SCRUTATIO

Mercoledi, 23 settembre 2026 - San Fiorenzo ( Letture di oggi)

ΙΕΡΕΜΙΑΣ - Geremia - Jeremiah 18


font
GREEK BIBLESacra Bibbia Garofalo
1 Ο λογος ο γενομενος προς Ιερεμιαν παρα Κυριου, λεγων,1 La parola che fu rivolta a Geremia da parte di Jahvè:
2 Σηκωθητι και καταβηθι εις τον οικον του κεραμεως, και εκει θελω σε καμει να ακουσης τους λογους μου.2 «Levati e scendi nella bottega del vasaio; là ti farò udire la mia parola».
3 Τοτε κατεβην εις τον οικον του κεραμεως, και ιδου, ειργαζετο εργον επι τους τροχους.3 Io scesi nella bottega del vasaio, ed ecco questi stava lavorando al tornio.
4 Και εχαλασθη το αγγειον, το οποιον εκαμνεν εκ πηλου, εν τη χειρι του κεραμεως, και παλιν εκαμεν αυτο αλλο αγγειον, καθως ηρεσεν εις τον κεραμεα να καμη.4 Ora, se si guastava un vaso che egli stava modellando, come capita con la creta nella mano del vasaio, egli tornava a far di esso un altro vaso, come ai suoi occhi pareva giusto.
5 Τοτε εγεινε λογος Κυριου προς εμε, λεγων,5 Allora mi fu rivolta la parola di Jahvè:
6 Οικος Ισραηλ, δεν δυναμαι να καμω εις εσας, καθως ουτος ο κεραμευς; λεγει Κυριος. Ιδου, ως ο πηλος εν τη χειρι του κεραμεως, ουτω σεις, οικος Ισραηλ, εισθε εν τη χειρι μου.6 «Forse non potrei agire con voi, casa di Israele, come questo vasaio? Oracolo di Jahvè. Ecco, come l’argilla è nelle mani del vasaio, così voi siete nelle mie mani, casa di Israele.
7 Εν τη στιγμη, καθ' ην ηθελον λαλησει κατα εθνους η κατα βασιλειας, δια να εκριζωσω και να κατασκαψω και να καταστρεψω,7 Una volta nei riguardi di un popolo e di un regno io decreto di sradicare, di abbattere e di distruggere;
8 εαν το εθνος εκεινο, κατα του οποιου ελαλησα, επιστρεψη απο της κακιας αυτου, θελω μετανοησει περι του κακου, το οποιον εβουλευθην να καμω εις αυτο.8 ma, se questo popolo si converte dalla malvagità, io mi pento del male che avevo pensato di fargli.
9 Και εν τη στιγμη, καθ' ην ηθελον λαλησει περι εθνους η περι βασιλειας, να οικοδομησω και να φυτευσω,9 Un’altra volta nei riguardi di un popolo e di un regno, io decreto di edificare e di piantare;
10 εαν καμη κακον ενωπιον μου, ωστε να μη υπακουη της φωνης μου, τοτε θελω μετανοησει περι του καλου, με το οποιον ειπα οτι θελω αγαθοποιησει αυτο.10 ma se esso compie il male ai miei occhi, non ascoltando la mia voce, io mi pentirò del bene che avevo promesso di fargli.
11 Και τωρα ειπε προς τους ανδρας Ιουδα και προς τους κατοικους της Ιερουσαλημ, λεγων, Ουτω λεγει Κυριος? Ιδου, εγω ετοιμαζω κακον καθ' υμων και βουλευομαι βουλην καθ' υμων? επιστρεψατε λοιπον εκαστος απο της πονηρας οδου αυτου και διορθωσατε τας οδους υμων και τας πραξεις υμων.11 Ora annuncia, dunque, agli uomini di Giuda e agli abitanti di Gerusalemme: “Così dice Jahvè: Ecco, preparo contro di voi del male e formulo contro di voi un progetto. Orsù, abbandonate la vostra. condotta perversa e le vostre azioni!”».
12 Οι δε ειπον, Εις ματην? διοτι οπισω των διαβουλιων ημων θελομεν περιπατει και εκαστος τας ορεξεις της καρδιας αυτου της πονηρας θελομεν πραττει.12 Ma essi diranno: «È inutile, perché seguiremo i nostri progetti, ognuno agirà secondo la caparbietà del suo cuore malvagio».
13 Δια τουτο ουτω λεγει Κυριος? Ερωτησατε τωρα μεταξυ των εθνων, τις ηκουσε τοιαυτα; η παρθενος του Ισραηλ εκαμε φρικτα σφοδρα.13 Perciò così dice Jahvè: «Informatevi fra le nazioni: chi ha mai udito cose simili? Una orribile enormità ha commesso la vergine di Israele.
14 Θελει τις αφησει τον χιονωδη Λιβανον δια τον βραχον της πεδιαδος; η θελουσιν εγκαταλιπει τα δροσερα εκρεοντα υδατα δια τα μακροθεν ερχομενα;14 Scompare forse dalle sue rupi la neve del Libano? Si inaridiscono le acque delle montagne che scorrono gelide?
15 Αλλ' ο λαος μου ελησμονησεν εμε, εθυμιασεν εις την ματαιοτητα και προσεκοψαν εν ταις οδοις αυτων, ταις αιωνιοις τριβοις, δια να περιπατωσιν εν τριβοις οδου μη εξωμαλισμενης?15 Eppure il mio popolo mi ha dimenticato, essi offrono incenso al nulla. Li farò stramazzare nelle loro strade, che sono i sentieri di una volta, così che seguano viottoli, una via non appianata,
16 δια να καταστησωσι την γην αυτων ερημωσιν και χλευασμον αιωνιον? πας ο διαβαινων δι' αυτης θελει μενει εκθαμβος και σειει την κεφαλην αυτου.16 e rendano il loro paese una desolazione, oggetto di scherno perpetuo. Chiunque passa rimarrà stupito e scuoterà la testa.
17 Θελω διασκορπισει αυτους εμπροσθεν του εχθρου ως καυστικος ανεμος? θελω δειξει εις αυτους νωτα και ουχι προσωπον εν τη ημερα της συμφορας αυτων.17 Come il vento d’oriente io li disperderò davanti al loro nemico. Volterò loro le spalle e non la faccia nel giorno della loro rovina».
18 Τοτε ειπον, Ελθετε και ας συμβουλευθωμεν βουλας κατα του Ιερεμιου? διοτι νομος δεν θελει χαθη απο ιερεως ουδε βουλη απο σοφου ουδε λογος απο προφητου? ελθετε και ας παταξωμεν αυτον με την γλωσσαν και ας μη προσεξωμεν εις μηδενα των λογων αυτου.18 Ora quelli dissero: «Venite e tramiamo insidie contro Geremia, poiché la legge non vien meno per mancanza di sacerdoti, né il consiglio per mancanza di saggi, né l’oracolo per mancanza di profeti. Venite, colpiamolo con la lingua, spiamo tutte le sue parole».
19 Προσεξον εις εμε, Κυριε, και ακουσον την φωνην των διαφιλονεικουντων με εμε.19 Prestami ascolto, Jahvè, e odi la voce dei miei avversari.
20 Θελει ανταποδοθη κακον αντι καλου; διοτι εσκαψαν λακκον δια την ψυχην μου. Ενθυμηθητι οτι εσταθην ενωπιον σου δια να λαλησω υπερ αυτων αγαθα, δια να αποστρεψω τον θυμον σου απ' αυτων.20 Si renderà forse male per bene? Poiché essi hanno scavato una fossa alla mia vita. Ricordati quando mi presentavo innanzi a te, per parlare in loro favore, per stornare la tua ira da essi.
21 Δια τουτο παραδος τους υιους αυτων εις την πειναν και δος αυτους εις χειρας μαχαιρας, και ας γεινωσιν αι γυναικες αυτων ατεκνοι και χηραι? και οι ανδρες αυτων ας θανατωθωσιν? οι νεανισκοι αυτων ας πεσωσι δια μαχαιρας εν τη μαχη.21 Per questo abbandona i loro figli alla fame, uccidili a furia di spada; le loro donne diventino prive di figli e vedove, i loro uomini siano feriti a morte e i loro giovani sian colpiti dalla spada in battaglia.
22 Ας ακουσθη κραυγη εκ των οικιων αυτων, οταν φερης εξαιφνης επ' αυτους λεηλατας? διοτι εσκαψαν λακκον δια να με πιασωσι και εκρυψαν παγιδας δια τους ποδας μου.22 Si oda un grido dalle loro case, quando all’improvviso tu farai piombare i ladroni su di loro poiché hanno scavato una fossa per prendermi e hanno teso lacci ai miei piedi.
23 Συ δε, Κυριε, γνωριζεις πασαν την κατ' εμου βουλην αυτων εις το να με θανατωσωσι? μη συγχωρησης την ανομιαν αυτων, και την αμαρτιαν αυτων μη εξαλειψης απ' εμπροσθεν σου? αλλα ας καταστραφωσιν ενωπιον σου? ενεργησον κατ' αυτων εν τω καιρω του θυμου σου.23 Tu conosci, Jahvè, che ogni loro progetto tende a uccidermi; non perdonare la loro iniquità e non cancellare il loro peccato dalla tua presenza. Stramazzino essi alla tua presenza, nel tempo del tuo sdegno agisci contro di essi!