ΨΑΛΜΟΙ - Salmi - Psalms 104
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566676869707172737475767778798081828384858687888990919293949596979899100101102103104105106107108109110111112113114115116117118119120121122123124125126127128129130131132133134135136137138139140141142143144145146147148149150151
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| LXX | Le Sainte Bible Fillion |
|---|---|
| 1 αλληλουια εξομολογεισθε τω κυριω και επικαλεισθε το ονομα αυτου απαγγειλατε εν τοις εθνεσιν τα εργα αυτου | 1 De David. Mon âme, bénis le Seigneur. * Seigneur mon Dieu, Vous avez fait paraître magnifiquement Votre grandeur. Vous Vous êtes revêtu de majesté et de splendeur, * |
| 2 ασατε αυτω και ψαλατε αυτω διηγησασθε παντα τα θαυμασια αυτου | 2 enveloppé de lumière comme d'un vêtement. Vous étendez le ciel comme une tente; * |
| 3 επαινεισθε εν τω ονοματι τω αγιω αυτου ευφρανθητω καρδια ζητουντων τον κυριον | 3 Vous couvrez d'eaux les parties supérieures; Vous montez sur les nuées, * et Vous marchez sur les ailes des vents; |
| 4 ζητησατε τον κυριον και κραταιωθητε ζητησατε το προσωπον αυτου δια παντος | 4 Vous faites de Vos Anges des vents rapides, * et de Vos ministres un feu brûlant. |
| 5 μνησθητε των θαυμασιων αυτου ων εποιησεν τα τερατα αυτου και τα κριματα του στοματος αυτου | 5 Vous avez fondé la terre sur sa base solide, * elle ne sera jamais renversée. |
| 6 σπερμα αβρααμ δουλοι αυτου υιοι ιακωβ εκλεκτοι αυτου | 6 L'abîme l'enveloppe comme un vêtement; * les eaux s'élèvent au-dessus des montagnes. |
| 7 αυτος κυριος ο θεος ημων εν παση τη γη τα κριματα αυτου | 7 Mais devant Votre menace elles fuiront; * la voix de Votre tonnerre les épouvantera. |
| 8 εμνησθη εις τον αιωνα διαθηκης αυτου λογου ου ενετειλατο εις χιλιας γενεας | 8 Les montagnes s'élèvent, et les vallées descendent * au lieu que Vous leur avez fixé. |
| 9 ον διεθετο τω αβρααμ και του ορκου αυτου τω ισαακ | 9 Vous leur avez prescrit des bornes qu'elles ne passeront point, * et elles ne reviendront pas couvrir la terre. |
| 10 και εστησεν αυτην τω ιακωβ εις προσταγμα και τω ισραηλ διαθηκην αιωνιον | 10 Vous faites jaillir les sources dans les vallées; * les eaux s'écoulent entre les montagnes. |
| 11 λεγων σοι δωσω την γην χανααν σχοινισμα κληρονομιας υμων | 11 Toutes les bêtes des champs s'y abreuvent; * les ânes sauvages soupirent après elles dans leur soif. |
| 12 εν τω ειναι αυτους αριθμω βραχεις ολιγοστους και παροικους εν αυτη | 12 Au-dessus d'elles habitent les oiseaux du ciel; * ils font entendre leurs voix du milieu des rochers. |
| 13 και διηλθον εξ εθνους εις εθνος εκ βασιλειας εις λαον ετερον | 13 Vous arrosez les montagnes des eaux qui tombent d'en haut; * la terre sera rassasiée du fruit de Vos oeuvres. |
| 14 ουκ αφηκεν ανθρωπον αδικησαι αυτους και ηλεγξεν υπερ αυτων βασιλεις | 14 Vous faites croître l'herbe pour les bêtes, * et les plantes pour l'usage de l'homme. Vous faites sortir le pain de la terre, * |
| 15 μη απτεσθε των χριστων μου και εν τοις προφηταις μου μη πονηρευεσθε | 15 et le vin qui réjouit le coeur de l'homme. Vous lui donnez l'huile, pour qu'elle répande la joie sur son visage; * et le pain, pour qu'il fortifie son coeur. |
| 16 και εκαλεσεν λιμον επι την γην παν στηριγμα αρτου συνετριψεν | 16 Les arbres de la campagne se rassasient, aussi bien que les cèdres du Liban, qu'Il a plantés. * |
| 17 απεστειλεν εμπροσθεν αυτων ανθρωπον εις δουλον επραθη ιωσηφ | 17 C'est là que les oiseaux font leurs nids. La demeure du héron domine les autres. * |
| 18 εταπεινωσαν εν πεδαις τους ποδας αυτου σιδηρον διηλθεν η ψυχη αυτου | 18 Les hautes montagnes sont pour les cerfs, et les rochers pour les hérissons. |
| 19 μεχρι του ελθειν τον λογον αυτου το λογιον κυριου επυρωσεν αυτον | 19 Il a fait la lune pour marquer les temps; * le soleil connaît l'heure de son coucher. |
| 20 απεστειλεν βασιλευς και ελυσεν αυτον αρχων λαων και αφηκεν αυτον | 20 Vous avez répandu les ténèbres, et la nuit est venue; * c'est alors que toutes les bêtes de la forêt se mettent en mouvement. |
| 21 κατεστησεν αυτον κυριον του οικου αυτου και αρχοντα πασης της κτησεως αυτου | 21 Les petits des lions rugissent après leur proie, * et demandent à Dieu leur nourriture. |
| 22 του παιδευσαι τους αρχοντας αυτου ως εαυτον και τους πρεσβυτερους αυτου σοφισαι | 22 Le soleil se lève, et ils se rassemblent, * et vont se coucher dans leurs tanières. |
| 23 και εισηλθεν ισραηλ εις αιγυπτον και ιακωβ παρωκησεν εν γη χαμ | 23 L'homme sort pour son ouvrage * et pour son travail jusqu'au soir. |
| 24 και ηυξησεν τον λαον αυτου σφοδρα και εκραταιωσεν αυτον υπερ τους εχθρους αυτου | 24 Que Vos oeuvres sont grandes, Seigneur! * Vous avez fait toutes choses avec sagesse; la terre est toute remplie de Vos biens. |
| 25 μετεστρεψεν την καρδιαν αυτων του μισησαι τον λαον αυτου του δολιουσθαι εν τοις δουλοις αυτου | 25 Voici la vaste mer, aux bras immenses: * là sont les reptiles sans nombre, les animaux grands et petits. * |
| 26 εξαπεστειλεν μωυσην τον δουλον αυτου ααρων ον εξελεξατο αυτον | 26 C'est là que passent les navires, ce monstre que Vous avez formé pour s'y jouer. * |
| 27 εθετο εν αυτοις τους λογους των σημειων αυτου και των τερατων εν γη χαμ | 27 Tous attendent de Vous que Vous leur donniez leur nourriture en son temps. |
| 28 εξαπεστειλεν σκοτος και εσκοτασεν και παρεπικραναν τους λογους αυτου | 28 Lorsque Vous la leur donnez, ils la recueillent; * lorsque Vous ouvrez Votre main, ils sont tous remplis de Vos biens. |
| 29 μετεστρεψεν τα υδατα αυτων εις αιμα και απεκτεινεν τους ιχθυας αυτων | 29 Mais si Vous détournez Votre visage, ils seront troublés; * Vous leur retirerez le souffle, et ils tomberont en défaillance et retourneront dans leur poussière. |
| 30 εξηρψεν η γη αυτων βατραχους εν τοις ταμιειοις των βασιλεων αυτων | 30 Vous enverrez Votre souffle, et ils seront créés, * et Vous renouvellerez la face de la terre. |
| 31 ειπεν και ηλθεν κυνομυια και σκνιπες εν πασι τοις οριοις αυτων | 31 Que la gloire du Seigneur soit célébrée à jamais; * le Seigneur Se réjouira dans Ses oeuvres. |
| 32 εθετο τας βροχας αυτων χαλαζαν πυρ καταφλεγον εν τη γη αυτων | 32 Il regarde la terre et la fait trembler; * Il touche les montagnes et elles fument. |
| 33 και επαταξεν τας αμπελους αυτων και τας συκας αυτων και συνετριψεν παν ξυλον οριου αυτων | 33 Je chanterai le Seigneur toute ma vie; * je célébrerai mon Dieu tant que je serai. |
| 34 ειπεν και ηλθεν ακρις και βρουχος ου ουκ ην αριθμος | 34 Puissent mes paroles Lui être agréables; * pour moi je me délecterai dans le Seigneur. |
| 35 και κατεφαγεν παντα τον χορτον εν τη γη αυτων και κατεφαγεν τον καρπον της γης αυτων | 35 Que les pécheurs et les impies disparaissent de la terre, en sorte qu'ils ne soient plus. * Mon âme, bénis le Seigneur. Alleluia. |
| 36 και επαταξεν παν πρωτοτοκον εν τη γη αυτων απαρχην παντος πονου αυτων | |
| 37 και εξηγαγεν αυτους εν αργυριω και χρυσιω και ουκ ην εν ταις φυλαις αυτων ασθενων | |
| 38 ευφρανθη αιγυπτος εν τη εξοδω αυτων οτι επεπεσεν ο φοβος αυτων επ' αυτους | |
| 39 διεπετασεν νεφελην εις σκεπην αυτοις και πυρ του φωτισαι αυτοις την νυκτα | |
| 40 ητησαν και ηλθεν ορτυγομητρα και αρτον ουρανου ενεπλησεν αυτους | |
| 41 διερρηξεν πετραν και ερρυησαν υδατα επορευθησαν εν ανυδροις ποταμοι | |
| 42 οτι εμνησθη του λογου του αγιου αυτου του προς αβρααμ τον δουλον αυτου | |
| 43 και εξηγαγεν τον λαον αυτου εν αγαλλιασει και τους εκλεκτους αυτου εν ευφροσυνη | |
| 44 και εδωκεν αυτοις χωρας εθνων και πονους λαων εκληρονομησαν | |
| 45 οπως αν φυλαξωσιν τα δικαιωματα αυτου και τον νομον αυτου εκζητησωσιν |