Apocalisse - Revelation 12

Torna indietro

Modern Greek Bible Sacra Bibbia Garofalo
1 Και σημειον μεγα εφανη εν τω ουρανω, γυνη ενδεδυμενη τον ηλιον, και η σεληνη υποκατω των ποδων αυτης, και επι της κεφαλης αυτης στεφανος αστερων δωδεκα,1 E un portento grande fu visto nel cielo: una donna ravvolta dal sole, e la luna sotto i suoi piedi, e sulla sua testa una corona di dodici stelle;
2 και εγκυος ουσα εκραζε κοιλοπονουσα και βασανιζομενη δια να γεννηση.2 avendo un nascituro nel ventre, grida nelle doglie e nel travaglio del parto.
3 Και εφανη αλλο σημειον εν τω ουρανω, και ιδου, δρακων μεγας κοκκινος, εχων κεφαλας επτα και κερατα δεκα, και επι τας κεφαλας αυτου διαδηματα επτα,3 E fu visto un altro portento nel cielo: ecco un dragone rosso-fuoco, grande, avente sette teste e dieci corna, e sulle sue teste sette diademi,
4 και η ουρα αυτου εσυρε το τριτον των αστερων του ουρανου και ερριψεν αυτους εις την γην. Και ο δρακων εσταθη ενωπιον της γυναικος της μελλουσης να γεννηση, δια να καταφαγη το τεκνον αυτης, οταν γεννηση.4 e la sua coda trascina la terza parte delle stelle del cielo, e le gettò sulla terra. È il dragone si pose davanti alla donna che stava per partorire, per divorare il suo nato quando lo avrà partorito.
5 Και εγεννησε παιδιον αρρεν, το οποιον μελλει να ποιμανη παντα τα εθνη εν ραβδω σιδηρα? και το τεκνον αυτης ηρπασθη προς τον Θεον και τον θρονον αυτου.5 Ed essa partorì un figlio, maschio, che deve governare tutte le genti con bastone di ferro; e il nato fu rapito fino a Dio e fino al suo trono.
6 Και η γυνη εφυγεν εις την ερημον, οπου εχει τοπον ητοιμασμενον απο του Θεου, δια να τρεφωσιν αυτην εκει ημερας χιλιας διακοσιας εξηκοντα.6 E la donna fuggì nel deserto, ove ha un luogo preparato da Dio affinché ivi la nutriscano per milleduecentosessanta giorni.
7 Και εγεινε πολεμος εν τω ουρανω? ο Μιχαηλ και οι αγγελοι αυτου επολεμησαν κατα του δρακοντος? και ο Δρακων επολεμησε και οι αγγελοι αυτου,7 E avvenne una guerra nel cielo: Michele e i suoi angeli guerreggiavano contro il dragone, e il dragone guerreggiava con i suoi angeli.
8 και δεν υπερισχυσαν, ουδε ευρεθη πλεον τοπος αυτων εν τω ουρανω.8 Questi non prevalsero né si trovò più luogo: per essi nel cielo.
9 Και ερριφθη ο δρακων ο μεγας, ο οφις ο αρχαιος, ο καλουμενος Διαβολος και ο Σατανας, ο πλανων την οικουμενην ολην, ερριφθη εις την γην, και οι αγγελοι αυτου ερριφθησαν μετ' αυτου.9 E fu gettato il dragone grande, il serpente antico; chiamato «Diavolo» . e «Satana», che seduce l’intera terra: abitata; fu gettato sulla terra, e i suoi angeli furono gettati con lui.
10 Και ηκουσα φωνην μεγαλην λεγουσαν εν τω ουρανω? Τωρα εγεινεν η σωτηρια και δυναμις και η βασιλεια του Θεου ημων και η εξουσια τον Χριστου αυτου, διοτι κατερριφθη ο κατηγορος των αδελφων ημων, ο κατηγορων αυτους ενωπιον του Θεου ημων ημεραν και νυκτα.10 E udii una voce grande nel cielo che diceva: «Ormai è avvenuta la salvezza, la potenza e il regno del Dio nostro è l’autorità. del suo Cristo, perché è avvenuta la salvezza, la potenza e il regno del Dio nostro è l’autorità del suo Cristo perché è stato gettato l’accusatore dei fratelli nostri, il quale li accusa davanti al Dio nostro giorno e notte;
11 Και αυτοι ενικησαν αυτον δια το αιμα του Αρνιου και δια τον λογον της μαρτυριας αυτων, και δεν ηγαπησαν την ψυχην αυτων μεχρι θανατου.11 Ed essi lo hanno vinto a causa del sangue dell'agnello e a causa della parola della loro testimonianza, e non hanno amato l’anima loro fino alla morte.
12 Δια τουτο ευφραινεσθε οι ουρανοι και οι κατοικουντες εν αυτοις? ουαι εις τους κατοικουντας την γην και την θαλασσαν, διοτι κατεβη ο διαβολος εις εσας εχων θυμον μεγαν, επειδη γνωριζει οτι ολιγον καιρον εχει.12 Perciò rallegratevi, cieli e quanti dimorate in essi! Guai alla terra e al maré, poiché discese il diavolo a voi, avendo furore grande, sapendo che ha poco tempo».
13 Και οτε ειδεν ο δρακων οτι ερριφθη εις την γην, εδιωξε την γυναικα, ητις εγεννησε τον αρρενα.13 E quando il dragone vide che fu gettato sulla. terra, perseguito la donna che partorì il maschio.
14 Και εδοθησαν εις την γυναικα δυο πτερυγες του αετου του μεγαλου, δια να πετα εις την ερημον εις τον τοπον αυτης, οπου τρεφεται εκει καιρον και καιρους και ημισυ καιρου απο προσωπου του οφεως.14 E furono date alla donna È due ali dell’aquila grande per volare nel deserto al suo luogo, ove è nutrita un tempo, due tempi e metà d’un tempo, lungi dalla faccia del serpente.
15 Και ερριψεν ο οφις οπισω της γυναικος εκ του στοματος αυτου υδωρ ως ποταμον, δια να καμη να συρη αυτην ο ποταμος.15 E il serpente gettò dalla sua bocca dietro la donna acqua quanto un fiume, per farla travolgere dal fiume;
16 Και εβοηθησεν την γυναικα και ηνοιξεν η γη, το στομα αυτης και κατεπιε τον ποταμον, τον οποιον ερριψεν ο δρακων εκ του στοματος αυτου.16 ma la terra soccorse la donna, e la terra aprì la sua, bocca e assorbì il fiume che il dragone. aveva gettato dalla sua bocca.
17 Και ωργισθη ο δρακων κατα της γυναικος και υπηγε να καμη πολεμον με τους λοιπους του σπερματος αυτης, τους φυλαττοντας τας εντολας του Θεου και εχοντας την μαρτυριαν του Ιησου Χριστου.17 E si adirò il dragone contro la donna, e partì per fare guerra contro i rimanenti del suo seme che osservano i comandamenti di Dio e hanno la testimonianza di Gesù;
18 e si fermò sulla spiaggia del mare.