| 1 Σεις εισθε υιοι Κυριου του Θεου σας? δεν θελετε καμει εις το σωμα σας εντομας, ουδε θελετε καμει φαλακρωμα αναμεσον των οφθαλμων σας, δια νεκρον. | 1 Ihr seid Kinder des Herrn, eures Gottes. Ihr dürft euch daher eure Haut nicht einritzen und euch über der Stirn keine Glatze scheren wegen eines Toten. |
| 2 Διοτι λαος αγιος εισαι εις Κυριον τον Θεον σου? και σε εξελεξεν ο Κυριος δια να ησαι εις αυτον λαος εκλεκτος, παρα παντα τα εθνη τα επι της γης. | 2 Denn ein dem Herrn, deinem Gott, geweihtes Volk bist du: Dich hat der Herr erwählt, daß du unter allen Völkern auf dem Erdboden sein besonderes Eigentumsvolk seiest. |
| 3 Δεν θελεις τρωγει ουδεν βδελυκτον. | 3 Du darfst nichts von dem essen, was ein Greuel ist. |
| 4 Ταυτα ειναι τα κτηνη, τα οποια θελετε τρωγει? ο βους, το προβατον και η αιξ, | 4 Dies sind die Vierfüßler, die ihr essen dürft: Rind, Schaf und Ziege, |
| 5 η ελαφος και η δορκας και ο βουβαλος και ο αγριοτραγος και ο πυγαργος και ο αγριος βους και η καμηλοπαρδαλις. | 5 Hirsch, Gazelle, Rehbock, Wildziege, Dischon, Wildschaf, Antilope; |
| 6 Και παν τετραποδον εχον τον ποδα διχηλον και το ονυχιον διηρημενον εις δυο χηλας, και αναμασσων μεταξυ των τετραποδων, ταυτα θελετε τρωγει. | 6 alle Vierfüßler, die gespaltene Klauen haben, und zwar ganz durchgespaltene Klauen, und die zugleich wiederkäuen, dürft ihr essen. |
| 7 Ταυτα ομως δεν θελετε τρωγει εκ των οσα αναμασσωσιν, η εκ των οσα εχουσι το ονυχιον διχηλον? την καμηλον και τον λαγωον και τον δασυποδα? διοτι αναμασσωσι μεν, πλην δεν εχουσι διηρημενον το ονυχιον? ταυτα ειναι ακαθαρτα εις εσας? | 7 Nur folgende von den Wiederkäuern und denen, die durchgespaltene Klauen haben, dürft ihr nicht essen: das Kamel, den Hasen und den Klippdachs; denn sie sind zwar Wiederkäuer, haben aber keine (völlig) durchgespaltenen Klauen; als unrein haben sie euch zu gelten; |
| 8 και τον χοιρον, διοτι εχει μεν το ονυχιον διχηλον, πλην δεν αναμασσα? ειναι ακαθαρτος εις εσας? απο του κρεατος αυτων δεν θελετε τρωγει ουδε το θνησιμαιον αυτων θελετε εγγιζει. | 8 ferner das Schwein, denn es hat zwar gespaltene Klauen, ist aber kein Wiederkäuer; als unrein hat es euch zu gelten; das Fleisch all dieser Tiere dürft ihr nicht essen und ihr Aas nicht berühren. |
| 9 Εκ παντων των εν τοις υδασι ταυτα θελετε τρωγει παντα, οσα εχουσι πτερυγια και λεπη, θελετε τρωγει? | 9 Folgendes dürft ihr essen von dem, was im Wasser lebt: Alles, was Flossen und Schuppen hat, könnt ihr essen! |
| 10 παντα δε, οσα δεν εχουσι πτερυγια και λεπη, δεν θελετε τρωγει? ειναι ακαθαρτα εις εσας. | 10 Was aber keine Flossen und Schuppen trägt, dürft ihr nicht essen. Als unrein hat es euch zu gelten. |
| 11 Παν πτηνον καθαρον θελετε τρωγει. | 11 Alle reinen Vögel dürft ihr essen. |
| 12 Ταυτα ομως ειναι εκεινα, εκ των οποιων δεν θελετε τρωγει? ο αετος και ο γρυπαετος και ο μελαναετος | 12 Folgende von den Vögeln dürft ihr nicht essen: Adler, Lämmergeier, Schwarzgeier, |
| 13 και ο γυπαετος και ο ικτινος και ο γυψ κατα το ειδος αυτου, | 13 den Roten Milan, die Weihe nach ihren verschiedenen Arten, |
| 14 και πας κοραξ κατα το ειδος αυτου, | 14 alle Rabenarten, |
| 15 και η στρουθοκαμηλος και η γλαυξ και ο ιβις και ο ιεραξ κατα το ειδος αυτου, | 15 den Strauß, die Eule, die Möwe, den Falken nach seinen Arten, |
| 16 ο νυκτικοραξ και η μεγαλη γλαυξ και ο κυκνος, | 16 das Käuzchen, die Ohreule und die Weiße Eule, |
| 17 και ο πελεκαν και η κισσα και η αιθυια, | 17 die Dohle, den Aasgeier und die Fischeule, |
| 18 και ο πελαργος και ο ερωδιος κατα το ειδος αυτου και ο επωψ και η νυκτερις. | 18 den Storch, den Reiher nach seinen Arten, den Wiedehopf und die Fledermaus. |
| 19 Και παντα τα ερπετα τα πτερωτα ειναι ακαθαρτα εις εσας? δεν θελουσι τρωγεσθαι. | 19 Auch alle geflügelten Kleintiere sollen euch als unrein gelten; sie dürfen nicht gegessen werden. |
| 20 Παν πτηνον καθαρον θελετε τρωγει. | 20 Nur alle reinen Flügeltiere dürft ihr essen. |
| 21 Ουδεν θνησιμαιον θελετε τρωγει? εις τον ξενον τον εντος των πυλων σου θελεις διδει αυτα, δια να τρωγη αυτο? η θελεις πωλει αυτο εις αλλογενη? διοτι λαος αγιος εισαι εις Κυριον τον Θεον σου. Δεν θελεις εψησει εριφιον εν τω γαλακτι της μητρος αυτου. | 21 Kein Aas dürft ihr essen! Dem Fremden, der in deinen Toren ist, magst du es abgeben, daß er es esse. Oder auch einem Ausländer darfst du es verkaufen. Du bist ja ein Volk, das dem Herrn, deinem Gott, geweiht ist. Du darfst ein Böcklein nicht in der Milch seiner Mutter kochen. |
| 22 Θελεις εξαπαντος δεκατιζει παντα τα γεννηματα του σπορου σου, τα οποια φερει ο αγρος κατ' ετος. | 22 Den gesamten Ertrag deiner Aussaat von allem, was dir auf dem Felde wächst, sollst du alljährlich gewissenhaft verzehnten. |
| 23 Και θελεις τρωγει ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη δια να θεση το ονομα αυτου εκει, το δεκατον του σιτου σου, του οινου σου και του ελαιου σου, και τα πρωτοτοκα των βοων σου και των προβατων σου? δια να μαθης να φοβησαι παντοτε Κυριον τον Θεον σου. | 23 Du sollst vor dem Herrn, deinem Gott, an der Stätte, die er sich zur Wohnstatt seines Namens gemacht hat, den Zehnten von deinem Getreide, deinem Most und Öl sowie die Erstwürfe deines Groß- und Kleinviehs verzehren, auf daß du es lernst, den Herrn, deinen Gott, immerdar zu fürchten. |
| 24 Και εαν η οδος ηναι πολυ μακραν δια σε, ωστε να μη δυνασαι να φερης αυτα, η εαν ο τοπος απεχη πολυ απο σου, οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου δια να θεση εκει το ονομα αυτου, οτε σε ηυλογησε Κυριος ο Θεος σου, | 24 Ist aber der Weg zu weit für dich, kannst du es nicht hintragen, weil die Stätte, die der Herr, dein Gott, zur Wohnstätte seines Namens erwählen wird, zu fern ist, und der Herr, dein Gott, läßt dir Segen zukommen, |
| 25 τοτε θελεις εξαργυρωσει αυτα, και θελεις κομποδεσει το αργυριον εις την χειρα σου και υπαγει εις τον τοπον οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου? | 25 dann mußt du es für Geld verkaufen. Nimm das Geld im Beutel mit dir, begib dich nach der Stätte, die sich der Herr, dein Gott, erwählen wird, |
| 26 και θελεις δωσει το αργυριον αντι οποιουδηποτε πραγματος επιθυμει η ψυχη σου, αντι βοων η αντι προβατων η αντι οινου η αντι σικερα η αντι οποιουδηποτε πραγματος ορεγεται η ψυχη σου? και θελεις τρωγει εκει ενωπιον Κυριου του Θεου σου, και θελεις ευφρανθη, συ και ο οικος σου | 26 dann kaufe für das Geld alles, was dein Herz begehrt, Rinder und Schafe, Wein und Rauschtrank und alles, wonach du verlangst! Halte daselbst ein Mahl vor dem Herrn, deinem Gott, und sei fröhlich mit deiner Familie! |
| 27 και ο Λευιτης ο εντος των πυλων σου? δεν θελεις εγκαταλειψει αυτον? διοτι δεν εχει μεριδα ουδε κληρονομιαν μετα σου. | 27 Aber auch den Leviten, der in deinen Ortschaften wohnt, darfst du nicht im Stich lassen; denn er hat keinen Anteil und kein Erbe bei dir. |
| 28 Εις το τελος του τριτου ετους, θελεις εκφερει παν το δεκατον των γεννηματων σου του ετους εκεινου, και θελεις εναποθετει εντος των πυλων σου? | 28 Am Ende des dritten Jahres sollst du den Gesamtzehnten von deinem Ertrag in diesem Jahr herausnehmen und in deinem Wohnort niederlegen. |
| 29 και ο Λευιτης, διοτι δεν εχει μεριδα ουδε κληρονομιαν μετα σου, και ο ξενος και ο ορφανος και η χηρα, οιτινες ειναι εντος των πυλων σου, θελουσιν ερχεσθαι και θελουσι τρωγει και χορταινει δια να σε ευλογηση Κυριος ο Θεος σου εις παντα τα εργα της χειρος σου οσα εργαζεσαι. | 29 Dann komme der Levit - er hat ja keinen Anteil und keinen Erbbesitz bei dir -, ferner der Fremdling, die Waise und die Witwe in deinen Ortschaften; sie sollen sich satt essen, und der Herr, dein Gott, wird dich in allem Tun deiner Hände segnen. |