| 1 Maszkíl Ászáftól. Figyelj, népem, tanításomra, hallgassatok szám szavára. | 1 Μασχιλ του Ασαφ.>> Ακουσον, λαε μου, τον νομον μου? κλινατε τα ωτα σας εις τα λογια του στοματος μου. |
| 2 Bölcs mondásra nyitom számat, elmondom a régi idők titkait. | 2 Θελω ανοιξει εν παραβολη το στομα μου? θελω προφερει πραγματα αξιομνημονευτα, τα απ' αρχης? |
| 3 Amiket hallottunk és megismertünk, s atyáink elbeszéltek nekünk, | 3 οσα ηκουσαμεν και εγνωρισαμεν και οι πατερες ημων διηγηθησαν εις ημας. |
| 4 nem titkoljuk fiaik elől, elbeszéljük a jövendő nemzedéknek. Hirdetjük az Úr dicséretét, hatalmát, és csodáit, amelyeket végbevitt. | 4 Δεν θελομεν κρυψει αυτα απο των τεκνων αυτων εις την επερχομενην γενεαν, διηγουμενοι τους επαινους του Κυριου και την δυναμιν αυτου και τα θαυμασια αυτου, τα οποια εκαμε. |
| 5 Bizonyságot állított Jákobnak, törvényt adott Izraelnek; Megparancsolta atyáinknak, tanítsák meg rá fiaikat, | 5 Και εστησε μαρτυριον εν τω Ιακωβ και νομον εθεσεν εν τω Ισραηλ, τα οποια προσεταξεν εις τους πατερας ημων, να καμνωσιν αυτα γνωστα εις τα τεκνα αυτων? |
| 6 hogy megtanulja a következő nemzedék, a születendő gyermekek. Keljenek fel, és hirdessék fiaiknak, | 6 δια να γνωριζη αυτα η γενεα η επερχομενη, οι υιοι οι μελλοντες να γεννηθωσι? και αυτοι, οταν αναστηθωσι, να διηγωνται εις τα τεκνα αυτων? |
| 7 hogy Istenbe vessék bizalmukat, ne feledjék el az Isten műveit, és parancsait teljesítsék! | 7 δια να θεσωσιν επι τον Θεον την ελπιδα αυτων, και να μη λησμονωσι τα εργα του Θεου, αλλα να φυλαττωσι τας εντολας αυτου? |
| 8 Ne legyenek olyanok, mint atyáik, az a pártütő és lázongó nemzedék; A nemzedék, amelynek szíve nem volt kitartó, és lelke nem volt hű Isten iránt. | 8 και να μη γεινωσιν, ως οι πατερες αυτων, γενεα διεστραμμενη και απειθης? γενεα, ητις δεν εφυλαξεν ευθειαν την καρδιαν αυτης, και δεν εσταθη πιστον μετα του Θεου το πνευμα αυτης? |
| 9 Efraim fiai felajzották és kilőtték íjukat, de a harc napján hátat fordítottak. | 9 ως οι υιοι του Εφραιμ, οιτινες ωπλισμενοι, βασταζοντες τοξα, εστραφησαν οπισω την ημεραν της μαχης. |
| 10 Nem tartották meg Isten szövetségét, és törvényét nem akarták követni. | 10 Δεν εφυλαξαν την διαθηκην του Θεου, και εν τω νομω αυτου δεν ηθελησαν να περιπατωσι? |
| 11 Elfelejtették tetteit, a csodáit, amelyeket megmutatott nekik. | 11 και ελησμονησαν τα εργα αυτου και τα θαυμασια αυτου, τα οποια εδειξεν εις αυτους. |
| 12 Atyáik előtt csodákat művelt, Egyiptom földjén, Tánisz mezején. | 12 Εμπροσθεν των πατερων αυτων εκαμε θαυμασια, εν τη γη της Αιγυπτου, τη πεδιαδι Τανεως. |
| 13 Széthasította a tengert és átvezette őket, a vizeket szinte tömlőbe fogta. | 13 Διεσχισε την θαλασσαν και διεπερασεν αυτους και εστησε τα υδατα ως σωρον? |
| 14 Nappal a felhőben vezette őket, s egész éjjel a tűz fényében. | 14 και ωδηγησεν αυτους την ημεραν εν νεφελη και ολην την νυκτα εν φωτι πυρος. |
| 15 Kősziklát hasított fel a pusztában és bőséges áradattal itatta őket. | 15 Διεσχισε πετρας εν τη ερημω και εποτισεν αυτους ως εκ μεγαλων αβυσσων? |
| 16 Patakokat fakasztott a kősziklából és folyamként ömlesztette a vizet. | 16 και εξηγαγε ρυακας εκ της πετρας και κατεβιβασεν υδατα ως ποταμους. |
| 17 Mégis egyre csak vétkeztek ellene, haragra ingerelték a Fölségest a pusztában. | 17 Αλλ' αυτοι εξηκολουθουν ετι αμαρτανοντες εις αυτον, παροξυνοντες τον Υψιστον εν ανυδρω τοπω? |
| 18 Megkísértették szívükben Istent, amikor kedvük szerint ennivalót kértek, | 18 και επειρασαν τον Θεον εν τη καρδια αυτων, ζητουντες βρωσιν κατα την ορεξιν αυτων? |
| 19 s így beszéltek Isten ellen: »Tud-e Isten – mondták – asztalt teríteni a pusztában?« | 19 και ελαλησαν κατα του Θεου, λεγοντες, Μηπως δυναται ο Θεος να ετοιμαση τραπεζαν εν τη ερημω; |
| 20 Íme megütötte a kősziklát és vizek folytak, patakok áradtak. »De vajon tud-e kenyeret is adni, és húst szerezni népének?« | 20 Ιδου, επαταξε την πετραν, και ερρευσαν υδατα και χειμαρροι επλημμυρησαν? μηπως δυναται να δωση και αρτον; η να ετοιμαση κρεας εις τον λαον αυτου; |
| 21 Amikor ezt az Úr meghallotta, haragra gerjedt: Tűz gyulladt fel Jákob ellen, és harag szállt Izraelre, | 21 Δια τουτο ηκουσεν ο Κυριος και ωργισθη? και πυρ εξηφθη κατα του Ιακωβ, ετι δε και οργη ανεβη κατα του Ισραηλ? |
| 22 mert nem hittek Istenben, és segítségében nem reméltek. | 22 διοτι δεν επιστευσαν εις τον Θεον, ουδε ηλπισαν επι την σωτηριαν αυτου? |
| 23 Ekkor ő parancsot adott fenn a fellegeknek, és megnyitotta az egek ajtóit. | 23 ενω προσεταξε τας νεφελας απο ανωθεν και τας θυρας του ουρανου ηνοιξε, |
| 24 Ennivalóként mannát hullatott nekik, és a mennyből adott nekik kenyeret: | 24 και εβρεξεν εις αυτους μαννα δια να φαγωσι και σιτον ουρανου εδωκεν εις αυτους? |
| 25 angyalok kenyerét ette az ember; Bőségesen küldött nekik ennivalót. | 25 αρτον αγγελων εφαγεν ο ανθρωπος? τροφην εστειλεν εις αυτους μεχρι χορτασμου. |
| 26 Déli szelet támasztott az égen, és hatalmával elhozta a délnyugati szelet. | 26 Εσηκωσεν εν τω ουρανω ανατολικον ανεμον, και δια της δυναμεως αυτου επεφερε τον νοτον? |
| 27 Annyi húst hullatott rájuk, mint a por, s annyi szárnyast, mint a tenger fövenye: | 27 και εβρεξεν επ' αυτους κρεας ως το χωμα και πετεινα πτερωτα ως την αμμον της θαλασσης? |
| 28 hullottak táboruk közepére, körös-körül sátraik köré. | 28 και εκαμε να πεσωσιν εις το μεσον του στρατοπεδου αυτων, κυκλω των σκηνων αυτων. |
| 29 Ettek és nagyon jóllaktak, mert megadta nekik, amit kívántak. | 29 Και εφαγον και εχορτασθησαν σφοδρα? και εφερεν εις αυτους την επιθυμιαν αυτων? |
| 30 De még fel sem hagytak torkosságukkal, még szájukban volt az étel, | 30 δεν ειχον χωρισθη απο της επιθυμιας αυτων, ετι ητο εν τω στοματι αυτων βρωσις αυτων, |
| 31 amikor Isten haragja felgerjedt ellenük, agyonsújtotta kövéreiket, leterítette Izrael választottait. | 31 και οργη του Θεου ανεβη επ' αυτους, και εφονευσε τους μεγαλητερους εξ αυτων και τους εκλεκτους του Ισραηλ κατεβαλεν. |
| 32 Mindamellett ismét csak vétkeztek, és nem hittek csodatetteinek. | 32 Εν πασι τουτοις ημαρτησαν ετι και δεν επιστευσαν εις τα θαυμασια αυτου. |
| 33 Ezért hiábavalóságban enyésztek el napjaik, és rettegésben esztendeik. | 33 Δια τουτο συνετελεσεν εν ματαιοτητι τας ημερας αυτων και τα ετη αυτων εν ταραχη. |
| 34 Ha pusztította őket, hozzá fordultak, megtértek és virradatkor hozzá folyamodtak. | 34 Οτε εθανατονεν αυτους, τοτε εξεζητουν αυτον, και επεστρεφον και απο ορθρου προσετρεχον εις τον Θεον? |
| 35 Megemlékeztek arról, hogy Isten az oltalmazójuk, s a fölséges Isten a megváltójuk. | 35 και ενεθυμουντο, οτι ο Θεος ητο φρουριον αυτων και ο Θεος ο Υψιστος λυτρωτης αυτων. |
| 36 Szerették őt szájukkal, hazudtak neki nyelvükkel, | 36 Αλλ' εκολακευον αυτον δια του στοματος αυτων και δια της γλωσσης αυτων εψευδοντο προς αυτον? |
| 37 mert szívük nem volt egyenes hozzá, és nem voltak hűek szövetségéhez. | 37 Η δε καρδια αυτων δεν ητο ευθεια μετ' αυτου, και δεν ησαν πιστοι εις την διαθηκην αυτου. |
| 38 De ő irgalmasan megbocsátotta bűneiket, és nem pusztította el őket. Haragját gyakran elfordította és nem öntötte ki egész bosszúságát. | 38 Αυτος ομως οικτιρμων συνεχωρησε την ανομιαν αυτων και δεν ηφανισεν αυτους? αλλα πολλακις ανεστελλε τον θυμον αυτου, και δεν διηγειρεν ολην την οργην αυτου? |
| 39 Megemlékezett arról, hogy nem egyebek testnél, olyanok, mint az elszálló s vissza nem térő lehelet. | 39 και ενεθυμηθη οτι ησαν σαρξ? ανεμος παρερχομενος και μη επιστρεφων. |
| 40 Hányszor lázongtak ellene a pusztában, haragra ingerelték őt a sivatagban! | 40 Ποσακις παρωξυναν αυτον εν τη ερημω, παρωργισαν αυτον εν τη ανυδρω, |
| 41 Újra meg újra kísértették Istent, és fellázadtak Izrael Szentje ellen. | 41 και εστραφησαν και επειρασαν τον Θεον, και τον Αγιον του Ισραηλ παρωξυναν. |
| 42 Nem emlékeztek meg kezéről, arról a napról, amelyen megváltotta őket a szorongatásból. | 42 Δεν ενεθυμηθησαν την χειρα αυτου, την ημεραν καθ' ην ελυτρωσεν αυτους απο του εχθρου? |
| 43 Véghezvitte jeleit Egyiptomban és csodatetteit Tánisz mezején. | 43 πως εδειξεν εν Αιγυπτω τα σημεια αυτου και τα θαυμασια αυτου εν τη πεδιαδι Τανεως? |
| 44 Vérré változtatta folyóikat, ihatatlanná tette patakjaikat. | 44 και μετεβαλεν εις αιμα τους ποταμους αυτων και τους ρυακας αυτων, δια να μη πιωσιν. |
| 45 Legyet bocsátott rájuk és emésztette őket, és békát, hogy romlást hozzon rájuk. | 45 Απεστειλεν επ' αυτους κυνομυιαν και κατεφαγεν αυτους, και βατραχους και εφανισαν αυτους. |
| 46 Odaadta termésüket a vándorsáskáknak, és munkájuk gyümölcsét a szöcskéknek. | 46 Και παρεδωκε τους καρπους αυτων εις τον βρουχον και τους κοπους αυτων εις την ακριδα. |
| 47 Szőlőiket megverte jéggel, szederfáikat dérrel. | 47 Κατηφανισε δια της χαλαζης τας αμπελους αυτων και τας συκαμινους αυτων με πετρας χαλαζης? |
| 48 Odavetette állataikat a jégesőnek, jószágukat a tűznek. | 48 και παρεδωκεν εις την χαλαζαν τα κτηνη αυτων και τα ποιμνια αυτων εις τους κεραυνους. |
| 49 Rájuk bocsátotta haragjának tüzét, bosszúját, haragját, szorongatását, gonosz angyalok csapását. | 49 Απεστειλεν επ' αυτους την εξαψιν του θυμου αυτου, την αγανακτησιν και την οργην και την θλιψιν, αποστελλων αυτα δι' αγγελων κακοποιων. |
| 50 Szabad utat engedett haragjának, nem kímélte meg lelküket a haláltól, dögvésszel vetett véget életüknek. | 50 Ηνοιξεν οδον εις την οργην αυτου? δεν εφεισθη απο του θανατου την ψυχην αυτων, και παρεδωκεν εις θανατικον την ζωην αυτων? |
| 51 Megölte Egyiptom földjének minden elsőszülöttjét, erejük zsengéjét Kám sátraiban. | 51 και επαταξε παν πρωτοτοκον εν Αιγυπτω, την απαρχην της δυναμεως αυτων εν ταις σκηναις του Χαμ? |
| 52 Mint juhokat kihozta népét, mint nyájat vezette a pusztában. | 52 και εσηκωσεν εκειθεν ως προβατα τον λαον αυτου και ωδηγησεν αυτους ως ποιμνιον εν τη ερημω? |
| 53 Biztonságban vezette őket, nem féltek, de ellenségeiket tenger borította el. | 53 και ωδηγησεν αυτους εν ασφαλεια, και δεν εδειλιασαν? τους δε εχθρους αυτων εσκεπασεν η θαλασσα. |
| 54 Elvitte őket a szent helyre, a hegyre, amelyet jobbja szerzett. | 54 Και εισηγαγεν αυτους εις το οριον της αγιοτητος αυτου, το ορος τουτο, το οποιον απεκτησεν η δεξια αυτου? |
| 55 Kiűzte előlük a nemzeteket, mérőzsinórjával nekik osztotta ki az országot, és letelepítette sátraikban Izrael törzseit. | 55 και εξεδιωξεν απ' εμπροσθεν αυτων τα εθνη και διεμοιρασεν αυτα κληρονομιαν με σχοινιον, και εν ταις σκηναις αυτων κατωκισε τας φυλας του Ισραηλ. |
| 56 Mégis megkísértették és bosszantották a fölséges Istent, és nem tartották meg rendeléseit. | 56 Και ομως επειρασαν και παρωξυναν τον Θεον τον υψιστον και δεν εφυλαξαν τα μαρτυρια αυτου? |
| 57 Elpártoltak és hűtlenek lettek, akárcsak atyáik, visszavágtak, mint az álnok íj. | 57 αλλ' εστραφησαν και εφερθησαν απιστως, ως οι πατερες αυτων? εστραφησαν ως τοξον στρεβλον? |
| 58 Haragították őt a magaslatokon, féltékenységre ingerelték faragott bálványaikkal. | 58 και παρωργισαν αυτον με τους υψηλους αυτων τοπους, και με τα γλυπτα αυτων διηγειραν αυτον εις ζηλοτυπιαν. |
| 59 Meghallotta ezt Isten, haragra lobbant és messze eltaszította Izraelt. | 59 Ηκουσεν ο Θεος και υπερωργισθη και εβδελυχθη σφοδρα τον Ισραηλ? |
| 60 Elvetette silói hajlékát, sátrát, ahol az emberek közt lakott. | 60 και εγκατελιπε την σκηνην του Σηλω, την σκηνην οπου κατωκησε μεταξυ των ανθρωπων? |
| 61 Fogságra adta erejét, és ékességét az ellenség kezére. | 61 και παρεδωκεν εις αιχμαλωσιαν την δυναμιν αυτου και την δοξαν αυτου εις χειρα εχθρου? |
| 62 Kardélre vetette népét, és haragra gyúlt öröksége ellen. | 62 και παρεδωκεν εις ρομφαιαν τον λαον αυτου και υπερωργισθη κατα της κληρονομιας αυτου? |
| 63 Ifjaikat tűz emésztette meg, szűzeiket senki sem jegyezte el. | 63 τους νεους αυτων κατεφαγε πυρ, και αι παρθενοι αυτων δεν ενυμφευθησαν? |
| 64 Papjaik kard által estek el, özvegyeiket senki sem siratta. | 64 οι ιερεις αυτων επεσον εν μαχαιρα, και αι χηραι αυτων δεν επενθησαν. |
| 65 Felébredt ekkor az Úr, mint az alvó, mint a hős, aki mámoros a bortól. | 65 Τοτε εξηγερθη ως εξ υπνου ο Κυριος, ως ανθρωπος δυνατος, βοων απο οινου? |
| 66 Visszaverte ellenségeit, örök gyalázatot hozott rájuk. | 66 και επαταξε τους εχθρους αυτου εις τα οπισω? ονειδος αιωνιον εθεσεν επ' αυτους. |
| 67 Ám József sátrát elvetette, Efraim törzsét nem választotta ki, | 67 Και απερριψε την σκηνην Ιωσηφ, και την φυλην Εφραιμ δεν εξελεξεν. |
| 68 hanem kiválasztotta Júda törzsét, Sion hegyét, amelyben kedvét lelte. | 68 Αλλ' εξελεξε την φυλην Ιουδα, το ορος της Σιων, το οποιον ηγαπησε. |
| 69 Felépítette szentélyét, mint az égboltot, mint a földet, amelyet örökre megszilárdított. | 69 Και ωκοδομησεν ως υψηλα παλατια το αγιαστηριον αυτου, ως την γην την οποιαν εθεμελιωσεν εις τον αιωνα. |
| 70 Kiválasztotta szolgáját, Dávidot, elhozta őt a juhnyájaktól, | 70 Και εξελεξε Δαβιδ τον δουλον αυτου και ανελαβεν αυτον εκ των ποιμνιων των προβατων? |
| 71 elhozta őt a szoptatós juhok mögül, hogy legeltesse Jákob népét, s örökségét, Izraelt. | 71 Εξοπισθεν των θηλαζοντων προβατων εφερεν αυτον, δια να ποιμαινη Ιακωβ τον λαον αυτου και Ισραηλ την κληρονομιαν αυτου? |
| 72 Ő tiszta lélekkel legeltette, bölcs kézzel vezette őket. | 72 Και εποιμανεν αυτους κατα την ακακιαν της καρδιας αυτου? και δια της συνεσεως των χειρων αυτου ωδηγησεν αυτους. |