SCRUTATIO

Venerdi, 17 luglio 2026 - San Alessio ( Letture di oggi)

Livro dos Salmos 103


font
Biblia MariaLXX
1 Bendize, ó minha alma, o Senhor! Senhor, meu Deus, vós sois imensamente grande! De majestade e esplendor vos revestis,1 τω δαυιδ ευλογει η ψυχη μου τον κυριον κυριε ο θεος μου εμεγαλυνθης σφοδρα εξομολογησιν και ευπρεπειαν ενεδυσω
2 envolvido de luz como de um manto. Vós estendestes o céu qual pavilhão,2 αναβαλλομενος φως ως ιματιον εκτεινων τον ουρανον ωσει δερριν
3 acima das águas fixastes vossa morada. De nuvens fazeis vosso carro, andais nas asas do vento;3 ο στεγαζων εν υδασιν τα υπερωα αυτου ο τιθεις νεφη την επιβασιν αυτου ο περιπατων επι πτερυγων ανεμων
4 fazeis dos ventos os vossos mensageiros, e dos flamejantes relâmpagos vossos ministros.4 ο ποιων τους αγγελους αυτου πνευματα και τους λειτουργους αυτου πυρ φλεγον
5 Fundastes a terra em bases sólidas que são eternamente inabaláveis.5 εθεμελιωσεν την γην επι την ασφαλειαν αυτης ου κλιθησεται εις τον αιωνα του αιωνος
6 Vós a tínheis coberto com o manto do oceano, as águas ultrapassavam as montanhas.6 αβυσσος ως ιματιον το περιβολαιον αυτου επι των ορεων στησονται υδατα
7 Mas à vossa ameaça elas se afastaram, ao estrondo de vosso trovão estremeceram.7 απο επιτιμησεως σου φευξονται απο φωνης βροντης σου δειλιασουσιν
8 Elevaram-se as montanhas, sulcaram-se os vales nos lugares que vós lhes destinastes.8 αναβαινουσιν ορη και καταβαινουσιν πεδια εις τοπον ον εθεμελιωσας αυτοις
9 Estabelecestes os limites, que elas não hão de ultrapassar, para que não mais tornem a cobrir a terra.9 οριον εθου ο ου παρελευσονται ουδε επιστρεψουσιν καλυψαι την γην
10 Mandastes as fontes correr em riachos, que serpeiam por entre os montes.10 ο εξαποστελλων πηγας εν φαραγξιν ανα μεσον των ορεων διελευσονται υδατα
11 Ali vão beber os animais dos campos, neles matam a sede os asnos selvagens.11 ποτιουσιν παντα τα θηρια του αγρου προσδεξονται οναγροι εις διψαν αυτων
12 Os pássaros do céu vêm aninhar em suas margens, e cantam entre as folhagens.12 επ' αυτα τα πετεινα του ουρανου κατασκηνωσει εκ μεσου των πετρων δωσουσιν φωνην
13 Do alto de vossas moradas derramais a chuva nas montanhas, do fruto de vossas obras se farta a terra.13 ποτιζων ορη εκ των υπερωων αυτου απο καρπου των εργων σου χορτασθησεται η γη
14 Fazeis brotar a relva para o gado, e plantas úteis ao homem, para que da terra possa extrair o pão14 εξανατελλων χορτον τοις κτηνεσιν και χλοην τη δουλεια των ανθρωπων του εξαγαγειν αρτον εκ της γης
15 e o vinho que alegra o coração do homem, o óleo que lhe faz brilhar o rosto e o pão que lhe sustenta as forças.15 και οινος ευφραινει καρδιαν ανθρωπου του ιλαρυναι προσωπον εν ελαιω και αρτος καρδιαν ανθρωπου στηριζει
16 As árvores do Senhor são cheias de seiva, assim como os cedros do Líbano que ele plantou.16 χορτασθησεται τα ξυλα του πεδιου αι κεδροι του λιβανου ας εφυτευσεν
17 Lá constroem as aves os seus ninhos, nos ciprestes a cegonha tem sua casa.17 εκει στρουθια εννοσσευσουσιν του ερωδιου η οικια ηγειται αυτων
18 Os altos montes dão abrigo às cabras, e os rochedos aos arganazes.18 ορη τα υψηλα ταις ελαφοις πετρα καταφυγη τοις χοιρογρυλλιοις
19 Fizestes a lua para indicar os tempos; o sol conhece a hora de se pôr.19 εποιησεν σεληνην εις καιρους ο ηλιος εγνω την δυσιν αυτου
20 Mal estendeis as trevas e já se faz noite, entram a rondar os animais das selvas.20 εθου σκοτος και εγενετο νυξ εν αυτη διελευσονται παντα τα θηρια του δρυμου
21 Rugem os leõezinhos por sua presa, e pedem a Deus o seu sustento.21 σκυμνοι ωρυομενοι αρπασαι και ζητησαι παρα του θεου βρωσιν αυτοις
22 Mas se retiram ao raiar do sol, e vão se deitar em seus covis.22 ανετειλεν ο ηλιος και συνηχθησαν και εν ταις μανδραις αυτων κοιτασθησονται
23 É então que o homem sai para o trabalho, e trabalha sem descanso até o entardecer.23 εξελευσεται ανθρωπος επι το εργον αυτου και επι την εργασιαν αυτου εως εσπερας
24 Ó Senhor, quão variadas são as vossas obras! Feitas, todas, com sabedoria, a terra está cheia das coisas que criastes.24 ως εμεγαλυνθη τα εργα σου κυριε παντα εν σοφια εποιησας επληρωθη η γη της κτησεως σου
25 Eis o mar, imenso e vasto, onde, sem conta, se agitam animais grandes e pequenos.25 αυτη η θαλασσα η μεγαλη και ευρυχωρος εκει ερπετα ων ουκ εστιν αριθμος ζωα μικρα μετα μεγαλων
26 Nele navegam as naus e o Leviatã que criastes para brincar nas ondas.26 εκει πλοια διαπορευονται δρακων ουτος ον επλασας εμπαιζειν αυτω
27 Todos esses seres esperam de vós que lhes deis de comer em seu tempo.27 παντα προς σε προσδοκωσιν δουναι την τροφην αυτοις ευκαιρον
28 Vós lhes dais e eles o recolhem; abris a mão, e se fartam de bens.28 δοντος σου αυτοις συλλεξουσιν ανοιξαντος δε σου την χειρα τα συμπαντα πλησθησονται χρηστοτητος
29 Se desviais o rosto, eles se perturbam; se lhes retirais o sopro, expiram e voltam ao pó donde saíram.29 αποστρεψαντος δε σου το προσωπον ταραχθησονται αντανελεις το πνευμα αυτων και εκλειψουσιν και εις τον χουν αυτων επιστρεψουσιν
30 Se enviais, porém, o vosso sopro, eles revivem e renovais a face da terra.30 εξαποστελεις το πνευμα σου και κτισθησονται και ανακαινιεις το προσωπον της γης
31 Ao Senhor, glória eterna; alegre-se o Senhor em suas obras!31 ητω η δοξα κυριου εις τον αιωνα ευφρανθησεται κυριος επι τοις εργοις αυτου
32 Ele, cujo olhar basta para fazer tremer a terra, e cujo contato inflama as montanhas.32 ο επιβλεπων επι την γην και ποιων αυτην τρεμειν ο απτομενος των ορεων και καπνιζονται
33 Enquanto viver, cantarei à glória do Senhor, salmodiarei o meu Deus enquanto existir.33 ασω τω κυριω εν τη ζωη μου ψαλω τω θεω μου εως υπαρχω
34 Possam minhas palavras lhe ser agradáveis! Minha única alegria se encontra no Senhor.34 ηδυνθειη αυτω η διαλογη μου εγω δε ευφρανθησομαι επι τω κυριω
35 Sejam tirados da terra os pecadores e doravante desapareçam os ímpios. Bendize, ó minha alma, o Senhor! Aleluia.35 εκλιποισαν αμαρτωλοι απο της γης και ανομοι ωστε μη υπαρχειν αυτους ευλογει η ψυχη μου τον κυριον