SCRUTATIO

Venerdi, 17 luglio 2026 - San Alessio ( Letture di oggi)

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ´ - 2 Re - Kings IV 5


font
GREEK BIBLESacra Bibbia Garofalo
1 Ο δε Νεεμαν, ο στρατηγος του βασιλεως της Συριας, ητο ανηρ μεγας ενωπιον του κυριου αυτου και τιμωμενος, επειδη ο Κυριος δι' αυτου εδωκε σωτηριαν εις την Συριαν? και ο ανθρωπος ητο δυνατος εν ισχυι, λεπρος ομως.1 Naaman, capo dell’esercito del re di Aram, era un uomo potente al cospetto del suo signore e rispettato, perché per mezzo suo Jahvè aveva salvato Aram; eppure quest’uomo tanto prode era lebbroso!
2 Εξηλθον δε οι Συριοι κατα ταγματα και εφερον αιχμαλωτον εκ της γης του Ισραηλ μικραν τινα κορην? και υπηρετει την γυναικα του Νεεμαν.2 Ora, avendo gli Aramei fatto una scorreria, rapirono dal paese di Israele una ragazza, la quale passò al servizio di Naaman.
3 Και ειπε προς την κυριαν αυτης, Ειθε να ητο ο κυριος μου εμπροσθεν του προφητου του εν Σαμαρεια, διοτι ηθελεν ιατρευσει αυτον απο της λεπρας αυτου.3 Essa disse alla sua signora: «Se il mio signore potesse presentarsi al profeta che è in Samaria! Certo, egli lo libererebbe dalla lebbra».
4 Και εισελθων ο Νεεμαν απηγγειλε προς τον κυριον αυτου, λεγων, Ουτω και ουτως ελαλησεν η κορη η εκ της γης του Ισραηλ.4 Naaman andò a raccontare la cosa al suo signore: «La fanciulla della terra di Israele ha detto così e così».
5 Και ειπεν ο βασιλευς της Συριας, Ελθε, υπαγε, και θελω στειλει επιστολην προς τον βασιλεα του Ισραηλ. Και ανεχωρησε και ελαβεν εν τη χειρι αυτου δεκα ταλαντα αργυριου και εξ χιλιαδας χρυσους και δεκα αλλαγας ενδυματων?5 Il re di Aram rispose: «Va’ pure; io stesso scriverò qualche cosa al re di Israele». Quegli si mise in viaggio, prese con sé dieci talenti d’argento, seimila sicli d’oro e dieci cambi di vesti.
6 Και εφερε την επιστολην προς τον βασιλεα του Ισραηλ, λεγουσαν, Και τωρα καθως ελθη επιστολη αυτη προς σε, ιδου, εστειλα προς σε Νεεμαν τον δουλον μου, δια να ιατρευσης αυτον απο της λεπρας αυτου.6 Portò poi questo scritto per il re: «... E ora sappi che, quando ti giungerà questa lettera, ti ho inviato Naaman mio servitore, perché lo risani dalla lebbra».
7 Και καθως ανεγνωσεν ο βασιλευς του Ισραηλ την επιστολην, διεσχισε τα ιματια αυτου, και ειπε, Θεος ειμαι εγω, δια να θανατονω και να ζωοποιω, ωστε ουτος στελλει προς εμε να ιατρευσω ανθρωπον απο της λεπρας αυτου; γνωρισατε λοιπον, παρακαλω, και ιδετε οτι ουτος ζητει προφασιν εναντιον μου.7 Appena il re di Israele lesse la lettera, si stracciò le vesti ed esclamò: «Sono forse Dio perché possa far morire e vivere, dal momento che costui mi manda una persona da guarire dalla lebbra? Considerate bene e vedrete che, certo, egli cerca pretesti contro di me».
8 Ως δε ηκουσεν ο Ελισσαιε, ο ανθρωπος του Θεου, οτι ο βασιλευς του Ισραηλ διεσχισε τα ιματια αυτου, απεστειλε προς τον βασιλεα, λεγων, Δια τι διεσχισας τα ιματια σου; ας ελθη τωρα προς εμε, και θελει γνωρισει οτι ειναι προφητης εν τω Ισραηλ.8 Quando Eliseo, uomo di Dio, udì che il re di Israele si era stracciato le vesti, gli mandò a dire: «Perché ti sei stracciato le vesti? Venga pure da me ed egli si persuaderà che c’è un profeta in Israele».
9 Τοτε ηλθεν ο Νεεμαν μετα των ιππων αυτου και μετα της αμαξης αυτου, και εσταθη εις την θυραν της οικιας του Ελισσαιε.9 Naaman giunse con i suoi cavalli e i suoi carri e si fermò alla porta della casa di Eliseo.
10 Και απεστειλε προς αυτον ο Ελισσαιε μηνυτην, λεγων, Υπαγε και λουσθητι επτακις εν τω Ιορδανη, και θελει επανελθει η σαρξ σου εις σε, και θελεις καθαρισθη.10 Questi gli inviò un messaggero per dirgli: «Va’ a lavarti sette volte nel Giordano; il tuo corpo dovrà ritornare a te come prima e tu sarai mondo».
11 Ο δε Νεεμαν εθυμωθη και ανεχωρησε και ειπεν, Ιδου, εγω ελεγον, Θελει βεβαιως εξελθει προς εμε και θελει σταθη και επικαλεσθη το ονομα Κυριου του Θεου αυτου, και διακινησει την χειρα αυτου επι τον τοπον και ιατρευσει τον λεπρον?11 Ma Naaman, sdegnato, partì dicendo: «Ecco, io pensavo tra me: “Egli certamente uscirà, si fermerà, invocherà il nome di Jahvè suo Dio, agitando la mano verso la parte infetta e così risanerà la lebbra”.
12 ο Αβανα και ο Φαρφαρ, ποταμοι της Δαμασκου, δεν ειναι καλητεροι υπερ παντα τα υδατα του Ισραηλ; δεν ηδυναμην να λουσθω εν αυτοις και να καθαρισθω; Και στραφεις, ανεχωρησε μετα θυμου.12 I fiumi di Damasco, l’Abana e il Parpar, non sono forse migliori di tutte le acque di Israele. Se mi bagnassi in essi, non potrei ritornare puro?» Così, preso il cammino del ritorno, se ne andava tutto infuriato.
13 Επλησιασαν δε οι δουλοι αυτου και ελαλησαν προς αυτον και ειπον? Πατερ μου, εαν ο προφητης ηθελε σοι ειπει μεγα πραγμα, δεν ηθελες καμει αυτο; ποσω μαλλον τωρα, οταν σοι λεγη, Λουσθητι και καθαρισθητι;13 Ma i suoi servitori gli si avvicinarono e gli dissero: «Se il profeta ti avesse comandato una cosa difficile, tu l’avresti eseguita. Tanto più ora che ti ha ordinato: “Lavati e sarai mondo”».
14 Τοτε κατεβη και εβυθισθη επτακις εις τον Ιορδανην, κατα τον λογον του ανθρωπου του Θεου? και η σαρξ αυτου αποκατεστη ως σαρξ παιδιου μικρου, και εκαθαρισθη.14 Allora quegli discese verso il Giordano e vi si tuffò sette volte, secondo la parola dell’uomo di Dio. Il suo corpo tornò come quello di un bimbo e così divenne puro.
15 Και επεστρεψε προς τον ανθρωπον του Θεου, αυτος και πασα η συνοδια αυτου, και ηλθε και εσταθη εμπροσθεν αυτου? και ειπεν, Ιδου, τωρα εγνωρισα οτι δεν ειναι Θεος εν παση τη γη, ειμη εν τω Ισραηλ? οθεν τωρα δεχθητι, παρακαλω, δωρον παρα του δουλου σου.15 Naaman ritornò dall’uomo di Dio insieme con tutto il seguito. Entrò, stette innanzi a lui e disse: «Ecco, io so che in tutta la terra non c’è nessun dio eccetto che in Israele. Ora, accetta un regalo dal tuo servitore».
16 Ο δε ειπε, Ζη Κυριος, ενωπιον του οποιον παρισταμαι, δεν θελω δεχθη. Ο δε εβιαζεν αυτον να δεχθη, αλλα δεν εστερξε.16 Eliseo rispose: «Per la vita di Jahvè davanti al quale sto: non prenderò nulla!» Quegli insistette perché accettasse, ma l’altro rifiutò.
17 Και ειπεν ο Νεεμαν, Και αν μη, ας δοθη, παρακαλω, εις τον δουλον σου δυο ημιονων φορτιον εκ του χωματος τουτου, διοτι ο δουλος σου δεν θελει προσφερει εις το εξης ολοκαυτωμα ουδε θυσιαν εις αλλους θεους, παρα μονον εις τον Κυριον?17 Naaman allora disse: «benché tu non accetti, permetti che sia regalata a me tuo servitore un po’ di terra corrispondente al carico di due muli; il tuo servitore non offrirà più nessun olocausto o sacrificio alle divinità straniere, ma solo a Jahvè.
18 περι τουτου του πραγματος ας συγχωρηση ο Κυριος τον δουλον σου, οτι, οταν εισερχηται ο κυριος μου εις τον οικον του Ριμμων δια να προσκυνηση εκει, και στηριζηται επι την χειρα μου, και εγω κλινω εμαυτον εν τω οικω του Ριμμων, ενω κλινω εμαυτον εν τω οικω του Ριμμων, ο Κυριος ας συγχωρηση τον δουλον σου περι του πραγματος τουτου18 Questi poi perdoni il tuo servitore, quando il mio signore entrerà nel tempio di Rimmon. Voglia Jahvè perdonare il tuo servitore per questa azione».
19 Και ειπε προς αυτον, Υπαγε εν ειρηνη. Και ανεχωρησεν απ' αυτου μικρον τι διαστημα.19 Eliseo rispose: «Va’ in pace!» Dopo aver percorso però un tratto di cammino,
20 Ειπε δε ο Γιεζει, ο υπηρετης του Ελισσαιε του ανθρωπου του Θεου, Ιδου, εφεισθη ο κυριος μου του Νεεμαν τουτου του Συριου, ωστε να μη λαβη εκ της χειρος αυτου εκεινο το οποιον εφερε? πλην, ζη Κυριος, εγω θελω τρεξει κατοπιν αυτου και θελω λαβει τι παρ' αυτου.20 Ghekhazi, il giovane di Eliseo uomo di Dio, pensò: «Ecco, il mio signore si è guardato dal prendere dalla mano di Naaman l’Arameo ciò che questi aveva portato. Per la vita di Jahvè! Voglio corrergli dietro e prendere qualcosa».
21 Και ετρεξεν ο Γιεζει κατοπιν του Νεεμαν. Και οτε ειδεν αυτον ο Νεεμαν τρεχοντα κατοπιν αυτου, επηδησεν εκ της αμαξης εις συναντησιν αυτου και ειπε, Καλως εχετε;21 Ghekhazi inseguì dunque Naaman: questi lo scorse corrergli dietro, saltò giù dal carro per andargli incontro e gli chiese: «Va tutto bene?»
22 Ο δε ειπε, Καλως? ο κυριος μου με απεστειλε, λεγων, Ιδου, ταυτην την ωραν ηλθον προς εμε, εκ του ορους Εφραιμ, δυο νεοι εκ των υιων των προφητων? δος εις αυτους, παρακαλω, εν ταλαντον αργυριου και δυο αλλαγας ενδυματων.22 Egli rispose: «Tutto bene. Il mio signore mi manda a dirti: “Dalla montagna di Efraim sono giunti or ora da me due giovani tra i figli dei profeti; sii buono, regala loro un talento d’argento e due cambi di vesti”».
23 Και ειπεν ο Νεεμαν, Λαβε ευχαριστως δυο ταλαντα. Και εβιασεν αυτον, και εδωσε τα δυο ταλαντα του αργυριου εις δυο θυλακια, μετα δυο αλλαγων ενδυματων? και επεθεσεν αυτα εις δυο εκ των δουλων αυτου, και εβασταζον αυτα εμπροσθεν αυτου.23 Naaman disse: «Fammi il piacere: prendi due talenti». Insistette con lui e legò in due borse due talenti d’argento insieme con i due cambi di vesti. Le consegnò poi ai suoi servitori affinché gliele portassero innanzi.
24 Και οτε ηλθεν εις Οφηλ, ελαβεν αυτα εκ των χειρων αυτων και εφυλαξεν εν τω οικω? και απελυσε τους ανδρας, και ανεχωρησαν.24 Giunti alla collina, Ghekhazi le prese dalle loro mani, le depose in casa e rimandò quegli uomini, i quali se ne andarono.
25 Αυτος δε εισηλθε και εσταθη εμπροσθεν του κυριου αυτου. Και ειπε προς αυτον ο Ελισσαιε, Ποθεν, Γιεζει; Ο δε ειπεν, Ο δουλος σου δεν υπηγε πουποτε.25 Poi andò a presentarsi al suo signore. Eliseo però gli domandò: «Donde vieni, Ghekhazi?» Questi rispose: «Il tuo servitore non è andato in nessuna parte».
26 Και ειπε προς αυτον, Δεν υπηγεν η καρδια μου μετα σου, οτε ο ανθρωπος επεστρεψεν απο της αμαξης αυτου εις συναντησιν σου; ειναι καιρος να λαβης αργυριον και να λαβης ιματια και ελαιωνας και αμπελωνας και προβατα και βοας και δουλους και δουλας;26 L’altro però soggiunse: «Non si è messo forse in moto il mio cuore, quando un uomo si è voltato dal cocchio per venirti incontro? Ora hai ricevuto probabilmente denaro per comprarti giardini, oliveti, vigne, bestiame minuto e grosso, schiavi e schiave?
27 δια τουτο η λεπρα του Νεεμαν θελει κολληθη εις σε και εις το σπερμα σου εις τον αιωνα. Και εξηλθεν απ' εμπροσθεν αυτου λελεπρωμενος ως χιων.27 Ma la lebbra di Naaman si attaccherà a te e alla tua stirpe per sempre». Quegli si allontanò da lui, bianco di lebbra come la neve.