SCRUTATIO

Sabato, 1 agosto 2026 - Sant'Alfonso Maria de' Liguori ( Letture di oggi)

Secondo libro dei Re 3


font
Sacra Bibbia GarofaloGREEK BIBLE
1 Joram, figlio di Akhab, divenne re di Israele, a Samaria, l’anno decimottavo di Joshafat, re di Giuda, e regnò dodici anni.1 Ο δε Ιωραμ υιος του Αχααβ εβασιλευσεν επι τον Ισραηλ εν Σαμαρεια, το δεκατον ογδοον ετος του Ιωσαφατ βασιλεως του Ιουδα? και εβασιλευσεν ετη δωδεκα.
2 Egli commise il male agli occhi di Jahvè, ma non come suo padre e sua madre. Allontanò la stele di Baal che suo padre aveva costruito.2 Και επραξε πονηρα ενωπιον του Κυριου, ουχι ομως καθως ο πατηρ αυτου και η μητηρ αυτου? διοτι εσηκωσε το αγαλμα του Βααλ, το οποιον ειχε καμει ο πατηρ αυτου.
3 Tuttavia restò attaccato al peccato che Geroboamo figlio di Nabat aveva fatto compiere a Israele né se ne staccò.3 Πλην ητο προσκεκολλημενος εις τας αμαρτιας του Ιεροβοαμ υιου του Ναβατ, οστις εκαμε τον Ισραηλ να αμαρτηση? δεν απεμακρυνθη απ' αυτων.
4 Ora Mesha, re di Moab, era pastore e pagava al re di Israele un tributo di centomila agnelli e lana di centomila montoni.4 Μησα δε ο βασιλευς του Μωαβ ειχε ποιμνια, και εδιδεν εις τον βασιλεα του Ισραηλ εκατον χιλιαδας αρνιων και εκατον χιλιαδας κριων με τα μαλλια αυτων.
5 Morto Akhab, il re di Moab si ribellò al re di Israele.5 Αλλ' αφου απεθανεν ο Αχααβ, απεστατησεν ο βασιλευς του Μωαβ κατα του βασιλεως του Ισραηλ.
6 Allora il re Joram uscì in quel giorno da Samaria e passò in rassegna tutto Israele.6 Και εξηλθεν ο βασιλευς Ιωραμ εκ της Σαμαρειας κατ' εκεινον τον καιρον και απηριθμησε παντα τον Ισραηλ.
7 Si mise in viaggio e mandò a dire a Joshafat, re di Giuda: «Il re di Moab mi si è ribellato; vuoi venire con me a combattere contro Moab?» Quegli rispose: «Salirò; io sono come te, il mio popolo è come il tuo, i miei cavalli come i tuoi».7 Και υπηγε και απεστειλε προς Ιωσαφατ τον βασιλεα του Ιουδα, λεγων, Ο βασιλευς του Μωαβ απεστατησε κατ' εμου? ερχεσαι μετ' εμου εναντιον του Μωαβ εις πολεμον; Ο δε ειπε, Θελω αναβη? εγω ειμαι ως συ, ο λαος μου ως ο λαος σου, οι ιπποι μου ως οι ιπποι σου.
8 Poi chiese: «Per quale via saliremo?» L’altro disse: «Per la via del deserto di Edom».8 Και ειπε, Δια ποιας οδου θελομεν αναβη; Ο δε απεκριθη, Δια της οδου της ερημου Εδωμ.
9 Così il re di Israele, il re di Giuda e il re di Edom si misero in viaggio. Compirono un giro di sette giorni di cammino e non ebbero acqua per l’accampamento né per le bestie che li seguivano.9 Και υπηγεν ο βασιλευς του Ισραηλ και ο βασιλευς του Ιουδα και ο βασιλευς του Εδωμ? και περιηλθον οδον επτα ημερων? και δεν ητο υδωρ δια το στρατοπεδον και δια τα κτηνη τα ακολουθουντα αυτους.
10 Il re di Israele esclamò: «Ahimè! Jahvè ha convocato noi tre re per: metterci in mano a Moab».10 Και ειπεν ο βασιλευς του Ισραηλ, Ω βεβαιως συνεκαλεσεν ο Κυριος τους τρεις τουτους βασιλεις, δια να παραδωση αυτους εις την χειρα του Μωαβ.
11 Joshafat domandò: «Non c’è qui un profeta di Jahvè, per mezzo: del quale possiamo consultare Jahvè?». Uno dei servitori del re di Israele rispose: «C’è qui Eliseo, figlio di Shafat, che versava l’acqua sulle mani di Elia».11 Ο δε Ιωσαφατ ειπε, Δεν ειναι εδω προφητης του Κυριου, δια να ερωτησωμεν τον Κυριον δι' αυτου; Και απεκριθη εις εκ των δουλων του βασιλεως του Ισραηλ, και ειπεν, Ειναι εδω Ελισσαιε ο υιος του Σαφατ, οστις επεχεεν υδωρ εις τας χειρας του Ηλια.
12 Joshafat disse: «La parola di Jahvè è con lui». Il re di Israele, Joshafat e il re di Edom scesero da lui.12 Και ειπεν ο Ιωσαφατ, Λογος Κυριου ειναι μετ' αυτου. Και κατεβησαν προς αυτον ο βασιλευς του Ισραηλ και ο Ιωσαφατ και ο βασιλευς του Εδωμ.
13 Eliseo disse al re di Israele: «Che c’è tra me e te? Va’ pure dai profeti di tuo padre e dai profeti di tua madre!» Ma il re di Israele gli disse: «No, assolutamente; perché Jahvè ha convocato noi tre re per metterci in mano a Moab».13 Και ειπεν ο Ελισσαιε προς τον βασιλεα του Ισραηλ, Τι ειναι μεταξυ εμου και σου; υπαγε προς τους προφητας του πατρος σου και προς τους προφητας της μητρος σου. Και ειπε προς αυτον ο βασιλευς του Ισραηλ, Μη? διοτι ο Κυριος συνεκαλεσε τους τρεις τουτους βασιλεις, δια να παραδωση αυτους εις την χειρα του Μωαβ.
14 Eliseo rispose: «Per la vita di Jahvè degli eserciti, davanti al quale sto: se non fosse per riguardo a Joshafat re di Giuda, non ti darei neppure ascolto né ti degnerei di uno sguardo!14 Και ειπεν ο Ελισσαιε, Ζη ο Κυριος των δυναμεων, ενωπιον του οποιου παρισταμαι, βεβαιως εαν δεν εσεβομην το προσωπον του Ιωσαφατ βασιλεως του Ιουδα, δεν ηθελον επιβλεψει προς σε, ουδε ηθελον σε ιδει,
15 Ora conducetemi un suonatore di cetra». Appena il suonatore cominciò a pizzicare le corde, la mano di Jahvè fu su Eliseo,15 αλλα τωρα φερετε μοι ψαλτωδον. Και ενω εψαλλεν ο ψαλτωδος, ηλθεν επ' αυτον η χειρ του Κυριου.
16 che disse: «Così dice Jahvè: “Fate in questa valle fossi, fossi”.16 Και ειπεν, ουτω λεγει Κυριος? Καμε την κοιλαδα ταυτην λακκους?
17 Infatti così dice Jahvè: “Non sentirete né vento né pioggia e tuttavia questa valle verrà riempita di acque e ne berrete voi, i vostri accampamenti e le vostre bestie”.17 διοτι ουτω λεγει Κυριος, Δεν θελετε ιδει ανεμον και δεν θελετε ιδει βροχην? και αυτη η κοιλας θελει πλησθη υδατος, και θελει πιει, σεις και τα ποιμνια σας και τα κτηνη σας?
18 Questo è ancor poco agli occhi di Jahvè: difatti egli metterà Moab nelle vostre mani.18 αλλα τουτο ειναι μικρον πραγμα εις τους οφθαλμους του Κυριου? εις την χειρα σας θελει παραδωσει και τον Μωαβ?
19 Voi distruggerete ogni città fortificata, abbatterete ogni albero da frutto, turerete tutte le sorgenti di acqua e guasterete con i sassi ogni campo fecondo».19 και θελετε παταξει πασαν οχυραν πολιν και πασαν εκλεκτην πολιν, και θελετε καταβαλει παν δενδρον καλον, και εμφραξει πασας τας πηγας των υδατων, και αχρειωσει με λιθους πασαν αγαθην μεριδα γης.
20 Ed ecco, al mattino, quando sale l’oblazione, le acque arrivarono dalla parte di Edom e la terra ne fu piena.20 Και το πρωι, ενω ετελειτο η προσφορα, ιδου, ηλθον υδατα απο της οδου Εδωμ, και επλησθη η γη υδατων.
21 Tutti i Moabiti vennero a sapere che quei re erano saliti per muovere loro guerra, arruolarono tutti gli uomini dall’età di portare la cintura in su e si posero alla frontiera.21 Και οτε ηκουσαν παντες οι Μωαβιται οτι ανεβησαν οι βασιλεις δια να πολεμησωσιν αυτους, συνηθροισθησαν παντες οι μαχαιραν περιζωννυμενοι και επανω, και εσταθησαν επι των συνορων.
22 Levatisi di buon mattino, quando il sole spuntava sulle acque, i Moabiti si videro di fronte le acque rosse come il sangue.22 Και εξηγερθησαν το πρωι, και καθως ανετειλεν ο ηλιος επι τα υδατα, ειδον οι Μωαβιται εκ του απεναντι τα υδατα κοκκινα ως αιμα?
23 Pensarono: «Questo è sangue! Quei re sono venuti certamente alle prese tra di loro e si sono trucidati a vicenda. Orsù, dunque, Moab, alla preda!»23 και ειπον, Τουτο ειναι αιμα? βεβαιως οι βασιλεις επολεμησαν και εκτυπηθησαν μετ' αλληλων? τωρα λοιπον εις τα λαφυρα, Μωαβ.
24 Andarono all’accampamento di Israele, ma gli Israeliti si alzarono e batterono Moab. I Moabiti fuggirono innanzi a loro ed essi incalzavano e uccidevano i Moabiti24 Και οτε ηλθον εις το στρατοπεδον του Ισραηλ, εσηκωθησαν οι Ισραηλιται και επαταξαν τους Μωαβιτας, ωστε εφυγον απο προσωπου αυτων? και κτυπωντες τους Μωαβιτας εισηλθον εις την γην αυτων.
25 e distrussero le città, riempirono di sassi ogni campo fertile, gettando ciascuno il proprio sasso, turarono ogni sorgente di acqua e abbatterono ogni albero da frutto. Rimase in piedi soltanto Kir-Khareshet e i frombolieri la circondarono e l’attaccarono.25 Και κατεστρεψαν τας πολεις? και εις πασαν αγαθην μεριδα γης ερριψαν εκαστος την πετραν αυτου, και εγεμισαν αυτην? και πασας τας πηγας των υδατων ενεφραξαν, και παν δενδρον καλον κατεβαλον? ωστε εν Κιρ-αρασεθ εμειναν οι λιθοι αυτης, και κυκλωσαντες οι σφενδονισται επαταξαν αυτην.
26 Il re di Moab si accorse che la battaglia era superiore alle sue forze; prese dunque con sé settecento uomini che maneggiavano la spada, per aprirsi un varco dalla parte del re di Edom; ma non riuscì.26 Και οτε βασιλευς του Μωαβ ειδεν οτι η μαχη υπερισχυεν εναντιον αυτου, ελαβε μεθ' αυτου επτακοσιους ανδρας ξιφηρεις, δια να διακοψωσι το στρατευμα, μεχρι του βασιλεως Εδωμ? πλην δεν ηδυνηθησαν.
27 Allora preso il figlio primogenito, che doveva regnare al suo posto, lo immolò in olocausto sulla muraglia. Una grande ira assalì gli Israeliti; questi levarono le tende e ritornarono in patria.27 Τοτε ελαβε τον πρωτοτοκον αυτου υιον, οστις εμελλε να βασιλευση αντ' αυτου, και προσεφερεν αυτον ολοκαυτωμα επι του τειχους? και εγεινεν αγανακτησις μεγαλη εν τω Ισραηλ? και αναχωρησαντες απ' αυτου, επεστρεψαν εις την γην αυτων.