SCRUTATIO

Jeudi, 9 Juillet 2026 - Santa Veronica Giuliani ( Letture di oggi)

Livre des Lamentations 1


font
Le Sainte Bible FillionGREEK BIBLE
1 Comment est-elle assise solitaire, cette ville pleine de peuple? Elle est devenue comme veuve, la maîtresse des nations; la souveraine des provinces est devenue tributaire.1 Πως εκαθησε μονη η πολις η πεπληθυμμενη λαων. Κατεστη ως χηρα η πεπληθυμμενη εν εθνεσιν, η αρχουσα εν ταις επαρχιαις? εγεινεν υποτελης.
2 Elle n'a pas cessé de pleurer pendant la nuit, et ses larmes coulent sur ses joues; il n'y a personne qui la console parmi tous ceux qui lui étaient chers; tous ses amis l'ont méprisée et sont devenus ses ennemis.2 Ακαταπαυστως κλαιει την νυκτα και τα δακρυα αυτης καταρρεουσιν επι τας σιαγονας αυτης? εκ παντων των αγαπωντων αυτην δεν υπαρχει ο παρηγορων αυτην? παντες οι φιλοι αυτης εφερθησαν προς αυτην απιστως? εχθροι εγειναν εις αυτην.
3 Juda est allé en exil, à cause de l'affliction et de la grande servitude; il a habité parmi les nations, et il n'a pas trouvé de repos; tous ses persécuteurs l'ont saisi dans ses angoisses.3 Ηχμαλωτισθη ο Ιουδας υπο θλιψεως και υπο βαρειας δουλειας? καθηται εν τοις εθνεσι? δεν ευρισκει αναπαυσιν? παντες οι διωκται αυτου κατελαβον αυτον εν μεσω των στενων.
4 Les chemins de Sion sont en deuil, parce qu'il n'y a plus personne qui vienne aux solennités; toutes ses portes sont détruites, ses prêtres gémissent; ses vierges sont défigurées, et elle est elle-même accablée d'amertume.4 Αι οδοι της Σιων πενθουσι, διοτι ουδεις ερχεται εις τας εορτας? πασαι αι πυλαι αυτης ειναι ερημοι οι ιερεις αυτης αναστεναζουσιν? αι παρθενοι αυτης ειναι περιλυποι και αυτη πληρης πικριας.
5 Ses ennemis sont devenus les maîtres, ses adversaires se sont enrichis, car le Seigneur a parlé contre elle, à cause de la multitude de ses iniquités; ses petits enfants ont été conduits en captivité devant l'oppresseur.5 Οι εναντιοι αυτης εγειναν κεφαλη, οι εχθροι αυτης ευημερουσι? διοτι ο Κυριος κατεθλιψεν αυτην δια το πληθος των ανομιων αυτης? τα νηπια αυτης επορευθησαν εις αιχμαλωσιαν εμπροσθεν του εχθρου.
6 La fille de Sion a perdu toute sa beauté: ses princes sont devenus comme des béliers qui ne trouvent point de pâturages, et ils sont allés sans force devant celui qui les poursuivait.6 Και εφυγεν απο της θυγατρος Σιων πασα η δοξα αυτης? οι αρχοντες αυτης εγειναν ως ελαφοι μη ευρισκουσαι βοσκην, και εβαδιζον χωρις δυναμεως εμπροσθεν του διωκοντος.
7 Jérusalem s'est souvenue des jours de son affliction et de sa prévarication, de tous les objets désirables qu'elle avait eus depuis les jours anciens, lorsque son peuple tombait sous la main de l'ennemi, sans qu'il y eût personne pour le secourir. Ses ennemis l'ont vue, et ils se sont moqués de ses sabbats.7 Ενεθυμηθη η Ιερουσαλημ εν ταις ημεραις της θλιψεως αυτης και της εξωσεως αυτης παντα τα επιθυμητα αυτης, τα οποια ειχεν απο χρονων αρχαιων, οτε επεσεν ο λαος αυτης εις την χειρα του εχθρου και δεν υπηρχεν ο βοηθων αυτην? ειδον αυτην οι εχθροι, εγελασαν επι τη καταπαυσει αυτης.
8 Jérusalem a grandement péché, c'est pourquoi elle est devenue chancelante; tous ceux qui l'honoraient l'ont méprisée, parce qu'ils ont vu son ignominie; elle-même, gémissante, s'est tournée en arrière.8 Αμαρτιαν ημαρτησεν η Ιερουσαλημ? δια τουτο εγεινεν ως ακαθαρτος? παντες οι δοξαζοντες αυτην κατεφρονησαν αυτην, διοτι ειδον την ασχημοσυνην αυτης? αυτη δε ανεστεναζε και απεστραφη εις τα οπισω.
9 Ses souillures sont sur ses pieds, et elle ne s'est pas souvenue de sa fin; elle a été étonnamment abaissée, et elle n'a pas eu de consolateur. Voyez, Seigneur, mon affliction, parce que l'ennemi s'est élevé avec orgueil.9 Η ακαθαρσια αυτης ητο εις τα κρασπεδα αυτης? δεν ενεθυμηθη τα τελη αυτης? οθεν εταπεινωθη εξαισιως? δεν υπηρχεν ο παρηγορων αυτην. Ιδε, Κυριε, την θλιψιν μου, διοτι εμεγαλυνθη ο εχθρος.
10 L'ennemi a étendu sa main sur tout ce qu'elle avait de précieux, car elle a vu entrer dans son sanctuaire les nations, au sujet desquelles Vous aviez ordonné qu'elles n'entreraient pas dans Votre assemblée.10 Ο εχθρος εξηπλωσε την χειρα αυτου επι παντα τα επιθυμητα αυτης? διοτι αυτη ειδε τα εθνη εισερχομενα εις το αγιαστηριον αυτης, τα οποια προσεταξας να μη εισελθωσιν εις την συναγωγην σου.
11 Tout son peuple gémit et cherche du pain; ils ont donné toutes leurs choses précieuses pour soutenir leur vie. Voyez, Seigneur, et considérez comme je suis devenue vile.11 Πας ο λαος αυτης καταστεναζει, ζητων αρτον? εδωκαν τα επιθυμητα αυτων αντι τροφης, δια να επανελθη η ψυχη αυτων. Ιδε, Κυριε, και επιβλεψον? διοτι εγεινα εξουθενημενη.
12 O vous tous qui passez par le chemin, regardez et voyez s'il est une douleur comme ma douleur; car le Seigneur m'a vendangée, comme Il l'avait dit, au jour de Sa fureur.12 Ω, προς υμας, παντες οι διαβαινοντες την οδον? επιβλεψατε και ιδετε, αν ηναι πονος κατα τον πονον μου, οστις εγεινεν εις εμε, με τον οποιον με εθλιψεν ο Κυριος εν τη ημερα της οργης του θυμου αυτου.
13 D'en haut Il a envoyé un feu dans mes os, et Il m'a châtiée; Il a tendu un filet sous mes pieds, Il m'a fait tomber en arrière; Il m'a rendue désolée, accablée de tristesse tout le jour.13 Εξαπεστειλεν εξ υψους πυρ επι τα οστα μου και κατεκρατησεν αυτα? ηπλωσε δικτυον εις τους ποδας μου? με εστρεψεν εις τα οπισω? με κατεστησεν ηφανισμενην, ολην την ημεραν οδυνωμενην.
14 Le joug de mes iniquités m'a accablé soudain; elles ont été enlacées dans Sa main, et Il les a mises sur mon cou; ma force a été affaiblie; le Seigneur m'a livré à une main dont je ne pourrai pas sortir.14 Ο ζυγος των ασεβηματων μου συνεσφιγχθη δια της χειρος αυτου? περιεπλεχθησαν, ανεβησαν επι τον τραχηλον μου, κατελυσε την δυναμιν μου? ο Κυριος με παρεδωκεν εις χειρας, εξ ων δεν δυναμαι να εγερθω.
15 Le Seigneur a enlevé du milieu de moi tous mes hommes de coeur; Il a appelé contre moi le temps où Il devait détruire mes soldats de choix. Le Seigneur a foulé le pressoir pour la vierge fille de Juda.15 Ο Κυριος κατεστρωσε παντας τους δυνατους μου εν τω μεσω μου? εκαλεσεν επ' εμε ωρισμενον καιρον δια να συντριψη τους εκλεκτους μου? ο Κυριος επατησεν εν ληνω την παρθενον, την θυγατερα Ιουδα.
16 C'est pour cela que je pleure et que mes yeux fondent en larmes, car le consolateur, qui devait me rendre la vie, a été éloigné de moi. Mes enfants ont été détruits, parce que l'ennemi est devenu le plus fort.16 Δια ταυτα εγω θρηνω? οι οφθαλμοι μου, οι οφθαλμοι μου καταρρεουσιν υδατα? διοτι απεμακρυνθη απ' εμου ο παρηγορητης ο αναζωοποιων την ψυχην μου? οι υιοι μου ηφανισθησαν, διοτι υπερισχυσεν ο εχθρος.
17 Sion a étendu ses mains, il n'y a personne qui la console. Le Seigneur a ordonné aux ennemis de Jacob de l'attaquer de tous côtés; Jérusalem est devenue parmi eux comme une femme souillée de ses impuretés.17 Η Σιων εκτεινει τας χειρας αυτης, δεν υπαρχει ο παρηγορων αυτην? ο Κυριος προσεταξε περι του Ιακωβ? οι εχθροι αυτου περιεκυκλωσαν αυτον? η Ιερουσαλημ εγεινε μεταξυ αυτων ως ακαθαρτος.
18 Le Seigneur est juste, car j'ai provoqué Sa bouche à la colère. Ecoutez, je vous prie, vous tous peuples, et voyez ma douleur; mes vierges et mes jeunes gens sont allés en captivité.18 Δικαιος ειναι ο Κυριος διοτι απεστατησα απο του λογου αυτου. Ακουσατε, παρακαλω, παντες οι λαοι, και ιδετε τον πονον μου? αι παρθενοι μου και οι νεανισκοι μου επορευθησαν εις αιχμαλωσιαν.
19 J'ai appelé mes amis, et ils m'ont trompée; mes prêtres et mes vieillards ont péri dans la ville, lorsqu'ils cherchaient de la nourriture pour soutenir leur vie.19 Εκαλεσα τους αγαπωντας με, αλλ' αυτοι με ηπατησαν? οι ιερεις μου και οι πρεσβυτεροι μου εξεπνευσαν εν τη πολει, διοτι εζητησαν τροφην υπερ εαυτων δια να επανελθη η ψυχη αυτων.
20 Seigneur, voyez que je suis dans l'affliction; mes entrailles sont émues, mon coeur est renversé en moi-même, car je suis remplie d'amertume. Au dehors le glaive tue, et au dedans c'est une mort semblable.20 Ιδε, Κυριε, διοτι θλιβομαι? τα εντοσθια μου ταραττονται, η καρδια μου αναστρεφεται εντος μου, διοτι μεγαλως απεστατησα? εξωθεν ητεκνωσεν η μαχαιρα? εν τω οικω ο θανατος.
21 , Ils ont appris que je gémis, et qu'il n'y a personne qui me console; tous mes ennemis ont appris mon malheur, et ils se sont réjouis de ce que c'est Vous qui l'avez causé; Vous amènerez le jour de la consolation, et ils deviendront semblables à moi.21 Ηκουσαν, διοτι στεναζω? δεν υπαρχει ο παρηγορων με? παντες οι εχθροι μου ηκουσαν την συμφοραν μου? εχαρησαν οτι συ εκαμες τουτο ? οταν φερης την ημεραν, την οποιαν εκαλεσας, αυτοι θελουσι γεινει ως εγω.
22 Que toute leur méchanceté se présente devant Vous; vendangez-les comme Vous m'avez vendangée à cause de toutes mes iniquités, car mes gémissements sont nombreux, et mon coeur est triste.22 Ας ελθη ενωπιον σου πασα η κακια αυτων? και καμε εις αυτους ως εκαμες εις εμε δια παντα τα αμαρτηματα μου? διοτι πολλοι ειναι οι στεναγμοι μου και η καρδια μου εξελιπε.