1 Samuel 28
12345678910111213141516171819202122232425262728293031
Gen
Exod
Lev
Num
Deut
Josh
Judg
Ruth
1 Sam
2 Sam
1 Kgs
2 Kgs
1 Chr
2 Chr
Ezra
Neh
Tob
Jdt
Esth
1 Macc
2 Macc
Job
Ps
Prov
Eccl
Cant
Wis
Sir
Isa
Jer
Lam
Bar
Ezek
Dan
Hos
Joel
Amos
Obad
Jon
Mic
Nah
Hab
Zeph
Hag
Zech
Mal
Matt
Mark
Luke
John
Acts
Rom
1 Cor
2 Cor
Gal
Eph
Phil
Col
1 Thess
2 Thess
1 Tim
2 Tim
Titus
Phlm
Heb
Jas
1 Pet
2 Pet
1 John
2 John
3 John
Jude
Rev
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| Revised Standard Version Catholic Edition | GREEK BIBLE |
|---|---|
| 1 In those days the Philistines gathered their forces for war, to fight against Israel. And Achish said to David, "Understand that you and your men are to go out with me in the army." | 1 Κατ' εκεινας δε τας ημερας συνηθροισαν οι Φιλισταιοι τα στρατευματα αυτων προς εκστρατειαν, δια να πολεμησωσι μετα του Ισραηλ. Και ειπεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, Εξευρε μετα βεβαιοτητος οτι θελεις εξελθει μετ' εμου εις τον πολεμον, συ και οι ανδρες σου. |
| 2 David said to Achish, "Very well, you shall know what your servant can do." And Achish said to David, "Very well, I will make you my bodyguard for life." | 2 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Αγχους, Θελεις βεβαιως γνωρισει τι θελει καμει ο δουλος σου. Και ειπεν ο Αγχους προς τον Δαβιδ, Δια τουτο θελω σε καμει αρχισωματοφυλακα μου διαπαντος. |
| 3 Now Samuel had died, and all Israel had mourned for him and buried him in Ramah, his own city. And Saul had put the mediums and the wizards out of the land. | 3 Απεθανε δε ο Σαμουηλ, και πας ο Ισραηλ εθρηνησεν αυτον και ενεταφιασεν αυτον εν Ραμα τη πολει αυτου. Και εξεβαλεν ο Σαουλ εκ του τοπου τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους μαγους. |
| 4 The Philistines assembled, and came and encamped at Shunem; and Saul gathered all Israel, and they encamped at Gilboa. | 4 Συνηθροισθησαν λοιπον οι Φιλισταιοι και ηλθον και εστρατοπεδευσαν εν Σουνημ? και συνηθροισεν ο Σαουλ παντα τον Ισραηλ, και εστρατοπεδευσαν εν Γελβουε. |
| 5 When Saul saw the army of the Philistines, he was afraid, and his heart trembled greatly. | 5 Και οτε ειδεν ο Σαουλ το στρατοπεδον των Φιλισταιων, εφοβηθη, και ετρομαξεν η καρδια αυτου σφοδρα. |
| 6 And when Saul inquired of the LORD, the LORD did not answer him, either by dreams, or by Urim, or by prophets. | 6 Και ηρωτησεν ο Σαουλ τον Κυριον? αλλ' ο Κυριος δεν απεκριθη προς αυτον ουτε δι' ενυπνιων ουτε δια του Ουριμ ουτε δια προφητων. |
| 7 Then Saul said to his servants, "Seek out for me a woman who is a medium, that I may go to her and inquire of her." And his servants said to him, "Behold, there is a medium at Endor." | 7 Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τους δουλους αυτου, Ζητησατε μοι γυναικα εχουσαν πνευμα μαντειας, δια να υπαγω προς αυτην και να ερωτησω αυτην. Και οι δουλοι αυτου ειπον προς αυτον, Ιδου, ειναι εν Εν-δωρ γυνη τις εχουσα πνευμα μαντειας. |
| 8 So Saul disguised himself and put on other garments, and went, he and two men with him; and they came to the woman by night. And he said, "Divine for me by a spirit, and bring up for me whomever I shall name to you." | 8 Και μετεσχηματισθη ο Σαουλ και ενεδυθη αλλα ιματια, και υπηγεν αυτος και δυο ανδρες μετ' αυτου και ηλθον προς την γυναικα δια νυκτος? και ειπε, Μαντευσον, παρακαλω, εις εμε δια του πνευματος της μαντειας και αναβιβασον μοι οντινα σοι ειπω. |
| 9 The woman said to him, "Surely you know what Saul has done, how he has cut off the mediums and the wizards from the land. Why then are you laying a snare for my life to bring about my death?" | 9 Και ειπεν η γυνη προς αυτον, Ιδου, συ εξευρεις οσα εκαμεν ο Σαουλ, τινι τροπω εξωλοθρευσε τους εχοντας πνευμα μαντειας και τους μαγους εκ του τοπου? δια τι λοιπον συ παγιδευεις την ζωην μου, δια να με θανατωσωσι; |
| 10 But Saul swore to her by the LORD, "As the LORD lives, no punishment shall come upon you for this thing." | 10 Και ωμοσε προς αυτην ο Σαουλ εις τον Κυριον, λεγων, Ζη Κυριος, δεν θελει σε συμβη ουδεν κακον δια τουτο. |
| 11 Then the woman said, "Whom shall I bring up for you?" He said, "Bring up Samuel for me." | 11 Τοτε ειπεν η γυνη, Τινα να σοι αναβιβασω; Και ειπε, τον Σαμουηλ αναβιβασον μοι. |
| 12 When the woman saw Samuel, she cried out with a loud voice; and the woman said to Saul, "Why have you deceived me? You are Saul." | 12 Και οτε ειδεν γυνη τον Σαμουηλ, εβοησε μετα φωνης μεγαλης? και ειπεν η γυνη προς τον Σαουλ, λεγουσα, Δια τι με ηπατησας; και συ εισαι ο Σαουλ. |
| 13 The king said to her, "Have no fear; what do you see?" And the woman said to Saul, "I see a god coming up out of the earth." | 13 Και ειπε προς αυτην ο βασιλευς, Μη φοβου? τι ειδες λοιπον; Και ειπεν η γυνη προς τον Σαουλ, Θεους ειδον αναβαινοντας εκ της γης. |
| 14 He said to her, "What is his appearance?" And she said, "An old man is coming up; and he is wrapped in a robe." And Saul knew that it was Samuel, and he bowed with his face to the ground, and did obeisance. | 14 Και ειπε προς αυτην, Τις ειναι η μορφη αυτου; Η δε ειπε, Γερων τις αναβαινει και ειναι περιτετυλιγμενος με επενδυμα. Και εγνωρισεν ο Σαουλ οτι ητο ο Σαμουηλ, και εκυψε κατα προσωπον εις την γην και προσεκυνησε. |
| 15 Then Samuel said to Saul, "Why have you disturbed me by bringing me up?" Saul answered, "I am in great distress; for the Philistines are warring against me, and God has turned away from me and answers me no more, either by prophets or by dreams; therefore I have summoned you to tell me what I shall do." | 15 Και ειπεν ο Σαμουηλ προς τον Σαουλ, Δια τι με παρηνωχλησας, ωστε να με καμης να αναβω; Και απεκριθη ο Σαουλ, Ευρισκομαι εν μεγαλη αμηχανια? διοτι οι Φιλισταιοι πολεμουσιν εναντιον μου, και ο Θεος απεμακρυνθη απ' εμου και δεν μοι αποκρινεται πλεον ουτε δια προφητων ουτε δι' ενυπνιων? δια τουτο σε εκαλεσα δια να φανερωσης εις εμε τι να καμω. |
| 16 And Samuel said, "Why then do you ask me, since the LORD has turned from you and become your enemy? | 16 Τοτε ειπεν ο Σαμουηλ, Δια τι λοιπον ερωτας εμε, αφου ο Κυριος απεμακρυνθη απο σου και εγεινεν εχθρος σου; |
| 17 The LORD has done to you as he spoke by me; for the LORD has torn the kingdom out of your hand, and given it to your neighbor, David. | 17 ο Κυριος βεβαιως εκαμεν εις εαυτον ως ελαλησε δι' εμου? διοτι εξεσχισεν ο Κυριος την βασιλειαν εκ της χειρος σου και εδωκεν αυτην εις τον πλησιον σου, τον Δαβιδ? |
| 18 Because you did not obey the voice of the LORD, and did not carry out his fierce wrath against Amalek, therefore the LORD has done this thing to you this day. | 18 επειδη δεν υπηκουσας εις την φωνην του Κυριου, ουδε εξετελεσας τον μεγαν θυμον αυτου κατα του Αμαληκ, δια τουτο ο Κυριος εκαμεν εις σε το πραγμα τουτο την ημεραν ταυτην? |
| 19 Moreover the LORD will give Israel also with you into the hand of the Philistines; and tomorrow you and your sons shall be with me; the LORD will give the army of Israel also into the hand of the Philistines." | 19 και θελει παραδωσει ο Κυριος και τον Ισραηλ μετα σου εις την χειρα των Φιλισταιων? και αυριον συ και οι υιοι σου θελετε εισθαι μετ' εμου? και το στρατοπεδον του Ισραηλ θελει παραδωσει ο Κυριος εις την χειρα των Φιλισταιων. |
| 20 Then Saul fell at once full length upon the ground, filled with fear because of the words of Samuel; and there was no strength in him, for he had eaten nothing all day and all night. | 20 Τοτε επεσεν ο Σαουλ ευθυς ολος εξηπλωμενος κατα γης? διοτι κατετρομαξεν εκ των λογων του Σαμουηλ? και δυναμις δεν ητο εν αυτω, επειδη δεν ειχε φαγει αρτον ολην την ημεραν και ολην την νυκτα. |
| 21 And the woman came to Saul, and when she saw that he was terrified, she said to him, "Behold, your handmaid has hearkened to you; I have taken my life in my hand, and have hearkened to what you have said to me. | 21 Και ηλθεν η γυνη προς τον Σαουλ και ειδεν οτι ητο σφοδρα τεταραγμενος, και ειπε προς αυτον, Ιδου, η δουλη σου υπηκουσεν εις την φωνην σου, και εβαλον την ζωην μου εις την χειρα μου και υπεταχθην εις τους λογους σου, τους οποιους ελαλησας προς εμε? |
| 22 Now therefore, you also hearken to your handmaid; let me set a morsel of bread before you; and eat, that you may have strength when you go on your way." | 22 τωρα λοιπον, ακουσον και συ, παρακαλω, την φωνην της δουλης σου, και ας βαλω ολιγον αρτον εμπροσθεν σου? και φαγε, δια να λαβης δυναμιν, επειδη υπαγεις εις οδοιποριαν. |
| 23 He refused, and said, "I will not eat." But his servants, together with the woman, urged him; and he hearkened to their words. So he arose from the earth, and sat upon the bed. | 23 Πλην δεν ηθελε, λεγων, Δεν θελω φαγει? οι δουλοι ομως αυτου μετα της γυναικος εβιαζον αυτον, και εισηκουσεν εις την φωνην αυτων? και σηκωθεις απο της γης, εκαθησεν επι της κλινης. |
| 24 Now the woman had a fatted calf in the house, and she quickly killed it, and she took flour, and kneaded it and baked unleavened bread of it, | 24 ειχε δε η γυνη παχυ δαμαλιον εν τη οικια? και εσπευσε και εσφαξεν αυτο? και λαβουσα αλευρον, εζυμωσε και εψησεν αζυμα εξ αυτου. |
| 25 and she put it before Saul and his servants; and they ate. Then they rose and went away that night. | 25 Και εφερεν εμπροσθεν του Σαουλ και εμπροσθεν των δουλων αυτου? και εφαγον. Και εσηκωθησαν και ανεχωρησαν την νυκτα εκεινην. |