Livro dos Salmos 103
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566676869707172737475767778798081828384858687888990919293949596979899100101102103104105106107108109110111112113114115116117118119120121122123124125126127128129130131132133134135136137138139140141142143144145146147148149150
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| Biblia Maria | LXX |
|---|---|
| 1 Bendize, ó minha alma, o Senhor! Senhor, meu Deus, vós sois imensamente grande! De majestade e esplendor vos revestis, | 1 τω δαυιδ ευλογει η ψυχη μου τον κυριον κυριε ο θεος μου εμεγαλυνθης σφοδρα εξομολογησιν και ευπρεπειαν ενεδυσω |
| 2 envolvido de luz como de um manto. Vós estendestes o céu qual pavilhão, | 2 αναβαλλομενος φως ως ιματιον εκτεινων τον ουρανον ωσει δερριν |
| 3 acima das águas fixastes vossa morada. De nuvens fazeis vosso carro, andais nas asas do vento; | 3 ο στεγαζων εν υδασιν τα υπερωα αυτου ο τιθεις νεφη την επιβασιν αυτου ο περιπατων επι πτερυγων ανεμων |
| 4 fazeis dos ventos os vossos mensageiros, e dos flamejantes relâmpagos vossos ministros. | 4 ο ποιων τους αγγελους αυτου πνευματα και τους λειτουργους αυτου πυρ φλεγον |
| 5 Fundastes a terra em bases sólidas que são eternamente inabaláveis. | 5 εθεμελιωσεν την γην επι την ασφαλειαν αυτης ου κλιθησεται εις τον αιωνα του αιωνος |
| 6 Vós a tínheis coberto com o manto do oceano, as águas ultrapassavam as montanhas. | 6 αβυσσος ως ιματιον το περιβολαιον αυτου επι των ορεων στησονται υδατα |
| 7 Mas à vossa ameaça elas se afastaram, ao estrondo de vosso trovão estremeceram. | 7 απο επιτιμησεως σου φευξονται απο φωνης βροντης σου δειλιασουσιν |
| 8 Elevaram-se as montanhas, sulcaram-se os vales nos lugares que vós lhes destinastes. | 8 αναβαινουσιν ορη και καταβαινουσιν πεδια εις τοπον ον εθεμελιωσας αυτοις |
| 9 Estabelecestes os limites, que elas não hão de ultrapassar, para que não mais tornem a cobrir a terra. | 9 οριον εθου ο ου παρελευσονται ουδε επιστρεψουσιν καλυψαι την γην |
| 10 Mandastes as fontes correr em riachos, que serpeiam por entre os montes. | 10 ο εξαποστελλων πηγας εν φαραγξιν ανα μεσον των ορεων διελευσονται υδατα |
| 11 Ali vão beber os animais dos campos, neles matam a sede os asnos selvagens. | 11 ποτιουσιν παντα τα θηρια του αγρου προσδεξονται οναγροι εις διψαν αυτων |
| 12 Os pássaros do céu vêm aninhar em suas margens, e cantam entre as folhagens. | 12 επ' αυτα τα πετεινα του ουρανου κατασκηνωσει εκ μεσου των πετρων δωσουσιν φωνην |
| 13 Do alto de vossas moradas derramais a chuva nas montanhas, do fruto de vossas obras se farta a terra. | 13 ποτιζων ορη εκ των υπερωων αυτου απο καρπου των εργων σου χορτασθησεται η γη |
| 14 Fazeis brotar a relva para o gado, e plantas úteis ao homem, para que da terra possa extrair o pão | 14 εξανατελλων χορτον τοις κτηνεσιν και χλοην τη δουλεια των ανθρωπων του εξαγαγειν αρτον εκ της γης |
| 15 e o vinho que alegra o coração do homem, o óleo que lhe faz brilhar o rosto e o pão que lhe sustenta as forças. | 15 και οινος ευφραινει καρδιαν ανθρωπου του ιλαρυναι προσωπον εν ελαιω και αρτος καρδιαν ανθρωπου στηριζει |
| 16 As árvores do Senhor são cheias de seiva, assim como os cedros do Líbano que ele plantou. | 16 χορτασθησεται τα ξυλα του πεδιου αι κεδροι του λιβανου ας εφυτευσεν |
| 17 Lá constroem as aves os seus ninhos, nos ciprestes a cegonha tem sua casa. | 17 εκει στρουθια εννοσσευσουσιν του ερωδιου η οικια ηγειται αυτων |
| 18 Os altos montes dão abrigo às cabras, e os rochedos aos arganazes. | 18 ορη τα υψηλα ταις ελαφοις πετρα καταφυγη τοις χοιρογρυλλιοις |
| 19 Fizestes a lua para indicar os tempos; o sol conhece a hora de se pôr. | 19 εποιησεν σεληνην εις καιρους ο ηλιος εγνω την δυσιν αυτου |
| 20 Mal estendeis as trevas e já se faz noite, entram a rondar os animais das selvas. | 20 εθου σκοτος και εγενετο νυξ εν αυτη διελευσονται παντα τα θηρια του δρυμου |
| 21 Rugem os leõezinhos por sua presa, e pedem a Deus o seu sustento. | 21 σκυμνοι ωρυομενοι αρπασαι και ζητησαι παρα του θεου βρωσιν αυτοις |
| 22 Mas se retiram ao raiar do sol, e vão se deitar em seus covis. | 22 ανετειλεν ο ηλιος και συνηχθησαν και εν ταις μανδραις αυτων κοιτασθησονται |
| 23 É então que o homem sai para o trabalho, e trabalha sem descanso até o entardecer. | 23 εξελευσεται ανθρωπος επι το εργον αυτου και επι την εργασιαν αυτου εως εσπερας |
| 24 Ó Senhor, quão variadas são as vossas obras! Feitas, todas, com sabedoria, a terra está cheia das coisas que criastes. | 24 ως εμεγαλυνθη τα εργα σου κυριε παντα εν σοφια εποιησας επληρωθη η γη της κτησεως σου |
| 25 Eis o mar, imenso e vasto, onde, sem conta, se agitam animais grandes e pequenos. | 25 αυτη η θαλασσα η μεγαλη και ευρυχωρος εκει ερπετα ων ουκ εστιν αριθμος ζωα μικρα μετα μεγαλων |
| 26 Nele navegam as naus e o Leviatã que criastes para brincar nas ondas. | 26 εκει πλοια διαπορευονται δρακων ουτος ον επλασας εμπαιζειν αυτω |
| 27 Todos esses seres esperam de vós que lhes deis de comer em seu tempo. | 27 παντα προς σε προσδοκωσιν δουναι την τροφην αυτοις ευκαιρον |
| 28 Vós lhes dais e eles o recolhem; abris a mão, e se fartam de bens. | 28 δοντος σου αυτοις συλλεξουσιν ανοιξαντος δε σου την χειρα τα συμπαντα πλησθησονται χρηστοτητος |
| 29 Se desviais o rosto, eles se perturbam; se lhes retirais o sopro, expiram e voltam ao pó donde saíram. | 29 αποστρεψαντος δε σου το προσωπον ταραχθησονται αντανελεις το πνευμα αυτων και εκλειψουσιν και εις τον χουν αυτων επιστρεψουσιν |
| 30 Se enviais, porém, o vosso sopro, eles revivem e renovais a face da terra. | 30 εξαποστελεις το πνευμα σου και κτισθησονται και ανακαινιεις το προσωπον της γης |
| 31 Ao Senhor, glória eterna; alegre-se o Senhor em suas obras! | 31 ητω η δοξα κυριου εις τον αιωνα ευφρανθησεται κυριος επι τοις εργοις αυτου |
| 32 Ele, cujo olhar basta para fazer tremer a terra, e cujo contato inflama as montanhas. | 32 ο επιβλεπων επι την γην και ποιων αυτην τρεμειν ο απτομενος των ορεων και καπνιζονται |
| 33 Enquanto viver, cantarei à glória do Senhor, salmodiarei o meu Deus enquanto existir. | 33 ασω τω κυριω εν τη ζωη μου ψαλω τω θεω μου εως υπαρχω |
| 34 Possam minhas palavras lhe ser agradáveis! Minha única alegria se encontra no Senhor. | 34 ηδυνθειη αυτω η διαλογη μου εγω δε ευφρανθησομαι επι τω κυριω |
| 35 Sejam tirados da terra os pecadores e doravante desapareçam os ímpios. Bendize, ó minha alma, o Senhor! Aleluia. | 35 εκλιποισαν αμαρτωλοι απο της γης και ανομοι ωστε μη υπαρχειν αυτους ευλογει η ψυχη μου τον κυριον |