ΓΕΝΕΣΙΣ - Genesi - Genesis 34
Libro non riconosciuto. Prova con un'abbreviazione valida (es. Gen, Es, Gv, Sal).
Versetti esaminati
| Modern Greek Bible | Sacra Bibbia Garofalo |
|---|---|
| 1 Και εξηλθε Δεινα η θυγατηρ της Λειας, την οποιαν εγεννησεν εις τον Ιακωβ, δια να ιδη τας θυγατερας του τοπου. | 1 Dina, la figlia che Lia aveva partorito a Giacobbe, uscì a vedere le figlie del paese. |
| 2 Και ιδων αυτην Συχεμ, ο υιος του Εμμωρ του Ευαιου, αρχοντος του τοπου, ελαβεν αυτην, και εκοιμηθη μετ' αυτης και εταπεινωσεν αυτην. | 2 Ma la vide Sichem, figlio di Khamor l’Hivveo, principe di quel paese, e la rapì, giacque con lei e le fece violenza. |
| 3 Και η ψυχη αυτου προσεκολληθη εις την Δειναν, την θυγατερα του Ιακωβ? και ηγαπησε την κορην και ελαλησε κατα την καρδιαν της κορης. | 3 Subito si sentì legato a Dina figlia di Giacobbe da un forte affetto; volle bene a quella giovinetta e le rivolse parole di conforto. |
| 4 Και ειπεν ο Συχεμ προς Εμμωρ τον πατερα αυτου, λεγων, Λαβε μοι την κορην ταυτην εις γυναικα. | 4 Poi disse a Khamor suo padre: «Prendimi in moglie questa ragazza!» |
| 5 Και ηκουσεν ο Ιακωβ, οτι εμιανε την Δειναν την θυγατερα αυτου? οι δε υιοι αυτου ησαν μετα των κτηνων αυτου εν τω αγρω? και παρεσιωπησεν ο Ιακωβ εωσου ελθωσιν. | 5 Intanto Giacobbe aveva sentito che quegli aveva disonorato Dina sua figlia, ma i suoi figli erano in campagna con il bestiame, onde Giacobbe tacque fino al loro arrivo. |
| 6 Εμμωρ δε, ο πατηρ του Συχεμ, εξηλθε προς τον Ιακωβ, δια να ομιληση μετ' αυτου. | 6 Khamor padre di Sichem venne dunque da Giacobbe per parlare con lui. |
| 7 Και ηλθον οι υιοι του Ιακωβ εκ του αγρου, καθως ηκουσαν τουτο? και ηγανακτησαν οι ανδρες και εθυμωθησαν σφοδρα, οτι επραξεν αισχρα εις τον Ισραηλ, κοιμηθεις μετα της θυγατρος του Ιακωβ? το οποιον δεν επρεπε να γεινη. | 7 Ma i figli di Giacobbe erano frattanto arrivati dalla campagna e, avendo sentito l’accaduto, ne furono addolorati e si indignarono assai perché colui aveva commesso una infamia in Israele, giacendo con la figlia di Giacobbe: così non si doveva fare! |
| 8 Και ελαλησε προς αυτους ο Εμμωρ, λεγων, Η ψυχη του Συχεμ του υιου μου προσηλωθη εις την θυγατερα σας? δοτε αυτην εις αυτον, παρακαλω, εις γυναικα? | 8 Allora Khamor parlò con loro: «Sichem mio figlio è preso da un forte affetto per vostra figlia: vogliate dargliela in moglie! |
| 9 και συμπενθερευσατε μεθ' ημων? τας θυγατερας σας δοτε εις ημας, και τας θυγατερας ημων λαβετε εις εαυτους? | 9 Anzi, imparentatevi con noi: voi darete a noi le vostre figlie e vi prenderete per voi le nostre figlie. |
| 10 και κατοικησατε μεθ' ημων? ιδου, η γη ειναι εμπροσθεν σας? κατοικειτε και εμπορευεσθε επ' αυτης και καμετε κτηματα εν αυτη. | 10 Abiterete con noi e il paese sarà a vostra disposizione; dimoratevi, percorretelo in lungo e in largo e acquistate proprietà in esso». |
| 11 Ειπε δε ο Συχεμ προς τον πατερα αυτης και προς τους αδελφους αυτης, Ας ευρω χαριν εμπροσθεν σας? και ο, τι ειπητε εις εμε θελω δωσει? | 11 Poi parlò Sichem al padre e ai fratelli di lei: «Possa io trovare grazia ai vostri occhi: vi darò quanto mi chiederete. |
| 12 ζητησατε παρ' εμου οσην προικα θελετε, και οσα χαρισματα, και θελω δωσει αυτα, καθως ηθελετε μοι ειπει? μονον δοτε μοι την κορην εις γυναικα. | 12 Alzate anche molto a mio carico il prezzo nuziale e il valore del dono; vi darò quanto mi domanderete; ma datemi la giovane in moglie!» |
| 13 Απεκριθησαν δε οι υιοι του Ιακωβ προς τον Συχεμ και προς τον Εμμωρ τον πατερα αυτου, μετα δολου? και ελαλησαν επειδη αυτος ειχε μιανει την Δειναν την αδελφην αυτων | 13 Allora i figli di Giacobbe risposero a Sichem e a Khamor suo padre e parlarono con astuzia, perché colui aveva disonorato Dina loro sorella. |
| 14 και ειπον προς αυτους, Δεν δυναμεθα να καμωμεν το πραγμα τουτο, να δωσωμεν την αδελφην ημων εις ανθρωπον απεριτμητον? διοτι τουτο ειναι ονειδος εις ημας? | 14 Dissero loro: «Non possiamo fare questa cosa, dare cioè la nostra sorella a un uomo non circonciso, perché ciò è un disonore per noi. |
| 15 επι τουτω μονον θελομεν συμφωνησει με σας? Εαν σεις γεινετε ως ημεις, περιτεμνοντες παν αρσενικον μεταξυ σας, | 15 Acconsentiremo alla vostra richiesta solo a questa condizione, e cioè che diventiate come noi e ogni vostro maschio si faccia circoncidere. |
| 16 τοτε θελομεν δωσει τας θυγατερας ημων εις εσας, και τας θυγατερας σας θελομεν λαβει εις ημας, και θελομεν κατοικησει με σας και θελομεν γεινει εις λαος? | 16 Allora noi vi daremo le nostre figlie e ci prenderemo le vostre figlie, abiteremo con voi e diventeremo un solo popolo. |
| 17 εαν ομως δεν μας ακουσητε να περιτμηθητε, τοτε θελομεν λαβει την θυγατερα ημων και θελομεν αναχωρησει. | 17 Ma se voi non ci ascoltate a proposito della circoncisione, allora prenderemo la nostra figlia e ce ne andremo». |
| 18 Και ηρεσαν οι λογοι αυτων εις τον Εμμωρ και εις τον Συχεμ τον υιον του Εμμωρ? | 18 Le loro parole piacquero a Khamor e a Sichem figlio di Khamor. |
| 19 και δεν εβραδυνεν ο νεος να καμη το πραγμα, διοτι υπερηγαπα την θυγατερα του Ιακωβ? και ητο ο ενδοξοτερος παντος του οικου του πατρος αυτου. | 19 Il giovane non indugiò a fare la cosa perché amava la figlia di Giacobbe e, d’altra parte, era il più influente di tutta la casa di suo padre. |
| 20 Και ηλθεν ο Εμμωρ και ο Συχεμ ο υιος αυτου εις την πυλην της πολεως αυτων, και ελαλησαν προς τους ανδρας της πολεως αυτων λεγοντες, | 20 Vennero dunque Khamor e Sichem suo figlio alla porta della lor città e parlarono agli uomini della loro città; |
| 21 Οι ανθρωποι ουτοι ειναι ειρηνικοι μεθ' ημων? ας κατοικησωσι λοιπον εν τη γη και ας εμπορευωνται εν αυτη? διοτι η γη, ιδου, ειναι αρκετα ευρυχωρος δι' αυτους? τας θυγατερας αυτων ας λαβωμεν εις γυναικας, και τας θυγατερας ημων ας δωσωμεν εις αυτους? | 21 «Questi uomini sono gente pacifica: abitino pure con noi nel paese e lo percorrano in lungo e in largo; tanto, il paese si stende spazioso a loro disposizione; noi potremo prendere per mogli le loro figlie e potremo dare loro le nostre figlie. |
| 22 επι τουτω μονον θελουσι συμφωνησει με ημας οι ανθρωποι δια να κατοικησωσι μεθ' ημων, ωστε να γεινωμεν εις λαος, εαν περιτμηθη παν αρσενικον μεταξυ ημων, καθως αυτοι περιτεμνονται? | 22 Ma solo a una condizione questi uomini acconsentiranno ad abitare con noi, a diventare un solo popolo: se cioè ogni nostro maschio si farà circoncidere come loro stessi sono circoncisi. |
| 23 τα ποιμνια αυτων και τα υπαρχοντα αυτων και παντα τα κτηνη αυτων δεν θελουσιν εισθαι ιδικα μας; μονον ας συμφωνησωμεν με αυτους, και θελουσι κατοικησει μεθ' ημων. | 23 I loro armenti, la loro ricchezza e tutto il loro bestiame non saranno forse nostri? Accontentiamoli dunque, perché possano abitare con noi!». |
| 24 Και εισηκουσαν του Εμμωρ και Συχεμ του υιου αυτου παντες οι εξερχομενοι εκ της πυλης της πολεως αυτου? και περιετμηθη παν αρσενικον, παντες οι εξερχομενοι δια της πυλης της πολεως αυτου. | 24 Allora tutti coloro che avevano accesso alla porta della sua città ascoltarono Khamor e Sichem suo figlio e tutti i maschi, tutti coloro che avevano accesso alla porta della città, si fecero circoncidere. |
| 25 Την δε τριτην ημεραν, οτε ησαν εν τω πονω, δυο εκ των υιων του Ιακωβ, ο Συμεων και ο Λευι, αδελφοι της Δεινας, ελαβον εκαστος την μαχαιραν αυτου, και εισηλθον εις την πολιν ασφαλως και εφονευσαν παν αρσενικον. | 25 Ma il terzo giorno, quando essi erano sofferenti, i due figli di Giacobbe Simeone e Levi, fratelli di Dina, presero ciascuno la spada, entrarono nella città che si teneva al sicuro e uccisero tutti i maschi. |
| 26 Και τον Εμμωρ και τον Συχεμ τον υιον αυτου εφονευσαν εν στοματι μαχαιρας? και ελαβον την Δειναν εκ του οικου του Συχεμ και εξηλθον. | 26 Passarono così a fil di spada Khamor e Sichem suo figlio, portarono via Dina dalla casa di Sichem e uscirono. |
| 27 Οι δε υιοι του Ιακωβ ηλθον επι τους πεφονευμενους και διηρπασαν την πολιν, επειδη ειχον μιανει την αδελφην αυτων. | 27 I figli di Giacobbe si buttarono sugli uccisi e saccheggiarono la città, perché quelli avevano disonorato la loro sorella. |
| 28 Ελαβον τα προβατα αυτων και τους βοας αυτων και τους ονους αυτων και ο, τι ητο εν τη πολει και ο, τι εν τω αγρω? | 28 Presero così il loro bestiame minuto e grosso, i loro asini e quanto era nella città e nella campagna; |
| 29 και πασαν την περιουσιαν αυτων και παντα τα παιδια αυτων και τας γυναικας αυτων ηχμαλωτισαν? και παν ο, τι ευρισκετο εν ταις οικιαις διηρπασαν. | 29 portarono via come bottino tutte le loro sostanze, tutti i loro bambini e le loro donne e saccheggiarono quanto era nelle case. |
| 30 Ειπε δε ο Ιακωβ προς τον Συμεων και προς τον Λευι, Εις ταραχην με εβαλετε, καμνοντες με μισητον μεταξυ των κατοικων της γης, μεταξυ των Χαναναιων και Φερεζαιων? εγω δε ολιγους ανθρωπους εχω, και εκεινοι θελουσι συναχθη εναντιον μου και θελουσι με παταξει και θελω απολεσθη εγω και ο οικος μου. | 30 Allora Giacobbe disse a Simeone e a Levi: «Voi mi avete messo in una situazione angosciosa e mi avete reso odioso agli abitanti del paese, ai Cananei e ai Ferezei, mentre io ho pochi uomini; essi si raduneranno contro di me, mi vinceranno e sarò annientato con la mia casa». |
| 31 Οι δε ειπον, Επρεπε λοιπον την αδελφην ημων να μεταχειρισθωσιν ως πορνην; | 31 Risposero: «Doveva trattare la nostra sorella come una prostituta?» |