SCRUTATIO

Dimanche, 6 Septembre 2026 - San Zaccaria Profeta ( Letture di oggi)

Livre de Zacharie 11


font
Le Sainte Bible FillionLXX
1 Ouvre tes portes, Liban, et que le feu dévore tes cèdres.1 διανοιξον ο λιβανος τας θυρας σου και καταφαγετω πυρ τας κεδρους σου
2 Hurle, sapin, car le cèdre est tombé et les arbres magnifiques sont détruits; hurlez, chênes de Basan, car la forêt épaisse a été coupée.2 ολολυξατω πιτυς διοτι πεπτωκεν κεδρος οτι μεγαλως μεγιστανες εταλαιπωρησαν ολολυξατε δρυες της βασανιτιδος οτι κατεσπασθη ο δρυμος ο συμφυτος
3 Les pasteurs poussent des cris lamentables, parce que leur magniificence a été dévastée; les lions rugissent, parce que l'orgueil du Jourdain a été dévasté.3 φωνη θρηνουντων ποιμενων οτι τεταλαιπωρηκεν η μεγαλωσυνη αυτων φωνη ωρυομενων λεοντων οτι τεταλαιπωρηκεν το φρυαγμα του ιορδανου
4 Ainsi parle le Seigneur mon Dieu: Pais les brebis destinées à la boucherie,4 ταδε λεγει κυριος παντοκρατωρ ποιμαινετε τα προβατα της σφαγης
5 que leurs maîtres égorgeaient sans éprouver de compassion, et qu'ils vendaient, en disant: Béni soit le Seigneur! nous sommes devenus riches; et leurs pasteurs ne les épargnaient pas.5 α οι κτησαμενοι κατεσφαζον και ου μετεμελοντο και οι πωλουντες αυτα ελεγον ευλογητος κυριος και πεπλουτηκαμεν και οι ποιμενες αυτων ουκ επασχον ουδεν επ' αυτοις
6 Moi non plus, Je n'épargnerai pas désormais les habitants du pays, dit le Seigneur; voici, Je livrerai les hommes aux mains les uns des autres, et aux mains de leur roi; ils ravageront le pays et Je ne délivrerai pas de leur main.6 δια τουτο ου φεισομαι ουκετι επι τους κατοικουντας την γην λεγει κυριος και ιδου εγω παραδιδωμι τους ανθρωπους εκαστον εις χειρας του πλησιον αυτου και εις χειρας βασιλεως αυτου και κατακοψουσιν την γην και ου μη εξελωμαι εκ χειρος αυτων
7 C'est pourquoi, ô pauvres du troupeau, Je ferai paître ces brebis destinées à la boucherie. Je pris deux houlettes; J'appelai l'une Beauté et l'autre Lien, et Je fis paître le troupeau.7 και ποιμανω τα προβατα της σφαγης εις την χαναανιτιν και λημψομαι εμαυτω δυο ραβδους την μιαν εκαλεσα καλλος και την ετεραν εκαλεσα σχοινισμα και ποιμανω τα προβατα
8 Je fis mourir trois pasteurs en un mois, et Mon coeur se resserra à leur égard, parce que leur âme aussi M'avait été infidèle.8 και εξαρω τους τρεις ποιμενας εν μηνι ενι και βαρυνθησεται η ψυχη μου επ' αυτους και γαρ αι ψυχαι αυτων επωρυοντο επ' εμε
9 Et Je dis: Je ne vous ferai plus paître; que ce qui meurt, meure; que ce qui est égorgé, soit égorgé, et que ceux qui restent dévorent la chair les uns des autres.9 και ειπα ου ποιμανω υμας το αποθνησκον αποθνησκετω και το εκλειπον εκλειπετω και τα καταλοιπα κατεσθιετωσαν εκαστος τας σαρκας του πλησιον αυτου
10 Je pris la houlette qui s'appelait Beauté, et Je la brisai, pour rompre Mon alliance que j'avais faite avec tous les peuples.10 και λημψομαι την ραβδον μου την καλην και απορριψω αυτην του διασκεδασαι την διαθηκην μου ην διεθεμην προς παντας τους λαους
11 Elle fut annulée en ce jour-là; et les pauvres du troupeau, qui Me gardent la fidélité, reconnurent ainsi que c'était la parole du Seigneur.11 και διασκεδασθησεται εν τη ημερα εκεινη και γνωσονται οι χαναναιοι τα προβατα τα φυλασσομενα διοτι λογος κυριου εστιν
12 Et Je leur dis: Si vous le trouvez bon, apportez-Moi Mon salaire; sinon, ne le faites pas. Ils pesèrent alors trente pièces d'argent pour Mon salaire.12 και ερω προς αυτους ει καλον ενωπιον υμων εστιν δοτε στησαντες τον μισθον μου η απειπασθε και εστησαν τον μισθον μου τριακοντα αργυρους
13 Et le Seigneur me dit: Jette-la au potier, cette belle somme pour laquelle ils M'ont apprécié. Et je pris les trente pièces d'argent, et je les jetai au potier, dans la maison du Seigneur.13 και ειπεν κυριος προς με καθες αυτους εις το χωνευτηριον και σκεψαι ει δοκιμον εστιν ον τροπον εδοκιμασθην υπερ αυτων και ελαβον τους τριακοντα αργυρους και ενεβαλον αυτους εις τον οικον κυριου εις το χωνευτηριον
14 Puis Je brisai ma seconde houlette, qui s'appelait Lien, pour rompre la fraternité entre Juda et Israël.14 και απερριψα την ραβδον την δευτεραν το σχοινισμα του διασκεδασαι την κατασχεσιν ανα μεσον ιουδα και ανα μεσον του ισραηλ
15 Et le Seigneur me dit: Prends encore l'attirail d'un pasteur insensé.15 και ειπεν κυριος προς με ετι λαβε σεαυτω σκευη ποιμενικα ποιμενος απειρου
16 Car voici, Je susciterai dans le pays un pasteur qui ne visitera pas les brebis abandonnées, qui ne cherchera pas celles qui sont dispersées, qui ne guérira pas les blessées, qui ne nourrira pas les saines, mais qui mangera la chair de plus grasses, et qui leur rompra la corne des pieds.16 διοτι ιδου εγω εξεγειρω ποιμενα επι την γην το εκλιμπανον ου μη επισκεψηται και το διεσκορπισμενον ου μη ζητηση και το συντετριμμενον ου μη ιασηται και το ολοκληρον ου μη κατευθυνη και τα κρεα των εκλεκτων καταφαγεται και τους αστραγαλους αυτων εκστρεψει
17 O pasteur, ô idole qui abandonne le troupeau! L'épée tombera sur son bras et sur son oeil droit; son bras se desséchera entièrement, et son oeil droit sera couvert de ténèbres.17 ω οι ποιμαινοντες τα ματαια και οι καταλελοιποτες τα προβατα μαχαιρα επι τους βραχιονας αυτου και επι τον οφθαλμον τον δεξιον αυτου ο βραχιων αυτου ξηραινομενος ξηρανθησεται και ο οφθαλμος ο δεξιος αυτου εκτυφλουμενος εκτυφλωθησεται