Livre des Psaumes 95
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566676869707172737475767778798081828384858687888990919293949596979899100101102103104105106107108109110111112113114115116117118119120121122123124125126127128129130131132133134135136137138139140141142143144145146147148149150
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| Le Sainte Bible Fillion | GREEK BIBLE |
|---|---|
| 1 Cantique de louange, de David: Venez, réjouissons-nous devant le Seigneur; * poussons des cris de joie vers Dieu, notre Sauveur. | 1 Δευτε, ας αγαλλιασθωμεν εις τον Κυριον? ας αλαλαξωμεν εις το φρουριον της σωτηριας ημων. |
| 2 Allons au-devant de Lui avec des louanges, * et chantons des cantiques à Sa gloire. | 2 Ας προφθασωμεν ενωπιον αυτου μετα δοξολογιας? εν ψαλμοις ας αλαλαξωμεν εις αυτον. |
| 3 Car le Seigneur est le grand Dieu, * et le grand Roi au-dessus de tous les dieux. | 3 Διοτι Θεος μεγας ειναι ο Κυριος, και Βασιλευς μεγας υπερ παντας τους θεους. |
| 4 Dans Sa main sont tous les confins de la terre, * et les sommets des montagnes Lui appartiennent. | 4 Διοτι εις αυτου την χειρα ειναι τα βαθη της γης? και τα υψη των ορεων ειναι αυτου. |
| 5 A Lui est la mer, et c'est Lui qui l'a faite, * et Ses mains ont formé le continent. | 5 Διοτι αυτου ειναι η θαλασσα, και αυτος εκαμεν αυτην? και την ξηραν αι χειρες αυτου επλασαν. |
| 6 Venez, adorons et prosternons-nous, * et pleurons devant le Seigneur qui nous a faits; | 6 Δευτε, ας προσκυνησωμεν και ας προσπεσωμεν? ας γονατισωμεν ενωπιον του Κυριου, του Ποιητου ημων. |
| 7 car Il est le Seigneur notre Dieu, * et nous, nous sommes le peuple de Son pâturage, et les brebis de Sa main. | 7 Διοτι αυτος ειναι ο Θεος ημων? και ημεις λαος της βοσκης αυτου και προβατα της χειρος αυτου. Σημερον εαν ακουσητε της φωνης αυτου, |
| 8 Aujourd'hui, si vous entendez Sa voix, * gardez-vous d'endurcir vos coeurs, | 8 μη σκληρυνητε την καρδιαν σας, ως εν τω παροργισμω, ως εν τη ημερα του πειρασμου εν τη ερημω? |
| 9 comme lorsqu'ils excitèrent Ma colère, au jour de la tentation dans le désert, * où vos pères M'ont tenté, M'ont mis à l'épreuve, et ont vu Mes oeuvres. | 9 οπου οι πατερες σας με επειρασαν, με εδοκιμασαν και ειδον τα εργα μου. |
| 10 Pendant quarante ans Je fus irrité contre cette génération; * et Je dis: Leur coeur ne cesse de s'égarer. | 10 Τεσσαρακοντα ετη δυσηρεστηθην με την γενεαν εκεινην, και ειπα, ουτος ειναι λαος πεπλανημενος την καρδιαν, και αυτοι δεν εγνωρισαν τας οδους μου. |
| 11 Et ils n'ont point connu Mes voies; * de sorte que J'ai juré dans Ma colère: Ils n'entreront point dans Mon repos. | 11 Δια τουτο ωμοσα εν τη οργη μου, οτι εις την αναπαυσιν μου δεν θελουσιν εισελθει. |