SCRUTATIO

Martedi, 7 luglio 2026 - Santa Maria Goretti ( Letture di oggi)

I Livro de Samuel 30


font
Biblia Matos SoaresGREEK BIBLE
1 Tendo, ao terceiro dia, chegado Davide e os seus a Siceleg, os Amalecltas tinham pela banda do meio-dia feito uma incursão sobre Siceleg, que tomaram e queimaram1 Και οτε ο Δαβιδ και οι ανδρες αυτου εισηλθον εις Σικλαγ την τριτην ημεραν, οι Αμαληκιται ειχον καμει εισδρομην εις το μεσημβρινον και εις Σικλαγ, και ειχον παταξει την Σικλαγ και κατακαυσει αυτην εν πυρι?
2 Tinham levado dali cativas as mulheres (e todos os habitantes), desde o mais pequeno até ao maior; não tinham matado ninguém, mas tinham levado tudo consigo, e voltavam pelo seu caminho.2 και ειχον αιχμαλωτισει τας γυναικας τας εν αυτη, απο μικρου εως μεγαλου? δεν εθανατωσαν ουδενα, αλλα ελαβον αυτους και υπηγαν εις την οδον αυτων.
3 Quando Davide e a sua gente chegaram à cidade, e a encontraram queimada, quando viram que suas mulheres filhos e filhas foram levados cativos,3 Ο δε Δαβιδ και οι ανδρες αυτου ηλθον εις την πολιν, και ιδου, ητο πυρπολημενη? και αι γυναικες αυτων και οι υιοι αυτων και αι θυγατερες αυτων ηχμαλωτισμενοι.
4 levantaram as suas vozes e choraram até se lhes esgotarem as lágrimas.4 Τοτε υψωσεν ο Δαβιδ και ο λαος ο μετ' αυτου την φωνην αυτων και εκλαυσαν, εωσου δεν εμεινε πλεον εν αυτοις δυναμις να κλαιωσι.
5 Também tinham ido cativas as duas mulheres de Davide, Aquinoão de Jezrael, e Abigail, viúva de Nabal do Carmelo.5 Και αμφοτεραι αι γυναικες του Δαβιδ ηχμαλωτισθησαν, Αχινοαμ η Ιεζραηλιτις, και Αβιγαια η γυνη Ναβαλ του Καρμηλιτου.
6 Davide afligiu-se em extremo, porque o povo queria apedrejá-lo, estando todos amargurados em seu coração por causa de seus filhos e filhas, mas Davide confortou-se no Senhor seu Deus.6 Και εθλιβη ο Δαβιδ σφοδρα? διοτι ο λαος ελεγε να λιθοβολησωσιν αυτον, επειδη η ψυχη παντος του λαου ητο καταπικρος, εκαστος δια τους υιους αυτου και δια τας θυγατερας αυτου? ο Δαβιδ ομως εκραταιωθη εν Κυριω τω Θεω αυτου.
7 Disse ao sacerdote Abiatar, filho de Aquimelec: Traze-me o éfode. Abiatar levou o éfode a Davide,7 Και ειπεν ο Δαβιδ προς Αβιαθαρ τον ιερεα, υιον του Αχιμελεχ, Φερε μοι ενταυθα, παρακαλω, το εφοδ. Και εφερεν ο Αβιαθαρ το εφοδ προς τον Δαβιδ.
8 Davide consultou o Senhor, dizendo: Perseguirei eu estes ladrões e apanhá-los-ei, ou não? O Senhor respondeu-lhe: Persegue-os, porque indubitàvelmente os apanharás, e os esbuIharás da presa.8 Και ηρωτησεν ο Δαβιδ τον Κυριον, λεγων, Να καταδιωξω οπισθεν τουτων των ληστων; θελω προφθασει αυτους; Ο δε ειπε προς αυτον, Καταδιωξον? διοτι θελεις βεβαιως προφθασει και αφευκτως θελεις ελευθερωσει παντα.
9 Partiu Davide, com os seiscentos homens que o acompanhavam, e foram até à torrente de Besor; alguns, que iam cansados, fizeram alto.9 Τοτε υπηγεν ο Δαβιδ, αυτος και οι εξακοσιοι ανδρες οι μετ' αυτου, και ηλθον εως του χειμαρρου Βοσορ, οπου οι απομενοντες εσταθησαν.
10 Prosseguiu Davide com quatrocentos homens, porque duzentos tinham ficado atrás, os quais, estando muito cansados, não podiam passar a torrente de Besor.10 Ο δε Δαβιδ, αυτος και τετρακοσιοι ανδρες, κατεδιωκον, επειδη εμειναν οπισω διακοσιοι, οιτινες αποκαμοντες δεν ηδυναντο να διαβωσι τον χειμαρρον Βοσορ.
11 Encontraram no campo um Egípcio, levaram-no a Davide, deram-lhe pão a comer, água a beber,11 Και ευρηκαν ανθρωπον Αιγυπτιον εν αγρω και εφεραν αυτον προς τον Δαβιδ? και εδωκαν εις αυτον αρτον, και εφαγε, και εποτισαν αυτον υδωρ?
12 um pedaço de torta de figos secos e dois cachos de uva passa. Depois que comeu, cobrou alento e recuperou as forças, porque havia três dias e três noites que não tinha comido pão, nem bebido água.12 και εδωκαν εις αυτον τμημα πηττας συκων και δυο βοτρυς σταφιδων? και εφαγε, και επανηλθε το πνευμα αυτου εις αυτον? διοτι δεν ειχε φαγει αρτον ουδε ειχε πιει υδωρ, τρεις ημερας και τρεις νυκτας.
13 Disse-lhe então Davide: De quem és tu? Donde (vem) e para onde vais? Ele disse: Eu sou um jovem Egípcio, escravo dum Amalecita; o meu senhor, porém , abandonou-me, porque adoeci há três dias.13 Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Τινος εισαι; και ποθεν εισαι; Και ειπεν, Ειμαι νεος Αιγυπτιος, δουλος τινος Αμαληκιτου? και με αφηκεν ο κυριος μου, επειδη ηρρωστησα τρεις ημερας τωρα?
14 Nós fizemos uma incursão para a banda meridional de Cereti, para a banda de Judá e para o meio-dia de Caleb, e pusemos fogo a Siceleg.14 ημεις εκαμαμεν εισδρομην εις το μεσημβρινον των Χερεθαιων και εις τα μερη της Ιουδαιας και εις το μεσημβρινον του Χαλεβ? και επυρπολησαμεν την Σικλαγ.
15 Davide disse-lhe: Poderás tu guiar-me até onde está essa quadrilha? Ele respondeu: Jura-me por Deus, que me não matarás e que me não entregarás nas mãos do meu senhor, e eu te guiarei até onde está essa quadrilha. Davide jurou-lhe.15 Και ειπε προς αυτον ο Δαβιδ, Δυνασαι να με οδηγησης κατω προς τους ληστας τουτους; Ο δε ειπεν, Ομοσον μοι εις τον Θεον, οτι δεν θελεις με θανατωσει ουτε θελεις με παραδωσει εις την χειρα του κυριου μου, και θελω σε οδηγησει κατω προς τουτους τους ληστας.
16 Tendo-o guiado, viram que (os Amalecitas) estavam recostados em terra por todo o campo, comendo, bebendo e dançando, por causa dos grandes despojos que tinham tomado do País dos Filisteus e do país de Judá.16 Και οτε ωδηγησεν αυτον κατω, ιδου, ησαν διεσκορπισμενοι επι το προσωπον παντος του τοπου, τρωγοντες και πινοντες και χορευοντες, δια παντα τα λαφυρα τα μεγαλα, τα οποια ελαβον εκ της γης των Φιλισταιων και εκ της γης του Ιουδα.
17 Davide deu sobre eles, desde aquela tarde até á tarde do outro dia, e nenhum deles escapou, excepto quatrocentos jovens, que montaram nos camelos e fugiram17 Και επαταξεν αυτους ο Δαβιδ απο της αυγης μεχρι της εσπερας της επιουσης? και δεν διεσωθη ουδε εις εξ αυτων, πλην τετρακοσιων νεων, οιτινες εκαθηντο επι καμηλων και εφυγον.
18 Recobrou Davide, pois, tudo o que os Amalecitas tinham tomado, e libertou as suas duas mulheres.18 Και ηλευθερωσεν ο Δαβιδ οσα ηρπασαν οι Αμαληκιται? και τας δυο γυναικας αυτου ηλευθερωσεν ο Δαβιδ.
19 Não faltou coisa alguma nem pequena nem grande, assim de filhos como de filhas, e do despojo; tudo o que tinham apanhado, Davide o recuperou.19 Και δεν ελειψεν εις αυτους ουτε μικρον ουτε μεγα, ουτε υιοι ουτε θυγατερες ουτε λαφυρον ουτε ουδεν εκ των οσα ηρπασαν απ' αυτων? τα παντα επανελαβεν ο Δαβιδ.
20 Davide tomou todos os rebanhos e manadas, e os fez caminhar com os seus homens, que diziam; Esta é a presa de Davide.20 Και ελαβεν ο Δαβιδ παντα τα προβατα και τους βοας, και φεροντες αυτα εμπροσθεν των αλλων κτηνων, ελεγον, Ταυτα ειναι τα λαφυρα του Δαβιδ.
21 Foi Davide juntar-se com os duzentos homens, que, de cansados, tinham parado, e não puderam seguir Davide, aos quais tinha dado ordem de ficar junto da torrente de Besor. Eles foram ao encontro de Davide e dos que o acompanhavam. Davide, ao aproximar-se deles, saudou-os amigavelmente.21 Και ηλθεν ο Δαβιδ προς τους διακοσιους ανδρας, οιτινες ειχον αποκαμει ωστε δεν ηδυνηθησαν να ακολουθησωσι τον Δαβιδ, οθεν εκαθισεν αυτους εις τον χειμαρρον Βοσορ? και εξηλθον εις συναντησιν του Δαβιδ και εις συναντησιν του λαου του μετ' αυτου? και οτε επλησιασεν ο Δαβιδ εις τον λαον, εχαιρετησεν αυτους.
22 Porém, todos os malvados e perversos, dentre aqueles que tinham ido com Davide, começaram a dizer: Visto que eles não foram conosco, não lhe havemos de dar nada da presa que tomámos; contente-se cada um com reaver sua mulher e filhos; e, logo que os receberem, vão-se.22 Και απεκριθηααν παντες οι πονηροι και διεστραμμενοι εκ των ανδρων, οιτινες υπηγαν μετα του Δαβιδ, και ειπον, Επειδη ουτοι δεν ηλθον μεθ' ημων, δεν θελομεν δωσει εις αυτους εκ των λαφυρων, τα οποια ανελαβομεν, παρα εις εκαστον την γυναικα αυτου και τα τεκνα αυτου? και ας λαβωσιν αυτα και ας φυγωσιν.
23 Mas Davide disse: Não fareis assim, meus irmãos, do que o Senhor nos entregou; ele nos conservou, e entregou em nossas mãos esses ladrões, que se tinham lançado sobre nós.23 Αλλ' ο Δαβιδ ειπε, Δεν θελετε καμει ουτως, αδελφοι μου, εις εκεινα τα οποια ο Κυριος εδωκεν εις ημας, οστις εφυλαξεν ημας και παρεδωκεν εις την χειρα ημων τους ληστας τους ελθοντας εναντιον ημων?
24 Ninguém dará ouvidos a essa proposta que fazeis; tanto o que pelejou, como o que ficou guardando a bagagem, terão igual parte na presa: ela se dividirá igualmente.24 και τις θελει σας εισακουσει εις ταυτην την υποθεσιν; αλλα κατα την μεριδα του καταβαινοντος εις τον πολεμον, ουτω θελει εισθαι η μερις του καθημενου πλησιον της αποσκευης? ισα θελουσι μοιραζεσθαι.
25 Isto foi posto em prática desde aquele dia, e daí por diante foi considerado como uma lei em Israel, até ao dia de hoje.25 Και εγεινεν ουτως απ' εκεινης της ημερας και εις το εξης? και εκαμε τουτο νομον και διαταγμα εν τω Ισραηλ εως της ημερας ταυτης.
26 Chegou Davide a Siceleg, e da presa mandou dons aos anciães de Judá, seus amigos, dizendo: Aceitai este presente dos despojos dos inimigos do Senhor.26 Οτε δε ηλθεν ο Δαβιδ εις Σικλαγ, επεμψεν εκ των λαφυρων προς τους πρεσβυτερους Ιουδα τους φιλους αυτου, λεγων, Ιδου εις εσας ευλογια, εκ των λαφυρων των εχθρων του Κυριου.
27 (Mandou também) aos que viviam em Betei, aos de Ramot para o meio-dia, aos de Jeter,27 προς τους εν Βαιθηλ, και προς τους εν Ραμωθ τη μεσημβρινη, και προς τους εν Ιαθειρ,
28 aos de Aroer, aos de Sefamot, aos de Estamo,28 και προς τους εν Αροηρ, και προς τους εν Σιφμωθ, και προς τους εν Εσθεμωα,
29 aos de Racal, aos das cidades de Jerameel, aos das cidades de Ceni,29 και προς τους εν Ραχαλ, και προς τους εν ταις πολεσι των Ιεραμεηλιτων, και προς τους εν ταις πολεσι των Κεναιων,
30 aos de Aram a, aos do lago de Asan, aos de Atac,30 και προς τους εν Ορμα, και προς τους εν Χωρ-ασαν, και προς τους εν Αθαχ,
31 aos de Hebron, e a todos os outros que viviam naqueles lugares em que Davide tinha morado com os seus.31 και προς τους εν Χεβρων, και προς παντας τους τοπους, εις τους οποιους ο Δαβιδ περιηρχετο, αυτος και οι ανδρες αυτου.