SCRUTATIO

Mercoledi, 15 luglio 2026 - San Bonaventura ( Letture di oggi)

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ - Qoelet - Ecclesiastes 8


font
LXXBiblia Matos Soares
1 τις οιδεν σοφους και τις οιδεν λυσιν ρηματος σοφια ανθρωπου φωτιει προσωπον αυτου και αναιδης προσωπω αυτου μισηθησεται1 A sabedoria do homem reluz no seu rosto, e suaviza a rudeza da sua face.
2 στομα βασιλεως φυλαξον και περι λογου ορκου θεου μη σπουδασης2 (Digo-te): Observa as ordens do rei, e isto por causa do juramento feito a Deus.
3 απο προσωπου αυτου πορευση μη στης εν λογω πονηρω οτι παν ο εαν θεληση ποιησει3 Não te apresses a sair de diante da sua face, e não persistas numa obra que lhe desagrada, porque ele fará tudo o que quiser.
4 καθως λαλει βασιλευς εξουσιαζων και τις ερει αυτω τι ποιησεις4 A sua palavra é cheia de poder, e ninguém lhe pode dizer: Por que fazes isto assim?
5 ο φυλασσων εντολην ου γνωσεται ρημα πονηρον και καιρον κρισεως γινωσκει καρδια σοφου5 Aquele que guarda o preceito, não experimentará mal algum. O coração do sábio conhece o tempo e o julgamento.
6 οτι παντι πραγματι εστιν καιρος και κρισις οτι γνωσις του ανθρωπου πολλη επ' αυτον6 Todas as coisas têm o seu tempo e o seu julgamento, e é grande a aflição que pesa sobre o homem,
7 οτι ουκ εστιν γινωσκων τι το εσομενον οτι καθως εσται τις αναγγελει αυτω7 por ignorar as coisas passadas, e estar na impossibilidade de receber qualquer nova do futuro.
8 ουκ εστιν ανθρωπος εξουσιαζων εν πνευματι του κωλυσαι συν το πνευμα και ουκ εστιν εξουσια εν ημερα του θανατου και ουκ εστιν αποστολη εν τω πολεμω και ου διασωσει ασεβεια τον παρ' αυτης8 Não está na mão do homem reter o seu espírito (vital), nem tem poder sobre o dia da morte, nem se lhe dão tréguas na guerra que o ameaça, nem ao ímpio o salvará dela a sua impiedade.
9 και συν παν τουτο ειδον και εδωκα την καρδιαν μου εις παν ποιημα ο πεποιηται υπο τον ηλιον τα οσα εξουσιασατο ο ανθρωπος εν ανθρωπω του κακωσαι αυτον9 Todas estas coisas considerei, aplicando o meu coração a meditar todas as obras que se fazem debaixo do sol, num tempo em que um homem domina outro homem para desgraça dele.
10 και τοτε ειδον ασεβεις εις ταφους εισαχθεντας και εκ τοπου αγιου επορευθησαν και επηνεθησαν εν τη πολει οτι ουτως εποιησαν και γε τουτο ματαιοτης10 Vi os maus receberem sepultura (pomposa) e gozar do repouso, enquanto os que tinham feito o bem, iam para longe do lugar santo e eram esquecidos na cidade. Mas também isto é vaidade.
11 οτι ουκ εστιν γινομενη αντιρρησις απο των ποιουντων το πονηρον ταχυ δια τουτο επληροφορηθη καρδια υιων του ανθρωπου εν αυτοις του ποιησαι το πονηρον11 Pelo facto de não ser proferida logo sentença contra os maus, o coração dos filhos dos homens enche-se de desejos de fazer o mal.
12 ος ημαρτεν εποιησεν το πονηρον απο τοτε και απο μακροτητος αυτω οτι και γε γινωσκω εγω οτι εσται αγαθον τοις φοβουμενοις τον θεον οπως φοβωνται απο προσωπου αυτου12 Todavia, posto que o pecador cometa cem vezes o mal, e prolongue os seus dias, eu tenho conhecido que serão felizes os que temem a Deus e que respeitam a sua face.
13 και αγαθον ουκ εσται τω ασεβει και ου μακρυνει ημερας εν σκια ος ουκ εστιν φοβουμενος απο προσωπου του θεου13 A felicidade não é para o mau; como a sombra, não terá largos dias de vida, porque não teme ao Senhor.
14 εστιν ματαιοτης η πεποιηται επι της γης οτι εισι δικαιοι οτι φθανει προς αυτους ως ποιημα των ασεβων και εισιν ασεβεις οτι φθανει προς αυτους ως ποιημα των δικαιων ειπα οτι και γε τουτο ματαιοτης14 Ainda há uma outra vaidade sobre a terra: há justos que sofrem males, como se eles tivessem feito obras de ímpios; e há ímpios que vivem tão seguros, como se tivessem feito acções de justos. Mas eu creio que também isto é uma coisa muito vã.
15 και επηνεσα εγω συν την ευφροσυνην οτι ουκ εστιν αγαθον τω ανθρωπω υπο τον ηλιον οτι ει μη του φαγειν και του πιειν και του ευφρανθηναι και αυτο συμπροσεσται αυτω εν μοχθω αυτου ημερας ζωης αυτου οσας εδωκεν αυτω ο θεος υπο τον ηλιον15 Portanto louvei a alegria (do justo), visto não ter o homem debaixo do sol outro bem, senão comer, beber e alegrar-se; é isto que o acompanha no seu trabalho, durante os dias de vida, que Deus lhe dá debaixo do sol.
16 εν οις εδωκα την καρδιαν μου του γνωναι σοφιαν και του ιδειν τον περισπασμον τον πεποιημενον επι της γης οτι και γε εν ημερα και εν νυκτι υπνον εν οφθαλμοις αυτου ουκ εστιν βλεπων16 Quando apliquei o meu coração a conhecer a sabedoria e a considerar o trabalho que se faz sobre a terra há homens que, nem de dia nem de noite, deixam ver o sono aos seus olhos
17 και ειδον συν παντα τα ποιηματα του θεου οτι ου δυνησεται ανθρωπος του ευρειν συν το ποιημα το πεποιημενον υπο τον ηλιον οσα αν μοχθηση ο ανθρωπος του ζητησαι και ουχ ευρησει και γε οσα αν ειπη ο σοφος του γνωναι ου δυνησεται του ευρειν17 vi todas as obras de Deus (e notei) que o homem não pode descobrir as obras que se fazem debaixo do sol. Por mais que o homem se afadigue a procurar, não encontra; até o sábio, se pretender conhecer, não conseguirá descobrir.