Scrutatio

Lunedi, 29 aprile 2024 - Santa Caterina da Siena ( Letture di oggi)

Daniele 3


font
NOVA VULGATALXX
1 Nabuchodonosor rex fecit sta tuam auream altitudine cubito rum sexaginta,latitudine cubitorum sex; et statuit eam in campo Dura in provincia Babylonis.1 ετους οκτωκαιδεκατου ναβουχοδονοσορ βασιλευς διοικων πολεις και χωρας και παντας τους κατοικουντας επι της γης απο ινδικης εως αιθιοπιας εποιησεν εικονα χρυσην το υψος αυτης πηχων εξηκοντα και το πλατος αυτης πηχων εξ και εστησεν αυτην εν πεδιω του περιβολου χωρας βαβυλωνιας
2 Itaque Nabuchodonosor rex misit ad congregandos satrapas, magistratus etiudices, duces et tyrannos et praefectos omnesque principes provinciarum, utconvenirent ad dedicationem statuae, quam erexerat Nabuchodonosor rex.2 και ναβουχοδονοσορ βασιλευς βασιλεων και κυριευων της οικουμενης ολης απεστειλεν επισυναγαγειν παντα τα εθνη και φυλας και γλωσσας σατραπας στρατηγους τοπαρχας και υπατους διοικητας και τους επ' εξουσιων κατα χωραν και παντας τους κατα την οικουμενην ελθειν εις τον εγκαινισμον της εικονος της χρυσης ην εστησε ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς
3 Tunccongregati sunt satrapae, magistratus et iudices, duces et tyranni et optimates,qui erant in potestatibus constituti, et universi principes provinciarum addedicationem statuae, quam erexerat Nabuchodonosor rex. Stabant autem inconspectu statuae, quam posuerat Nabuchodonosor,3 και εστησαν οι προγεγραμμενοι κατεναντι της εικονος
4 et praeco clamabat valenter:“ Vobis dicitur, populi, tribus et linguae:4 και ο κηρυξ εκηρυξε τοις οχλοις υμιν παραγγελλεται εθνη και χωραι λαοι και γλωσσαι
5 in hora, qua audieritis sonitumtubae et fistulae et citharae, sambucae et psalterii et symphoniae et universigeneris musicorum, cadentes adorate statuam auream, quam constituitNabuchodonosor rex.5 οταν ακουσητε της φωνης της σαλπιγγος συριγγος και κιθαρας σαμβυκης και ψαλτηριου συμφωνιας και παντος γενους μουσικων πεσοντες προσκυνησατε τη εικονι τη χρυση ην εστησε ναβουχοδονοσορ βασιλευς
6 Si quis autem non prostratus adoraverit, eadem horamittetur in fornacem ignis ardentis ”.6 και πας ος αν μη πεσων προσκυνηση εμβαλουσιν αυτον εις την καμινον του πυρος την καιομενην
7 Post haec igitur, statim ut audieruntomnes populi sonitum tubae, fistulae et citharae, sambucae et psalterii etsymphoniae et omnis generis musicorum, cadentes omnes populi tribus et linguaeadoraverunt statuam auream, quam constituerat Nabuchodonosor rex.
7 και εν τω καιρω εκεινω οτε ηκουσαν παντα τα εθνη της φωνης της σαλπιγγος και παντος ηχου μουσικων πιπτοντα παντα τα εθνη φυλαι και γλωσσαι προσεκυνησαν τη εικονι τη χρυση ην εστησε ναβουχοδονοσορ κατεναντι τουτου
8 Statimque et in ipso tempore accedentes viri Chaldaei accusaverunt Iudaeos8 εν εκεινω τω καιρω προσελθοντες ανδρες χαλδαιοι διεβαλον τους ιουδαιους
9 dixeruntque Nabuchodonosor regi: “ Rex, in aeternum vive!9 και υπολαβοντες ειπον κυριε βασιλευ εις τον αιωνα ζηθι
10 Tu, rex, posuistidecretum, ut omnis homo, qui audierit sonitum tubae, fistulae et citharae,sambucae et psalterii et symphoniae et universi generis musicorum, prosternat seet adoret statuam auream;10 συ βασιλευ προσεταξας και εκρινας ινα πας ανθρωπος ος αν ακουση της φωνης της σαλπιγγος και παντος ηχου μουσικων πεσων προσκυνηση τη εικονι τη χρυση
11 si quis autem non procidens adoraverit, mittetur infornacem ignis ardentis.11 και ος αν μη πεσων προσκυνηση εμβληθησεται εις την καμινον του πυρος την καιομενην
12 Sunt ergo viri Iudaei, quos constituisti super operaprovinciae Babylonis, Sedrac, Misac et Abdenago; viri isti te, rex, nonhonorant: deos tuos non colunt et statuam auream, quam erexisti, non adorant ”.12 εισι δε τινες ανδρες ιουδαιοι ους κατεστησας επι της χωρας της βαβυλωνιας σεδραχ μισαχ αβδεναγω οι ανθρωποι εκεινοι ουκ εφοβηθησαν σου την εντολην και τω ειδωλω σου ουκ ελατρευσαν και τη εικονι σου τη χρυση η εστησας ου προσεκυνησαν
13 Tunc Nabuchodonosor in furore et in ira praecepit, ut adducerentur Sedrac,Misac et Abdenago; tunc viri illi adducti sunt in conspectu regis.13 τοτε ναβουχοδονοσορ θυμωθεις οργη προσεταξεν αγαγειν τον σεδραχ μισαχ αβδεναγω τοτε οι ανθρωποι ηχθησαν προς τον βασιλεα
14 Pronuntiansque Nabuchodonosor rex ait eis: “ Verene, Sedrac, Misac etAbdenago, deos meos non colitis et statuam auream, quam constitui, non adoratis?14 ους και συνιδων ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς ειπεν αυτοις δια τι σεδραχ μισαχ αβδεναγω τοις θεοις μου ου λατρευετε και τη εικονι τη χρυση ην εστησα ου προσκυνειτε
15 Numquid estis nunc parati, quacumque hora audieritis sonitum tubae, fistulae,citharae, sambucae, psalterii et symphoniae omnisque generis musicorum,prosternere vos et adorare statuam, quam feci? Quod si non adoraveritis, eademhora mittemini in fornacem ignis ardentis; et quis est deus, qui eripiat vos demanu mea? ”.15 και νυν ει μεν εχετε ετοιμως αμα τω ακουσαι της σαλπιγγος και παντος ηχου μουσικων πεσοντες προσκυνησαι τη εικονι τη χρυση η εστησα ει δε μη γε γινωσκετε οτι μη προσκυνησαντων υμων αυθωρι εμβληθησεσθε εις την καμινον του πυρος την καιομενην και ποιος θεος εξελειται υμας εκ των χειρων μου
16 Respondentes Sedrac, Misac et Abdenago dixerunt regi Nabuchodonosor: “ Nonoportet nos de hac re respondere tibi:16 αποκριθεντες δε σεδραχ μισαχ αβδεναγω ειπαν τω βασιλει ναβουχοδονοσορ βασιλευ ου χρειαν εχομεν ημεις επι τη επιταγη ταυτη αποκριθηναι σοι
17 Si enim Deus noster, quem colimus,potest eripere nos de camino ignis ardentis, et de manu tua, rex, liberabit.17 εστι γαρ θεος εν ουρανοις εις κυριος ημων ον φοβουμεθα ος εστι δυνατος εξελεσθαι ημας εκ της καμινου του πυρος και εκ των χειρων σου βασιλευ εξελειται ημας
18 Quod si noluerit, notum sit tibi, rex, quia deos tuos non colimus et statuamauream, quam erexisti, non adoramus ”.18 και τοτε φανερον σοι εσται οτι ουτε τω ειδωλω σου λατρευομεν ουτε τη εικονι σου τη χρυση ην εστησας προσκυνουμεν
19 Tunc Nabuchodonosor repletus est furore, et aspectus faciei illius immutatusest super Sedrac, Misac et Abdenago; et respondens praecepit, ut succendereturfornax septuplum quam succendi consueverat;19 τοτε ναβουχοδονοσορ επλησθη θυμου και η μορφη του προσωπου αυτου ηλλοιωθη και επεταξε καηναι την καμινον επταπλασιως παρ' ο εδει αυτην καηναι
20 et viris fortissimis de exercitusuo iussit, ut ligarent Sedrac, Misac et Abdenago et mitterent eos in fornacemignis ardentis;20 και ανδρας ισχυροτατους των εν τη δυναμει επεταξε συμποδισαντας τον σεδραχ μισαχ αβδεναγω εμβαλειν εις την καμινον του πυρος την καιομενην
21 et confestim viri illi vincti, cum bracis suis et tiaris etcalceamentis et vestibus missi sunt in medium fornacis ignis ardentis;21 τοτε οι ανδρες εκεινοι συνεποδισθησαν εχοντες τα υποδηματα αυτων και τας τιαρας αυτων επι των κεφαλων αυτων συν τω ιματισμω αυτων και εβληθησαν εις την καμινον
22 itaque, quia iussio regis urgebat, et fornax succensa erat nimis, viros illos,qui miserant Sedrac, Misac et Abdenago, interfecit flamma ignis.22 επειδη το προσταγμα του βασιλεως ηπειγεν και η καμινος εξεκαυθη υπερ το προτερον επταπλασιως και οι ανδρες οι προχειρισθεντες συμποδισαντες αυτους και προσαγαγοντες τη καμινω ενεβαλοσαν εις αυτην
23 Viri autemtres, Sedrac, Misac et Abdenago, ceciderunt in medio camino ignis ardentiscolligati.
(Quae sequuntur in Hebraeis voluminibus non repperi).
23 τους μεν ουν ανδρας τους συμποδισαντας τους περι τον αζαριαν εξελθουσα η φλοξ εκ της καμινου ενεπυρισε και απεκτεινεν αυτοι δε συνετηρηθησαν
24 Et ambulabant in medio flammae laudantes Deum et benedicentes Domino.24 και εγενετο εν τω ακουσαι τον βασιλεα υμνουντων αυτων και εστως εθεωρει αυτους ζωντας τοτε ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς εθαυμασε και ανεστη σπευσας και ειπεν τοις φιλοις αυτου
25 Stans autem Azarias oravit sic aperiensque os suum in medio ignis ait:
25 ιδου εγω ορω ανδρας τεσσαρας λελυμενους περιπατουντας εν τω πυρι και φθορα ουδεμια εγενηθη εν αυτοις και η ορασις του τεταρτου ομοιωμα αγγελου θεου
26 “ Benedictus es, Domine, Deus patrum nostrorum,
et laudabilis et gloriosum nomen tuum in saecula,
26 και προσελθων ο βασιλευς προς την θυραν της καμινου της καιομενης τω πυρι εκαλεσεν αυτους εξ ονοματος σεδραχ μισαχ αβδεναγω οι παιδες του θεου των θεων του υψιστου εξελθετε εκ του πυρος ουτως ουν εξηλθον οι ανδρες εκ μεσου του πυρος
27 quia iustus es in omnibus, quae fecisti nobis,
et universa opera tua vera, et viae tuae rectae,
et omnia iudicia tua veritas.
27 και συνηχθησαν οι υπατοι τοπαρχαι και αρχιπατριωται και οι φιλοι του βασιλεως και εθεωρουν τους ανθρωπους εκεινους οτι ουχ ηψατο το πυρ του σωματος αυτων και αι τριχες αυτων ου κατεκαησαν και τα σαραβαρα αυτων ουκ ηλλοιωθησαν ουδε οσμη του πυρος ην εν αυτοις
28 Iudicia enim vera fecisti
iuxta omnia, quae induxisti super nos
et super civitatem sanctam patrum nostrorum Ierusalem,
quia in veritate et in iudicio induxisti omnia haec
propter peccata nostra.
28 υπολαβων δε ναβουχοδονοσορ ο βασιλευς ειπεν ευλογητος κυριος ο θεος του σεδραχ μισαχ αβδεναγω ος απεστειλε τον αγγελον αυτου και εσωσε τους παιδας αυτου τους ελπισαντας επ' αυτον την γαρ προσταγην του βασιλεως ηθετησαν και παρεδωκαν τα σωματα αυτων εις εμπυρισμον ινα μη λατρευσωσι μηδε προσκυνησωσι θεω ετερω αλλ' η τω θεω αυτων
29 Peccavimus enim et inique egimus recedentes a te
et deliquimus in omnibus;
29 και νυν εγω κρινω ινα παν εθνος και πασαι φυλαι και πασαι γλωσσαι ος αν βλασφημηση εις τον κυριον τον θεον σεδραχ μισαχ αβδεναγω διαμελισθησεται και η οικια αυτου δημευθησεται διοτι ουκ εστιν θεος ετερος ος δυνησεται εξελεσθαι ουτως
30 et praecepta tua non audivimus
nec observavimus
nec fecimus, sicut praeceperas nobis,
ut bene nobis esset.
30 ουτως ουν ο βασιλευς τω σεδραχ μισαχ αβδεναγω εξουσιαν δους εφ' ολης της χωρας κατεστησεν αυτους αρχοντας
31 Omnia ergo, quae induxisti super nos,
et universa, quae fecisti nobis,
vero iudicio fecisti;
32 et tradidisti nos in manibus inimicorum nostrorum
iniquorum et pessimorum praevaricatorumque
et regi iniusto et pessimo ultra omnem terram.
33 Et nunc non possumus aperire os;
confusio et opprobrium facta sunt
servis tuis et his, qui colunt te.
34 Ne, quaesumus, tradas nos in perpetuum
propter nomen tuum
et ne dissipes testamentum tuum
35 neque auferas misericordiam tuam a nobis
propter Abraham dilectum tuum
et Isaac servum tuum
et Israel sanctum tuum,
36 quibus dixisti
quod multiplicares semen eorum sicut stellas caeli
et sicut arenam, quae est in litore maris;
37 quia, Domine,
imminuti sumus plus quam omnes gentes
sumusque humiles in universa terra
hodie propter peccata nostra;
38 et non est in tempore hoc
princeps et propheta et dux
neque holocaustum neque sacrificium
neque oblatio neque incensum
neque locus primitiarum coram te,
ut possimus invenire misericordiam;
39 sed in anima contrita et spiritu humilitatis suscipiamur
sicut in holocausto arietum et taurorum
40 et sicut in milibus agnorum pinguium;
sic fiat sacrificium nostrum in conspectu tuo hodie,
et perfice subsequentes te,
quoniam non est confusio confidentibus in te.
41 Et nunc sequimur te in toto corde
et timemus te et quaerimus faciem tuam;
42 ne confundas nos,
sed fac nobiscum iuxta mansuetudinem tuam
et secundum multitudinem misericordiae tuae
43 et erue nos in mirabilibus tuis
et da gloriam nomini tuo, Domine.
44 Et confundantur omnes, qui ostendunt servistuis mala;
confundantur absque ulla potentia,
et robur eorum conteratur.
45 Sciant quia tu es Dominus,
Deus solus et gloriosus super orbem terrarum ”.
46 Et non cessabant, qui immiserant eos, ministri regis succendere fornacemnaphta et stuppa et pice et malleolis,
47 et effundebatur flamma super fornacemcubitis quadraginta novem
48 et erupit et incendit, quos repperit iuxta fornacemde Chaldaeis.
49 Angelus autem Domini descendit cum Azaria et sociis eius infornacem et excussit flammam ignis de fornace
50 et fecit medium fornacis quasiventum roris flantem; et non tetigit eos omnino ignis neque contristavit necquidquam molestiae intulit.
51 Tunc hi tres, quasi ex uno ore, laudabant et glorificabant et benedicebantDeo in fornace dicentes:
52 “ Benedictus es, Domine, Deus patrum nostrorum,
et laudabilis et superexaltatus in saecula;
et benedictum nomen gloriae tuae sanctum
et superlaudabile et superexaltatum in saecula.
53 Benedictus es in templo sanctae gloriae tuae
et superlaudabilis et supergloriosus in saecula.
54 Benedictus es in throno regni tui
et superlaudabilis et superexaltatus in saecula.
55 Benedictus es, qui intueris abyssos sedens super cherubim,
et laudabilis et superexaltatus in saecula.
56 Benedictus es in firmamento caeli
et laudabilis et gloriosus in saecula.
57 Benedicite, omnia opera Domini, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
58 Benedicite, caeli, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
59 Benedicite, angeli Domini, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
60 Benedicite, aquae omnes, quae super caelos sunt, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
61 Benedicat omnis virtus Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
62 Benedicite, sol et luna, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
63 Benedicite, stellae caeli, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
64 Benedicite, omnis imber et ros, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
65 Benedicite, omnes venti, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
66 Benedicite, ignis et aestus, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
67 Benedicite, frigus et aestus, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
68 Benedicite, rores et pruina, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
69 Benedicite, gelu et frigus, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
70 Benedicite, glacies et nives, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
71 Benedicite, noctes et dies, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
72 Benedicite, lux et tenebrae, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
73 Benedicite, fulgura et nubes, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
74 Benedicat terra Dominum,
laudet et superexaltet eum in saecula.
75 Benedicite, montes et colles, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
76 Benedicite, universa germinantia in terra, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
77 Benedicite, maria et flumina, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
78 Benedicite, fontes, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
79 Benedicite, cete et omnia quae moventur in aquis, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
80 Benedicite, omnes volucres caeli, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
81 Benedicite, omnes bestiae et pecora, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
82 Benedicite, filii hominum, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
83 Benedic, Israel, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
84 Benedicite, sacerdotes Domini, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
85 Benedicite, servi Domini, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
86 Benedicite, spiritus et animae iustorum, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
87 Benedicite, sancti et humiles corde, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula.
88 Benedicite, Anania, Azaria, Misael, Domino,
laudate et superexaltate eum in saecula;
quia eruit nos de inferno et salvos fecit de manu mortis
et liberavit nos de medio fornacis ardentis flammae
et de medio ignis eruit nos.
89 Confitemini Domino, quoniam bonus,
quoniam in saeculum misericordia eius.
90 Benedicite, omnes, qui timetis Dominum, Deo deorum;
laudate et confitemini ei, quia in saecula misericordia eius ”.
(Hucusque non habetur in Hebraeo et, quae posuimus, de Theodotionis editionetranslata sunt).
91 24 Tunc Nabuchodonosor rex obstupuit et surrexit propere; respondens aitoptimatibus suis: “ Nonne tres viros misimus in medium ignis compeditos?”.Qui respondentes dixerunt regi: “ Vere, rex ”.
92 25 Respondit et ait: “Ecce ego video viros quattuor solutos et ambulantes in medio ignis, et nihilcorruptionis in eis est, et species quarti similis filio deorum ”.
93 26 Tuncaccessit Nabuchodonosor ad ostium fornacis ignis ardentis et ait: “ Sedrac,Misac et Abdenago, servi Dei excelsi, egredimini et venite ”. Statimqueegressi sunt Sedrac, Misac et Abdenago de medio ignis.
94 27 Et congregatisatrapae, magistratus et iudices et potentes regis contemplabantur viros illos,quoniam nihil potestatis habuisset ignis in corporibus eorum, et capilluscapitis eorum non esset adustus, et sarabara eorum non fuissent immutata, etodor ignis non transisset per eos.
95 28 Et erumpens Nabuchodonosor ait: “Benedictus Deus eorum, Sedrac, Misac et Abdenago, qui misit angelum suum eteruit servos suos, qui crediderunt in eo, et verbum regis immutaverunt ettradiderunt corpora sua, ne servirent et ne adorarent omnem deum, excepto Deosuo.
96 29 A me ergo positum est decretum, ut omnis populus, tribus et linguaquaecumque locuta fuerit blasphemiam contra Deum Sedrac, Misac et Abdenago, infrusta concidatur, et domus eius in sterquilinium fiat, eo quod non est Deusalius, qui possit ita salvare ”.
97 30 Tunc rex promovit Sedrac, Misac etAbdenago in provincia Babylonis.
98 31 Nabuchodonosor rex omnibus populis, gentibus et linguis, quae habitant inuniversa terra: “ Pax vobis multiplicetur.
99 32 Signa et mirabilia, quaefecit apud me Deus excelsus, placuit mihi praedicare:
100 33 Signa eius quam magna sunt,
et mirabilia eius quam fortia!
Et regnum eius regnum sempiternum,
et potestas eius in generationem et generationem ”.