| 1 Ouvre tes portes, Liban, et que le feu dévore tes cèdres. | 1 Ανοιξον, Λιβανε, τας θυρας σου και ας καταφαγη πυρ τας κεδρους σου. |
| 2 Hurle, sapin, car le cèdre est tombé et les arbres magnifiques sont détruits; hurlez, chênes de Basan, car la forêt épaisse a été coupée. | 2 Ολολυξον, ελατη, διοτι επεσεν κεδρος? διοτι οι μεγιστανες ηφανισθησαν? ολολυξατε, δρυς της Βασαν, διοτι το δασος το απροσιτον κατεκοπη. |
| 3 Les pasteurs poussent des cris lamentables, parce que leur magniificence a été dévastée; les lions rugissent, parce que l'orgueil du Jourdain a été dévasté. | 3 Φωνη ακουεται ποιμενων θρηνουντων, διοτι η δοξα αυτων ηφανισθη? φωνη βρυχωμενων σκυμνων, διοτι το φρυαγμα του Ιορδανου εταπεινωθη. |
| 4 Ainsi parle le Seigneur mon Dieu: Pais les brebis destinées à la boucherie, | 4 Ουτω λεγει Κυριος ο Θεος μου? Ποιμαινε το ποιμνιον της σφαγης, |
| 5 que leurs maîtres égorgeaient sans éprouver de compassion, et qu'ils vendaient, en disant: Béni soit le Seigneur! nous sommes devenus riches; et leurs pasteurs ne les épargnaient pas. | 5 το οποιον οι αγορασαντες αυτο σφαζουσιν ατιμωρητως? οι δε πωλουντες αυτο λεγουσιν, Ευλογητος ο Κυριος, διοτι επλουτησα, και αυτοι οι ποιμενες αυτου δεν φειδονται αυτου. |
| 6 Moi non plus, Je n'épargnerai pas désormais les habitants du pays, dit le Seigneur; voici, Je livrerai les hommes aux mains les uns des autres, et aux mains de leur roi; ils ravageront le pays et Je ne délivrerai pas de leur main. | 6 Δια τουτο δεν θελω φεισθη πλεον των κατοικων του τοπου, λεγει Κυριος, αλλ' ιδου, εγω θελω παραδωσει τους ανθρωπους εκαστον εις την χειρα του πλησιον αυτου και εις την χειρα του βασιλεως αυτου, και θελουσι κατακοψει την γην και δεν θελω ελευθερωσει αυτους εκ της χειρος αυτων. |
| 7 C'est pourquoi, ô pauvres du troupeau, Je ferai paître ces brebis destinées à la boucherie. Je pris deux houlettes; J'appelai l'une Beauté et l'autre Lien, et Je fis paître le troupeau. | 7 Και εποιμανα το ποιμνιον της σφαγης, το οντως τεταλαιπωρημενον ποιμνιον. Και ελαβον εις εμαυτον δυο ραβδους, την μιαν εκαλεσα Καλλος και την αλλην εκαλεσα Δεσμους, και εποιμανα το ποιμνιον. |
| 8 Je fis mourir trois pasteurs en un mois, et Mon coeur se resserra à leur égard, parce que leur âme aussi M'avait été infidèle. | 8 Και εξωλοθρευσα τρεις ποιμενας εν ενι μηνι? και η ψυχη μου εβαρυνθη αυτους και η ψυχη δε αυτων απεστραφη εμε. |
| 9 Et Je dis: Je ne vous ferai plus paître; que ce qui meurt, meure; que ce qui est égorgé, soit égorgé, et que ceux qui restent dévorent la chair les uns des autres. | 9 Τοτε ειπα, Δεν θελω σας ποιμαινει? το αποθνησκον ας αποθνησκη και το απολωλος ας απολλυται και τα εναπολειπομενα ας τρωγωσιν εκαστον την σαρκα του πλησιον αυτου. |
| 10 Je pris la houlette qui s'appelait Beauté, et Je la brisai, pour rompre Mon alliance que j'avais faite avec tous les peuples. | 10 Και ελαβον την ραβδον μου, το Καλλος, και κατεκοψα αυτην, δια να ακυρωσω την διαθηκην μου, την οποιαν εκαμον προς παντας τους λαους τουτους, |
| 11 Elle fut annulée en ce jour-là; et les pauvres du troupeau, qui Me gardent la fidélité, reconnurent ainsi que c'était la parole du Seigneur. | 11 και ηκυρωθη εν τη ημερα εκεινη? και ουτω το ποιμνιον το τεταλαιπωρημενον, το οποιον απεβλεπεν εις εμε, εγνωρισεν οτι ουτος ητο ο λογος του Κυριου. |
| 12 Et Je leur dis: Si vous le trouvez bon, apportez-Moi Mon salaire; sinon, ne le faites pas. Ils pesèrent alors trente pièces d'argent pour Mon salaire. | 12 Και ειπα προς αυτους, Εαν σας φαινηται καλον, δοτε μοι τον μισθον μου? ει δε μη, αρνηθητε αυτον. Και εστησαν τον μισθον μου τριακοντα αργυρια. |
| 13 Et le Seigneur me dit: Jette-la au potier, cette belle somme pour laquelle ils M'ont apprécié. Et je pris les trente pièces d'argent, et je les jetai au potier, dans la maison du Seigneur. | 13 Και ειπε Κυριος προς εμε, Ριψον αυτα εις τον κεραμεα, την εντιμον τιμην, με την οποιαν ετιμηθην υπ' αυτων. Και ελαβον τα τριακοντα αργυρια και ερριψα αυτα εν τω οικω του Κυριου εις τον κεραμεα. |
| 14 Puis Je brisai ma seconde houlette, qui s'appelait Lien, pour rompre la fraternité entre Juda et Israël. | 14 Και κατεκοψα την αλλην μου ραβδον, τους Δεσμους, δια να ακυρωσω την αδελφοτητα μεταξυ Ιουδα και Ισραηλ. |
| 15 Et le Seigneur me dit: Prends encore l'attirail d'un pasteur insensé. | 15 Και ειπε Κυριος προς εμε, Λαβε εις σεαυτον ετι τα εργαλεια ποιμενος ασυνετου. |
| 16 Car voici, Je susciterai dans le pays un pasteur qui ne visitera pas les brebis abandonnées, qui ne cherchera pas celles qui sont dispersées, qui ne guérira pas les blessées, qui ne nourrira pas les saines, mais qui mangera la chair de plus grasses, et qui leur rompra la corne des pieds. | 16 Διοτι ιδου, εγω θελω αναστησει ποιμενα επι την γην, οστις δεν θελει επισκεπτεσθαι τα απολωλοτα, δεν θελει ζητει το διεσκορπισμενον και δεν θελει ιατρευει το συντετριμμενον ουδε θελει ποιμαινει το υγιες? αλλα θελει τρωγει την σαρκα του παχεος και κατακοπτει τους ονυχας αυτων. |
| 17 O pasteur, ô idole qui abandonne le troupeau! L'épée tombera sur son bras et sur son oeil droit; son bras se desséchera entièrement, et son oeil droit sera couvert de ténèbres. | 17 Ουαι εις τον ματαιον ποιμενα, τον εγκαταλειποντα το ποιμνιον? ρομφαια θελει ελθει επι τον βραχιονα αυτου και επι τον δεξιον οφθαλμον αυτου? ο βραχιων αυτου θελει ολοτελως ξηρανθη και ο δεξιος οφθαλμος αυτου ολοκληρως αμαυρωθη. |