| 1 (Et) Le Seigneur me dit : Prends un grand livre, et écris dedans, en caractères lisibles (style d'homme) : Hâtez-vous de saisir (Enlève promptement) les dépouilles, pille(z) promptement. | 1 Και ειπε Κυριος προς εμε, Λαβε εις σεαυτον τομον μεγαν, και γραψον εν αυτω δια γραφιδος ανθρωπου περι του Μαχερ-σαλαλ-χας-βαζ? |
| 2 Et je pris des témoins fidèles, le prêtre Urie, et Zacharie, fils de Barachie ; | 2 Και παρελαβον εις εμαυτον πιστους μαρτυρας, Ουριαν τον ιερεα και Ζαχαριαν τον υιον του Ιεβερεχιου. |
| 3 et je m'approchai de la prophétesse, et elle conçut et enfanta un fils. Alors le Seigneur me dit : Donne-lui pour nom : Hâtez-vous (Hâte-toi) de saisir les dépouilles, pille(z) promptement ; | 3 Και προσηλθον προς την προφητισσαν, ητις συνελαβε και εγεννησεν υιον. Και ειπε Κυριος προς εμε, Καλεσον το ονομα αυτου Μαχερ-σαλαλ-χας-βαζ |
| 4 car avant que l'enfant sache nommer son père et sa mère, la puissance de Damas et les dépouilles de Samarie seront emportées devant le roi des Assyriens. | 4 διοτι πριν μαθη το παιδιον να προφερη, Πατερ μου και μητερ μου, τα πλουτη της Δαμασκου και τα λαφυρα της Σαμαρειας θελουσι διαρπαχθη εμπροσθεν του βασιλεως της Ασσυριας. |
| 5 Le Seigneur me parla encore, et me dit : | 5 Και ελαλησεν ετι Κυριος προς εμε, λεγων, |
| 6 Parce que ce peuple a rejeté les eaux de Siloé, qui coulent en silence, et qu'il a préféré s'appuyer sur Rasin et sur le fils de Romélie, | 6 Επειδη ο λαος ουτος απεβαλε τα υδατα του Σιλωαμ τα ρεοντα ησυχως, και χαιρει εις τον Ρεσιν και εις τον υιον του Ρεμαλια, |
| 7 le Seigneur amènera sur lui les puissantes et grandes (abondantes) eaux du fleuve, le roi des Assyriens avec toute sa gloire ; il montera de tous côtés au-dessus de son lit, et il débordera sur toutes ses rives, | 7 δια τουτο, ιδου, ο Κυριος αναβιβαζει επ' αυτους τα υδατα του ποταμου, τα δυνατα και τα πολλα, τον βασιλεα της Ασσυριας και πασαν την δοξαν αυτου? και θελει υπερβη παντα τα αυλακια αυτου και πλημμυρησει πασας τας οχθας αυτου |
| 8 et il pénétrera dans Juda, inondant et se répandant, jusqu'à ce qu'on ait de l'eau jusqu'au cou. Il déploiera ses ailes et remplira l'étendue de votre (ton) pays, ô Emmanuel. | 8 και θελει περασει δια του Ιουδα, θελει πλημμυρησει και υπεραναβη, θελει φθασει μεχρι λαιμου και το εξαπλωμα των πτερυγων αυτου θελει γεμισει το πλατος της γης σου, Εμμανουηλ. |
| 9 (R)Assemblez-vous, peuples, et vous serez vaincus ; écoutez, vous tous, pays éloignés ; réunissez vos forces, et vous serez vaincus ; prenez vos armes, et vous serez vaincus ; | 9 Ενωθητε, λαοι, και θελετε κατακοπη? και ακροασθητε, παντες οι εν τοις εσχατοις της γης? ζωσθητε, και θελετε κατακοπη? ζωσθητε, και θελετε κατακοπη. |
| 10 formez des desseins, et ils seront dissipés ; donnez des ordres (dites une parole), et ils (elle) ne s'exécuteront(a) pas, car Dieu est avec nous. | 10 Βουλευθητε βουλην, και θελει ματαιωθη? λαλησατε λογον, και δεν θελει σταθη διοτι μεθ' ημων ο Θεος. |
| 11 Car ainsi m'a parlé le Seigneur me tenant de sa main puissante, et m'avertissant de ne pas marcher dans la voie de ce peuple, en disant : | 11 Διοτι ουτως ελαλησε Κυριος προς εμε εν χειρι κραταια, και με εδιδαξε να μη περιπατω εν τη οδω του λαου τουτου, λεγων, |
| 12 Ne dites pas : Conjuration ; car tout ce que dit ce peuple est conjuration ; ne craignez pas ce qu'il craint, et ne vous épouvantez pas ; | 12 Μη ειπητε, Συνωμοσια, περι παντος εκεινου, περι του οποιου ο λαος ουτος θελει ειπει, Συνωμοσια και τον φοβον αυτου μη φοβηθητε μηδε τρομαξητε. |
| 13 mais sanctifiez le Seigneur des armées ; qu'il soit lui-même votre crainte (frayeur) et votre terreur, | 13 Τον Κυριον των δυναμεων, αυτον αγιασατε και αυτος ας ηναι ο φοβος σας και αυτος ας ηναι ο τρομος σας. |
| 14 et il deviendra votre sanctification ; et (mais) il sera une (en) pierre d'achoppement et une (en) pierre de scandale pour les deux maisons d'Israël, un (en) piège et un (en) sujet de ruine pour les habitants de Jérusalem. | 14 Και θελει εισθαι δια αγιαστηριον θελει εισθαι ομως δια πετραν προσκομματος και δια βραχον πτωσεως εις τους δυο οικους του Ισραηλ δια παγιδα και δια βροχον εις τους κατοικους της Ιερουσαλημ. |
| 15 Et beaucoup d'entre eux trébucheront ; ils tomberont et se briseront, ils s'engageront dans le filet et seront pris. | 15 Και πολλοι θελουσι προσκοψει επ' αυτα και πεσει και συντριφθη και παγιδευθη και πιασθη. |
| 16 Lie cet oracle (le témoignage), scelle cette révélation (la loi) parmi mes disciples. | 16 Δεσον την μαρτυριαν, σφραγισον τον νομον μεταξυ των μαθητων μου. |
| 17 J'attendrai donc le Seigneur qui cache son visage à la maison de Jacob, et je demeurerai dans l'attente. | 17 Εγω δε θελω περιμεινει τον Κυριον, οστις κρυπτει το προσωπον αυτου απο του οικου Ιακωβ, και επ' αυτον θελω εισθαι πεποιθως. |
| 18 Me voici, moi et les enfants que le Seigneur m'a donnés ; nous sommes (pour être un signe et) un présage pour (dans) Israël par l'ordre du Seigneur des armées qui habite sur la montagne de Sion. | 18 Ιδου, εγω και τα παιδια, τα οποια μοι εδωκεν ο Κυριος, δια σημεια και τεραστια εις τον Ισραηλ παρα του Κυριου των δυναμεων, του κατοικουντος εν τω ορει Σιων. |
| 19 Et lorsqu'ils vous diront : Consultez les magiciens (pythoniens, note) et les devins qui parlent tout bas (bruissent) dans leurs enchantements, répondez : Le peuple ne consultera-t-il pas son Dieu ? parle-t-on aux morts en faveur des (pour les) vivants ? | 19 Και οταν σας ειπωσιν, Ερωτησατε τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους νεκρομαντεις, τους μορμυριζοντας και ψιθυριζοντας, αποκριθητε, Ο λαος δεν θελει ερωτησει τον Θεον αυτου; θελει προστρεξει εις τους νεκρους περι των ζωντων; |
| 20 Allons (Recourez) plutôt à la loi et au témoignage. S'ils ne tiennent pas ce langage, la lumière du matin ne luira pas pour eux. | 20 Εις τον νομον και εις την μαρτυριαν εαν δεν λαλωσι κατα τον λογον τουτον, βεβαιως δεν ειναι φως εν αυτοις. |
| 21 Ils seront errants sur la terre, ils tomberont, ils souffriront la faim, et lorsqu'ils auront faim ils s'irriteront, et ils maudiront leur roi et leur Dieu, ils tourneront les yeux en haut, | 21 Και θελουσι περασει δι' αυτης της γης σκληρως βεβαρημενοι και λιμωττοντες και οταν πεινασωσι θελουσιν αγανακτει, και θελουσι κακολογει τον βασιλεα αυτων και τον Θεον αυτων, και θελουσιν αναβλεψει εις τα ανω. |
| 22 et ils regarderont la terre, et ils ne verront qu'affliction et ténèbres, qu'abattement et angoisse, et que (une) nuée sombre les poursuivant, et ils ne pourront pas échapper à leur angoisse. | 22 Επειτα θελουσιν εμβλεψει εις την γην και ιδου, ταραχη και σκοτος, θαμβωμα αγωνιας και θελουσιν εξωσθη εις το σκοτος. |