ιππεις? και ειχε χιλιας τετρακοσιας αμαξας και δωδεκα χιλιαδας ιππεων, τους οποιους εθεσεν εις τας πολεις των αμαξων και πλησιον του βασιλεως εν Ιερουσαλημ.
15 Il re fece sì che a Gerusalemme l’argento e l’oro fossero abbondanti come i sassi e i cedri come i sicomori che crescono in grande abbondanza nella pianura.15 Και κατεστησεν εν Ιερουσαλημ ο βασιλευς τον αργυρον και τον χρυσον ως λιθους, και τας κεδρους κατεστησεν ως τας εν τη πεδιαδι συκαμινους, δια την αφθονιαν.
16 Il luogo, da cui provenivano i cavalli di Salomone, era Muzri e Kue; i mercanti del re andavano a prenderli a Kue dietro pagamento.16 Εγινετο δε εις τον Σολομωντα εξαγωγη ιππων και λινου νηματος εξ Αιγυπτου? το μεν λινουν νημα ελαμβανον οι εμποροι του βασιλεως εις ωρισμενην τιμην.
17 Rilevavano e importavano dall’Egitto un carro per seicento sicli d’argento e un cavallo per cinquecento sicli. Per mezzo loro se ne esportavano in tale maniera a tutti i re degli Hittiti e ai re di Aram.17 Ανεβιβαζον δε και εφερον εξ Αιγυπτου μιαν αμαξαν δια εξακοσιους σικλους αργυρους, και εκαστον ιππον δια εκατον πεντηκοντα? και ουτω δια παντας τους βασιλεις των Χετταιων και δια τους βασιλεις της Συριας η εξαγωγη εγινετο δια χειρος αυτων.
18 Salomone decise di edificare un tempio al nome di Jahve e una reggia per sè.