ΙΩΒ - Giobbe - Job 3

Libro non riconosciuto. Prova con un'abbreviazione valida (es. Gen, Es, Gv, Sal).

Torna indietro

Modern Greek Bible La Biblia
1 Μετα ταυτα ηνοιξεν ο Ιωβ το στομα αυτου, και κατηρασθη την ημεραν αυτου.1 Job abrió por fin la boca y maldijo su día,
2 Και ελαλησεν ο Ιωβ και ειπεν?2 diciendo:
3 Ειθε να χαθη η ημερα καθ' ην εγεννηθην, και η νυξ καθ' ην ειπον, Εγεννηθη αρσενικον.3 «¡Muera el día en que nací | y la noche que anunció: | “Se ha concebido un varón”!
4 Η ημερα εκεινη να ηναι σκοτος? ο Θεος να μη αναζητηση αυτην ανωθεν, και να μη φεγξη επ' αυτην φως.4 Conviértase ese día en tinieblas, | que Dios desde lo alto se desentienda de él; | no brille la luz sobre él,
5 Σκοτος και σκια θανατου να αμαυρωσωσιν αυτην? γνοφος να επικαθηται επ' αυτην. Να επελθωσιν επ' αυτην ως πικροτατην ημεραν.5 reclámenlo las sombras tenebrosas, | cúbranlo densos nubarrones, | que un eclipse lo llene de terror.
6 Την νυκτα εκεινην να κατακρατηση σκοτος? να μη συναφθη με τας ημερας του ετους? να μη εισελθη εις τον αριθμον των μηνων.6 Que se apodere de esa noche la oscuridad. | No se sume a los días del año | ni entre en la cuenta de los meses.
7 Ιδου, ερημος να ηναι η νυξ εκεινη? φωνη χαρμοσυνος να μη επελθη επ' αυτην.7 Que esa noche quede estéril, | cerrada a los gritos de júbilo.
8 Να καταρασθωσιν αυτην οι καταρωμενοι τας ημερας, οι ετοιμοι να ανεγειρωσι το πενθος αυτων.8 Maldíganla los que maldicen al Océano, | los expertos en conjurar al Leviatán.
9 Να σκοτισθωσι τα αστρα της εσπερας αυτης? να προσμενη το φως, και να μη ερχηται? και να μη ιδη τα βλεφαρα της αυγης?9 Vélense las estrellas de su aurora; | espere la luz y que esta no llegue; | no vea el parpadeo del alba.
10 διοτι δεν εκλεισε τας θυρας της κοιλιας της μητρος μου, και δεν εκρυψε την θλιψιν απο των οφθαλμων μου.10 Porque no me cerró las puertas del vientre | y me evitó contemplar tanta miseria.
11 Δια τι δεν απεθανον απο μητρας; και δεν εξεπνευσα αμα εξηλθον εκ της κοιλιας;11 ¿Por qué al salir del vientre no morí | o perecí al salir de las entrañas?
12 Δια τι με υπεδεχθησαν τα γονατα; η δια τι οι μαστοι δια να θηλασω;12 ¿Por qué me recibió un regazo | y unos pechos me dieron de mamar?
13 Διοτι τωρα ηθελον κοιμασθαι και ησυχαζει? ηθελον υπνωττει? τοτε ηθελον εισθαι εις αναπαυσιν,13 Ahora descansaría tranquilo, | ahora dormiría descansado
14 μετα βασιλεων και βουλευτων της γης, οικοδομουντων εις εαυτους ερημωσεις?14 con los reyes y consejeros de la tierra | que se hacen levantar mausoleos,
15 η μετα αρχοντων, οιτινες εχουσι χρυσιον, οιτινες εγεμισαν τους οικους αυτων αργυριου?15 o con los nobles que amontonan oro, | que acumulan plata en sus palacios.
16 η ως εξαμβλωμα κεκρυμμενον δεν ηθελον υπαρχει, ως βρεφη μη ιδοντα φως.16 Como aborto enterrado, no existiría, | igual que criatura que no llega a ver la luz.
17 Εκει οι ασεβεις παυουσιν απο του να ταραττωσι, και εκει αναπαυονται οι κεκοπιασμενοι?17 Allí acaba el ajetreo de los malvados, | allí reposan los que están desfallecidos.
18 εκει αναπαυονται ομου οι αιχμαλωτοι? δεν ακουουσι φωνην καταδυναστου?18 Con ellos descansan los prisioneros, | sin oír la voz del capataz;
19 εκει ειναι ο μικρος και ο μεγας? και ο δουλος, ελευθερος του κυριου αυτου.19 se confunden pequeños y grandes | y el esclavo se libra de su amo.
20 Δια τι εδοθη φως εις τον δυστυχη, και ζωη εις τον πεπικραμενον την ευχην,20 ¿Por qué se da luz a un desgraciado | y vida a los que viven amargados,
21 οιτινες ποθουσι τον θανατον και δεν επιτυγχανουσιν, αν και ανορυττωσιν αυτον μαλλον παρα κεκρυμμενους θησαυρους,21 que ansían la muerte que no llega | y la buscan más escondida que un tesoro,
22 οιτινες υπερχαιρουσιν, υπερευφραινονται, οταν ευρωσι τον ταφον;22 que gozarían al contemplar el túmulo, | se alegrarían al encontrar la tumba;
23 Δια τι εδοθη φως εις ανθρωπον, του οποιου η οδος ειναι κεκρυμμενη, και τον οποιον ο Θεος περιεκλεισε;23 al hombre que no encuentra camino | porque Dios le cerró la salida?
24 Διοτι προ του φαγητου μου ερχεται ο στεναγμος μου, και οι βρυγμοι μου εκχεονται ως υδατα.24 Por alimento tengo mis sollozos, | los gemidos se me escapan como agua.
25 Επειδη εκεινο, το οποιον εφοβουμην, συνεβη εις εμε, και εκεινο, το οποιον ετρομαζον, ηλθεν επ' εμε.25 Me sucede lo que más me temía, | lo que más me aterraba me acontece.
26 Δεν ειχον ειρηνην ουδε αναπαυσιν ουδε ησυχιαν? οργη επηλθεν επ' εμε.26 Carezco de paz y de sosiego, | intranquilo por temor a un sobresalto».