ΙΕΡΕΜΙΑΣ - Geremia - Jeremiah 20

Libro non riconosciuto. Prova con un'abbreviazione valida (es. Gen, Es, Gv, Sal).

Torna indietro

Modern Greek Bible Le Sainte Bible Vigouroux
1 Ο δε Πασχωρ, ο υιος του Ιμμηρ ο ιερευς, ο και προισταμενος εν τω οικω του Κυριου, ηκουσε τον Ιερεμιαν προφητευοντα τους λογους τουτους.1 Phassur, fils d'Emmer, (le) prêtre, qui avait été établi chef dans la maison du Seigneur, entendit Jérémie prophétiser ces choses.
2 Και επαταξεν ο Πασχωρ Ιερεμιαν τον προφητην και εβαλεν αυτον εις το δεσμωτηριον το εν τη ανω πυλη του Βενιαμιν, το εν τω οικω του Κυριου.2 Et Phassur frappa le prophète Jérémie, et le mit dans les ceps qui étaient à la porte supérieure (haute) de Benjamin, dans la maison du Seigneur.
3 Και την επαυριον εξηγαγεν ο Πασχωρ τον Ιερεμιαν εκ του δεσμωτηριου. Και ο Ιερεμιας ειπε προς αυτον, Ο Κυριος δεν εκαλεσε το ονομα σου Πασχωρ, αλλα Μαγορ-μισσαβιβ.3 Le lendemain, au point du jour, Phassur fit sortir Jérémie des ceps, et Jérémie lui dit : Le Seigneur ne t'appelle plus Phassur, mais frayeur de toutes parts.
4 Διοτι ουτω λεγει Κυριος? Ιδου, θελω σε καμει τρομον εις σεαυτον και εις παντας τους φιλους σου? και θελουσι πεσει δια της μαχαιρας των εχθρων αυτων και οι οφθαλμοι σου θελουσιν ιδει τουτο? και θελω δωσει παντα τον Ιουδαν εις την χειρα του βασιλεως της Βαβυλωνος, και θελει φερει αυτους αιχμαλωτους εις την Βαβυλωνα και θελει παταξει αυτους εν μαχαιρα.4 Car ainsi parle le Seigneur : Voici Je te livrerai à la frayeur, toi et tous tes amis; ils périront par le glaive de leurs ennemis, et tes yeux le verront, et Je livrerai tout Juda entre les mains du roi de Babylone, et il les transportera à Babylone, et les frappera du glaive.
5 Και θελω δωσει πασαν την δυναμιν της πολεως ταυτης και παντας τους κοπους αυτης και παντα τα πολυτιμα αυτης και παντας τους θησαυρους των βασιλεων Ιουδα θελω δωσει εις την χειρα των εχθρων αυτων, και θελουσι λεηλατησει αυτους και λαβει αυτους και φερει αυτους εις την Βαβυλωνα.5 Je livrerai toutes les richesses de cette ville, tout le fruit de son travail, et tout ce qu'elle a de précieux, et je livrerai tous les trésors des rois de Juda aux mains de leurs ennemis ; et ils les pilleront (arracheront), ils s'en empareront et ils les porteront à Babylone.
6 Και συ, Πασχωρ, και παντες οι κατοικουντες εν τω οικω σου, θελετε υπαγει εις αιχμαλωσιαν? και θελεις ελθει εις την Βαβυλωνα, και εκει θελεις αποθανει και εκει θελεις ταφη, συ και παντες οι φιλοι σου, εις τους οποιους προεφητευσας ψευδως.6 Et toi, Phassur, et tous ceux qui demeurent dans ta maison, vous irez en captivité ; tu iras à Babylone, et tu y mourras, et tu y seras enseveli, toi et tous tes amis à qui tu as prophétisé le mensonge.
7 Κυριε, με εδελεασας και εδελεασθην? υπερισχυσας κατ' εμου και κατισχυσας? εγεινα χλευασμος ολην την ημεραν? παντες με εμπαιζουσι.7 Vous m'avez séduit, Seigneur, et j'ai été séduit ; vous avez été plus fort que moi, et vous avez vaincu ; je suis devenu un objet de risée tout le jour, tous m'insultent (me raillent).
8 Διοτι αφου ηνοιξα στομα, βοω, φωναζω βιαν και αρπαγην? οθεν ο λογος του Κυριου εγεινεν εις εμε προς ονειδισμον και προς χλευασμον ολην την ημεραν.8 Car il y a déjà longtemps que je parle, que je crie contre l'iniquité, et que je prédis la ruine ; et la parole du Seigneur est devenue pour moi un sujet d'opprobre et de risée tout le jour.
9 Και ειπα, Δεν θελω αναφερει περι αυτου ουδε θελω λαλησει πλεον εν τω ονοματι αυτου? ομως ο λογος αυτου ητο εν τη καρδια μου ως καιομενον πυρ περικεκλεισμενον εν τοις οστεοις μου, και απεκαμον χαλινονων εμαυτον και δεν ηδυναμην πλεον.9 Et j'ai dit : Je ne me souviendrai plus de lui, et je ne parlerai plus en son nom ; mais il s'est allumé dans mon cœur comme un feu brûlant (ardent), qui s'est renfermé dans mes os, et j'ai défailli, ne pouvant le supporter.
10 Διοτι ηκουσα υβριν παρα πολλων? τρομος πανταχοθεν? Κατηγορησατε, λεγουσι, και θελομεν κατηγορησει αυτον. Παντες οι ειρηνευοντες μετ' εμου παρεφυλαττον το προσκομμα μου, λεγοντες, Ισως δελεασθη, και θελομεν υπερισχυσει εναντιον αυτου και εκδικηθη κατ' αυτου.10 Car j'ai entendu les injures (outrages) d'un grand nombre, et la frayeur (terreur) de toutes parts : Persécutez-le (Poursuivez-le), et persécutons-le (nous le poursuivrons). Tous les hommes qui étaient en paix avec moi, et qui étaient sans cesse à mes côtés, (qui) s'entredisent : Si on peut le tromper de quelque manière, ayons l'avantage sur lui, et tirons vengeance de lui.
11 Αλλ' ο Κυριος ειναι μετ' εμου ως ισχυρος πολεμιστης? δια τουτο οι διωκται μου θελουσι προσκοψει και δεν θελουσιν υπερισχυσει? θελουσι καταισχυνθη σφοδρα? διοτι δεν ενοησαν? η αιωνιος αισχυνη αυτων δεν θελει λησμονηθη.11 Mais le Seigneur est avec moi comme un guerrier puissant; c'est pourquoi ceux qui me persécutent tomberont et seront sans force; ils seront couverts de confusion, parce qu'ils n'ont pas compris l'opprobre éternel qui ne s'effacera jamais.
12 Αλλα, Κυριε των δυναμεων, ο δοκιμαζων τον δικαιον, ο βλεπων τους νεφρους και την καρδιαν, ας ιδω την εκδικησιν σου επ' αυτους? διοτι εις σε εφανερωσα την κρισιν μου.12 Et Vous, Seigneur des armées, qui éprouvéz le juste, qui voyez les reins et les coeurs, faites-moi voir, je Vous prie, Votre vengeance sur eux; car c'est à Vous que J'ai remis ma cause.
13 Ψαλλετε εις τον Κυριον, αινειτε τον Κυριον? διοτι ηλευθερωσε την ψυχην του πτωχου εκ χειρος πονηρευομενων.13 Chantez au Seigneur, louez le Seigneur, parce qu'il a délivré l'âme du (d'un) pauvre de la main des méchants.
14 Επικαταρατος η ημερα, καθ' ην εγεννηθην? η ημερα καθ' ην η μητηρ μου με εγεννησεν, ας μη ηναι ευλογημενη.14 Maudit soit le jour où je suis né ! que le jour où ma mère m'a enfanté ne soit pas béni !
15 Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις ευηγγελισατο προς τον πατερα μου, λεγων, Εγεννηθη εις σε παιδιον αρσεν, ευφραινων αυτον σφοδρα.15 Maudit soit l'homme qui porta cette nouvelle à mon père, en disant : Il t'est né un enfant mâle, et qui crut le combler de joie !
16 Και ας ηναι ο ανθρωπος εκεινος ως αι πολεις, τας οποιας ο Κυριος κατεστρεψε και δεν μετεμεληθη? και ας ακουση κραυγην το πρωι και αλαλαγμον εν μεσημβρια.16 Que cet homme devienne comme les villes que le Seigneur a détruites par un arrêt irrévocable ; qu'il entende des cris (clameurs) le matin et des hurlements à midi ;
17 Δια τι δεν εθανατωθην εκ μητρας; η η μητηρ μου δεν εγεινε ταφος εις εμε και η μητρα αυτης δεν με εβαστασεν εις αιωνιον συλληψιν;17 parce qu'il ne m'a pas tué avant ma naissance, de sorte que ma mère serait devenue mon sépulcre, et que son sein m'aurait gardé à jamais !
18 δια τι εξηλθον εκ της μητρας, δια να βλεπω μοχθον και λυπην και να τελειωσωσιν αι ημεραι μου εν αισχυνη;18 Pourquoi suis-je sorti du sein maternel, pour voir le travail et la douleur, et pour consumer mes jours dans la honte (confusion) ?