SCRUTATIO

Lunedi, 31 agosto 2026 - San Giuseppe d'Arimatea ( Letture di oggi)

Vangelo secondo Luca 15


font
Sacra Bibbia GarofaloGREEK BIBLE
1 Tutti i pubblicani e i peccatori si avvicinavano a Gesù per ascoltarlo,1 Επλησιαζον δε εις αυτον παντες οι τελωναι και οι αμαρτωλοι, δια να ακουωσιν αυτον.
2 e i farisei e gli scribi ne mormoravano fra loro dicendo: «Costui accoglie i peccatori e mangia con essi».2 Και διεγογγυζον οι Φαρισαιοι και οι γραμματεις, λεγοντες οτι ουτος αμαρτωλους δεχεται και συντρωγει μετ' αυτων.
3 Allora egli disse loro questa parabola:3 Ειπε δε προς αυτους την παραβολην ταυτην, λεγων?
4 «Chi di voi, avendo cento pecore e perdendone una, non lascia le novantanove nel deserto e va in cerca della smarrita finché la trovi?4 Τις ανθρωπος εξ υμων εαν εχη εκατον προβατα και χαση εν εξ αυτων, δεν αφινει τα ενενηκοντα εννεα εν τη ερημω και υπαγει ζητων το απολωλος, εωσου ευρη αυτο;
5 E, dopo averla trovata, se la mette pieno di gioia sulle spalle,5 Και ευρων αυτο, βαλλει επι τους ωμους αυτου χαιρων.
6 e, tornato a casa, convoca gli amici e i vicini e dice loro: “Rallegratevi con me, perché ho ritrovato la mia pecora che avevo smarrita”.6 Και ελθων εις τον οικον, συγκαλει τους φιλους και τους γειτονας, λεγων προς αυτους? Συγχαρητε μοι, διοτι ευρον το προβατον μου το απολωλος.
7 Così, vi dico, ci sarà più gioia nel cielo per un peccatore che si pente che per novantanove giusti i quali non hanno bisogno di penitenza.7 Σας λεγω οτι ουτω θελει εισθαι χαρα εν τω ουρανω δια ενα αμαρτωλον μετανοουντα μαλλον παρα δια ενενηκοντα εννεα δικαιους, οιτινες δεν εχουσι χρειαν μετανοιας.
8 O qual è quella donna che, se ha dieci dramme e ne perde una, non accende la lucerna e scopa la casa, cercando con cura finché non la trovi?8 Η τις γυνη εχουσα δεκα δραχμας, εαν χαση δραχμην μιαν, δεν αναπτει λυχνον και σαρονει την οικιαν και ζητει επιμελως, εως οτου ευρη αυτην;
9 E quando l’ha ritrovata, convoca amiche e vicine dicendo: “Rallegratevi con me, perché ho ritrovato la dramma che avevo smarrita”.9 και αφου ευρη, συγκαλει τας φιλας και τας γειτονας, λεγουσα? Συγχαρητε μοι, διοτι ευρον την δραχμην την οποιαν εχασα.
10 Così, vi dico, si fa gran gioia dinanzi agli angeli di Dio per un peccatore che si pente».10 Ουτω, σας λεγω, χαρα γινεται ενωπιον των αγγελων του Θεου δια ενα αμαρτωλον μετανοουντα.
11 Disse poi: «Un uomo aveva due figli. Era ancora lontano quando suo padre lo vide e se ne intenerì; gli corse incontro, gli si gettò al collo e lo baciò e lo ribaciò.11 Ειπε δε? Ανθρωπος τις ειχε δυο υιους.
12 Il più giovane disse al padre: “Padre, dammi la parte del patrimonio che mi spetta”. E quegli divise loro i beni.12 Και ειπεν ο νεωτερος αυτων προς τον πατερα? Πατερ, δος μοι το ανηκον μερος της περιουσιας. Και διεμοιρασεν εις αυτους τα υπαρχοντα αυτου.
13 Pochi giorni dopo, il figlio più giovane, venduto tutto, emigrò in un paese lontano e là, menando vita dissoluta, dilapidò il suo patrimonio.13 Και μετ' ολιγας ημερας συναξας παντα ο νεωτερος υιος, απεδημησεν εις χωραν μακραν και εκει διεσκορπισε την περιουσιαν αυτου ζων ασωτως.
14 Quando ebbe speso tutto, venne in quel paese una grande carestia, ed egli cominciò a sentire la privazione.14 Αφου δε εδαπανησε παντα, εγεινε πεινα μεγαλη εν τη χωρα εκεινη, και αυτος ηρχισε να στερηται.
15 Andò allora a servizio presso un cittadino di quella regione, che lo mandò nei suoi campi a pascere i porci.15 Τοτε υπηγε και προσεκολληθη εις ενα των πολιτων της χωρας εκεινης, οστις επεμψεν αυτον εις τους αγρους αυτου δια να βοσκη χοιρους.
16 Egli avrebbe voluto sfamarsi con le carrube che mangiavano i porci, ma nessuno gliene dava.16 Και επεθυμει να γεμιση την κοιλιαν αυτου απο των ξυλοκερατων, τα οποια ετρωγον οι χοιροι, και ουδεις εδιδεν εις αυτον.
17 Allora, tornato in sé, diceva: “Quanti mercenari di mio padre sono provvisti abbondantemente di pane, e io qui muoio di fame!17 Ελθων δε εις εαυτον, ειπε? Ποσοι μισθωτοι του πατρος μου περισσευουσιν αρτον, και εγω χανομαι υπο της πεινης.
18 Voglio ritornare da mio padre e dirgli: Padre, ho peccato contro il cielo e’ contro di te;18 Σηκωθεις θελω υπαγει προς τον πατερα μου και θελω ειπει προς αυτον? Πατερ, ημαρτον εις τον ουρανον και ενωπιον σου?
19 non sono più degno di esser tuo figlio, trattami come uno dei tuoi mercenari”.19 και δεν ειμαι πλεον αξιος να ονομασθω υιος σου? καμε με ως ενα των μισθωτων σου.
20 È ritornò dal padre.20 Και σηκωθεις ηλθε προς τον πατερα αυτου. Ενω, δε απειχεν ετι μακραν, ειδεν αυτον ο πατηρ αυτου και εσπλαγχνισθη, και δραμων επεπεσεν επι τον τραχηλον αυτου και κατεφιλησεν αυτον.
21 Il figlio gli disse: “Padre, ho peccato contro il cielo e contro di te, non sono più degno di essere tuo figlio!”.21 ειπε δε προς αυτον ο υιος? Πατερ, ημαρτον εις τον ουρανον και ενωπιον σου, και δεν ειμαι πλεον αξιος να ονομασθω υιος σου.
22 Ma il padre disse ai servi: “Presto, tirate fuori l’abito più bello e rivestitelo, mettetegli al dito l’anello e sandali ai piedi;22 Και ο πατηρ ειπε προς τους δουλους αυτου? Φερετε εξω την στολην την πρωτην και ενδυσατε αυτον, και δοτε δακτυλιδιον εις την χειρα αυτου και υποδηματα εις τους ποδας,
23 menate qua il vitello grasso, ammazzatelo, mangiamo e facciamo festa;23 και φεροντες τον μοσχον τον σιτευτον σφαξατε, και φαγοντες ας ευφρανθωμεν,
24 perché questo mio figlio era morto ed è tornato alla vita, era perduto ed è stato ritrovato”. E si misero a fare festa.24 διοτι ουτος ο υιος μου νεκρος ητο και ανεζησε, και απολωλως ητο και ευρεθη. Και ηρχισαν να ευφραινωνται.
25 Il figlio maggiore era in campagna. Quando, di ritorno, si fu avvicinato alla casa, sentì musica e danze;25 Ητο δε ο πρεσβυτερος αυτου υιος εν τω αγρω? και καθως ερχομενος επλησιασεν εις την οικιαν, ηκουσε συμφωνιαν και χορους,
26 chiamò allora un servo e domandò di che si trattava.26 και προσκαλεσας ενα των δουλων, ηρωτα τι ειναι ταυτα.
27 Quegli rispose: “È arrivato tuo fratello e tuo padre ha ammazzato il vitello grasso, perché lo ha riavuto in buona salute”.27 Ο δε ειπε προς αυτον οτι ο αδελφος σου ηλθε? και εσφαξεν ο πατηρ σου τον μοσχον τον σιτευτον, διοτι απηλαυσεν αυτον υγιαινοντα.
28 Si adirò, allora, e non voleva entrare. Suo padre venne fuori a pregarmelo.28 Και ωργισθη και δεν ηθελε να εισελθη. Εξηλθε λοιπον ο πατηρ αυτου και παρεκαλει αυτον.
29 Ed egli rispose a suo padre: “Ecco, da tanti anni ti servo, senza aver mai trasgredito un solo tuo ordine, e tu non mi hai mai dato un capretto per far festa con i miei amici;29 Ο δε αποκριθεις ειπε προς τον πατερα? Ιδου, τοσα ετη σε δουλευω, και ποτε εντολην σου δεν παρεβην, και εις εμε ουδε εριφιον εδωκας ποτε δια να ευφρανθω μετα των φιλων μου.
30 ma appena arrivato codesto tuo figlio che ha dilapidato i suoi beni con le malefemmine, hai ammazzato per lui il vitello grasso”.30 Οτε δε ο υιος σου ουτος, ο καταφαγων σου τον βιον μετα πορνων, ηλθεν, εσφαξας δι' αυτον τον μοσχον τον σιτευτον.
31 Il padre gli disse: “Figlio, tu stai sempre con me, e tutto ciò che è mio è tuo;31 Ο δε ειπε προς αυτον? Τεκνον, συ παντοτε μετ' εμου εισαι, και παντα τα εμα σα ειναι?
32 ma era necessario far festa e rallegrarsi, perché questo tuo fratello era morto ed è tornato alla vita, era perduto ed è stato ritrovato”».32 επρεπε δε να ευφρανθωμεν και να χαρωμεν, διοτι ο αδελφος σου ουτος νεκρος ητο και ανεζησε, και απολωλως ητο και ευρεθη.