| 1 Dávid zsoltára, amikor Júda sivatagjában tartózkodott. | 1 εις το τελος ψαλμος τω δαυιδ |
| 2 Isten, én Istenem, pirkadatkor már előtted virrasztok. Téged szomjaz a lelkem, utánad sóvárog a testem, puszta, úttalan, víztelen vidéken. | 2 εισακουσον ο θεος της φωνης μου εν τω δεεσθαι με απο φοβου εχθρου εξελου την ψυχην μου |
| 3 Bárcsak megjelenhetnék előtted a szent helyen, és láthatnám hatalmadat és dicsőségedet! | 3 εσκεπασας με απο συστροφης πονηρευομενων απο πληθους εργαζομενων την ανομιαν |
| 4 Hisz irgalmad jobb, mint az élet, ajkam téged dicsér. | 4 οιτινες ηκονησαν ως ρομφαιαν τας γλωσσας αυτων ενετειναν τοξον αυτων πραγμα πικρον |
| 5 Áldani akarlak, amíg csak élek, és nevedben emelem fel kezemet. | 5 του κατατοξευσαι εν αποκρυφοις αμωμον εξαπινα κατατοξευσουσιν αυτον και ου φοβηθησονται |
| 6 Szinte zsírral és kövérséggel telik el a lelkem, ujjong az ajkam és dicsér a szám. | 6 εκραταιωσαν εαυτοις λογον πονηρον διηγησαντο του κρυψαι παγιδας ειπαν τις οψεται αυτους |
| 7 Ha reggelenként rólad elmélkedem, rád gondolok fekvőhelyemen. | 7 εξηρευνησαν ανομιας εξελιπον εξερευνωντες εξερευνησει προσελευσεται ανθρωπος και καρδια βαθεια |
| 8 Hisz te megsegítettél engem, és szárnyad árnyékában örvendezhetem. | 8 και υψωθησεται ο θεος βελος νηπιων εγενηθησαν αι πληγαι αυτων |
| 9 Lelkem tehozzád tapad, és jobbod erősen tart engem. | 9 και εξησθενησαν επ' αυτους αι γλωσσαι αυτων εταραχθησαν παντες οι θεωρουντες αυτους |
| 10 Akik pedig meg akarják rontani életemet, lesüllyednek a föld mélységeibe, | 10 και εφοβηθη πας ανθρωπος και ανηγγειλαν τα εργα του θεου και τα ποιηματα αυτου συνηκαν |
| 11 kard hatalmába kerülnek, sakálok osztályrésze lesznek. | 11 ευφρανθησεται δικαιος επι τω κυριω και ελπιει επ' αυτον και επαινεσθησονται παντες οι ευθεις τη καρδια |
| 12 Örvendezik akkor majd a király Istenben; Akik rá esküsznek, diadalmaskodnak valamennyien, mert elnémul a szája azoknak, akik gonoszat beszélnek. | |