1 Cantique. Pour le jour du sabbat.
| 1 Ψαλμος ωδης δια την ημεραν του Σαββατου.>> Αγαθον το να δοξολογη τις τον Κυριον και να ψαλμωδη εις το ονομα σου, Υψιστε? |
2 Il est bon de rendre grâce à Yahvé, de jouer pour ton nom, Très-Haut,
| 2 να αναγγελλη το πρωι το ελεος σου και την αληθειαν σου πασαν νυκτα, |
3 de publier au matin ton amour, ta fidélité au long des nuits,
| 3 με δεκαχορδον οργανον και με ψαλτηριον? με ωδην και κιθαραν. |
4 sur la lyre à dix cordes et la cithare, avec un murmure de harpe.
| 4 Διοτι με ευφρανας, Κυριε, εν τοις ποιημασι σου? θελω αγαλλεσθαι εν τοις εργοις των χειρων σου. |
5 Tu m'as réjoui, Yahvé, par tes oeuvres, devant l'ouvrage de tes mains je m'écrie:
| 5 Ποσον μεγαλα ειναι τα εργα σου, Κυριε βαθεις ειναι οι διαλογισμοι σου σφοδρα. |
6 "Que tes oeuvres sont grandes, Yahvé, combien profonds tes pensers! "
| 6 Ο ανθρωπος ο ανοητος δεν γνωριζει, και ο μωρος δεν εννοει τουτο? |
7 L'homme stupide ne sait pas, cela, l'insensé n'y comprends rien.
| 7 οτι οι ασεβεις βλαστανουσιν ως ο χορτος, και ανθουσι παντες οι εργαται της ανομιας, δια να αφανισθωσιν αιωνιως. |
8 S'ils poussent comme l'herbe, les impies, s'ils fleurissent, tous les malfaisants, c'est pour êtreabattus à jamais,
| 8 Αλλα συ, Κυριε, εισαι υψιστος εις τον αιωνα. |
9 mais toi, tu es élevé pour toujours, Yahvé.
| 9 Διοτι, ιδου, οι εχθροι σου, Κυριε, διοτι, ιδου, οι εχθροι σου θελουσιν εξολοθρευθη? θελουσι διασκορπισθη παντες οι εργαται της ανομιας. |
10 Voici: tes ennemis périssent, tous les malfaisants se dispersent;
| 10 Αλλα συ θελεις υψωσει ως του μονοκερωτος το κερας μου? εγω θελω χρισθη με νεον ελαιον? |
11 tu me donnes la vigueur du taureau, tu répands sur moi l'huile fraîche;
| 11 και ο οφθαλμος μου θελει ιδει την εκδικησιν των εχθρων μου? τα ωτα μου θελουσιν ακουσει περι των κακοποιων των επανισταμενων κατ' εμου. |
12 mon oeil a vu ceux qui m'épiaient, mes oreilles ont entendu les méchants.
| 12 Ο δικαιος ως φοινιξ θελει ανθει? ως κεδρος του Λιβανου θελει αυξανει. |
13 Le juste poussera comme un palmier, il grandira comme un cèdre du Liban.
| 13 Πεφυτευμενοι εν τω οικω του Κυριου, θελουσιν ανθει εν ταις αυλαις του Θεου ημων? |
14 Plantés dans la maison de Yahvé, ils pousseront dans les parvis de notre Dieu.
| 14 θελουσι καρποφορει και εν αυτω τω βαθει γηρατι, θελουσιν εισθαι ακμαζοντες και ανθηροι? |
15 Dans la vieillesse encore ils portent fruit, ils restent frais et florissants,
| 15 δια να αναγγελλωσιν οτι δικαιος ειναι ο Κυριος, το φρουριον μου? και δεν υπαρχει αδικια εν αυτω. |
16 pour publier que Yahvé est droit: mon Rocher, en lui rien de faux.
| |