ΗΣΑΙΑΣ - Isaia - Isaiah 66

Torna indietro

Modern Greek Bible Le Sainte Bible Vigouroux
1 Ουτω λεγει Κυριος? Ο ουρανος ειναι θρονος μου και η γη υποποδιον των ποδων μου? ποιος ειναι ο οικος, τον οποιον ηθελετε οικοδομησει δι' εμε; και ποιος ειναι ο τοπος της αναπαυσεως μου;1 Voici ce que dit le Seigneur : Le ciel est mon trône, et la terre l'escabeau de mes pieds. Quelle est cette maison que vous me bâtirez, et quel est ce lieu de mon repos ?
2 Διοτι η χειρ μου εκαμε παντα ταυτα και εγειναν παντα ταυτα, λεγει Κυριος? εις τινα λοιπον θελω επιβλεψει; εις τον πτωχον και συντετριμμενον το πνευμα και τρεμοντα τον λογον μου.2 C'est ma main qui a fait tout cela, et toutes ces choses ont été créées, dit le Seigneur ; mais qui regarderai-je, sinon le pauvre, et celui qui a le cœur brisé (l'esprit contrit), et qui craint mes paroles ?
3 Οστις δε σφαζει βουν, ειναι ως ο φονευων ανθρωπον? οστις θυσιαζει αρνιον, ως ο κοπτων κυνος λαιμον? οστις προσφερει προσφοραν εξ αλφιτων, ως προσφερων αιμα χοιρειον? οστις θυσιαζει, ως ο ευλογων ειδωλον. Ναι, αυτοι εξελεξαν τας οδους αυτων, και η ψυχη αυτων ηδυνεται εις τα βδελυγματα αυτων.3 Celui qui immole un bœuf est comme celui qui tuerait un homme ; celui qui sacrifie un agneau (une bête de menu bétail) est comme celui qui assommerait (ôterait la cervelle à) un chien ; celui qui présente une offrande (oblation) est comme celui qui offrirait le sang d'un pourceau, et celui qui se souvient de (brûler de) l'encens est comme celui qui révérerait une idole. Ils ont pris plaisir et se sont habitués à toutes ces choses (ont choisi toutes ces choses dans leurs voies), et leur âme a fait ses délices de ces abominations.
4 Και εγω λοιπον θελω εκλεξει τα εις αυτους ολεθρια και θελω φερει επ' αυτους οσα φοβουνται? διοτι εκαλουν και ουδεις απεκρινετο? ελαλουν και δεν ηκουον? αλλ' επραττον το κακον ενωπιον μου και εξελεγον το μη αρεστον εις εμε.4 Moi aussi, je prendrai plaisir à me moquer d'eux, et je ferai venir sur eux ce qu'ils craignaient ; car j'ai appelé, et personne n'a répondu ; j'ai parlé, et ils n'ont pas entendu (écouté) ; (mais) ils ont fait le mal devant mes yeux, et ils ont choisi ce que je ne voulais pas.
5 Ακουσατε τον λογον του Κυριου, σεις οι τρεμοντες τον λογον αυτου? οι αδελφοι σας, οιτινες σας μισουσι και σας αποβαλλουσιν ενεκεν του ονοματος μου, ειπαν, Ας δοξασθη ο Κυριος? πλην αυτος θελει φανη εις χαραν σας, εκεινοι δε θελουσι καταισχυνθη.5 Ecoutez la parole du Seigneur, vous qui l'écoutez avec tremblement. Vos frères qui vous haïssent et qui vous rejettent à cause de mon nom ont dit : Que le Seigneur montre sa gloire, et nous (le) verrons (à) votre joie ; mais ils seront eux-mêmes confondus.
6 Φωνη κραυγης ερχεται εκ της πολεως, φωνη εκ του ναου, φωνη του Κυριου, οστις καμνει ανταποδοσιν εις τους εχθρους αυτου.6 Voix du peuple qui retentit de la ville, voix qui vient du temple, voix du Seigneur qui rend à ses ennemis ce qu'ils méritent.
7 Πριν κοιλοπονηση, εγεννησε? πριν ελθωσιν οι πονοι αυτης, ηλευθερωθη και εγεννησεν αρσενικον.7 Avant d'être en travail elle a enfanté ; avant le temps de l'enfantement, elle a mis au monde un enfant mâle.
8 Τις ηκουσε τοιουτον πραγμα; τις ειδε τοιαυτα; ηθελε γεννησει η γη εν μια ημερα; η εθνος ηθελε γεννηθη ενταυτω αλλ' η Σιων αμα εκοιλοπονησεν, εγεννησε τα τεκνα αυτης.8 Qui a jamais entendu pareille chose ? qui a jamais rien vu de semblable ? La terre produit-elle son fruit (engendrera-t-elle) en un seul jour, un peuple est-il engendré en même temps ? Car Sion, à peine en travail, a enfanté (tous) ses fils.
9 Εγω, ο φερων εις την γενναν, δεν ηθελον καμει να γεννηση; λεγει Κυριος? εγω, ο καμνων να γεννωσιν, ηθελον κλεισει την μητραν; λεγει ο Θεος σου.9 Moi qui fais enfanter les autres n'enfanterai-je pas aussi ? dit le Seigneur ; moi qui donne aux autres la fécondité (génération), demeurerai-je stérile ? dit le Seigneur ton Dieu.
10 Ευφρανθητε μετα της Ιερουσαλημ και αγαλλεσθε μετ' αυτης, παντες οι αγαπωντες αυτην? χαρητε χαραν μετ' αυτης, παντες οι πενθουντες δι' αυτην?10 Réjouissez-vous avec Jérusalem, et soyez dans l'allégresse avec elle, vous tous qui l'aimez ; joignez votre joie à la sienne, vous tous qui pleurez sur elle ;
11 δια να θηλασητε και να χορτασθητε απο των μαστων των παρηγοριων αυτης? δια να εκθηλασητε και να εντρυφησητε εις την αφθονιαν της δοξης αυτης.11 afin que vous suciez et que vous tiriez de ses mamelles le lait de ses consolations, (afin que vous tétiez) et que vous savouriez avec délices la plénitude de sa gloire (infinie).
12 διοτι ουτω λεγει Κυριος? Ιδου, εις αυτην θελω στρεψει την ειρηνην ως ποταμον, και την δοξαν των εθνων ως χειμαρρον πλημμυρουντα? τοτε θελετε θηλασει, θελετε βασταχθη επι των πλευρων και κολακευθη επι των γονατων αυτης.12 Car voici ce que dit le Seigneur : Je ferai couler sur elle comme un fleuve de paix, et la gloire des nations comme un torrent qui déborde ; (laquelle) vous sucerez (;) (son lait,) on vous portera à la mamelle, et on vous caressera sur les genoux.
13 Ως παιδιον, το οποιον παρηγορει η μητηρ αυτου, ουτως εγω θελω σας παρηγορησει? και θελετε παρηγορηθη εν τη Ιερουσαλημ.13 Comme quelqu'un que sa mère caresse, ainsi je vous consolerai, et vous serez consolés dans Jérusalem.
14 Και θελετε ιδει, και η καρδια σας θελει ευφρανθη και τα οστα σας θελουσιν ανθησει ως χορτος? και η χειρ του Κυριου θελει γνωρισθη προς τους δουλους αυτου, η δε οργη προς τους εχθρους αυτου.14 Vous le verrez, et votre cœur sera dans la joie, et vos os reprendront de la vigueur (germeront) comme l'herbe ; et le Seigneur fera connaître sa main puissante à (et l'on connaîtra que la main du Seigneur est avec) ses serviteurs, et il s'irritera (sera indigné) contre ses ennemis.
15 Διοτι, ιδου, ο Κυριος θελει ελθει εν πυρι, και αι αμαξαι αυτου θελουσιν εισθαι ως ανεμοστροβιλος, δια να αποδωση την οργην αυτου με ορμην και την επιτιμησιν αυτου με φλογας πυρος.15 Car le Seigneur viendra dans un (le) feu, et son char sera comme un tourbillon (la tempête), pour répandre son indignation, sa fureur et ses menaces (reproches) en flammes de feu ;
16 Διοτι εν πυρι Κυριου και εν τη μαχαιρα αυτου θελει κριθη πασα σαρξ, και οι πεφονευμενοι του Κυριου θελουσιν εισθαι πολλοι.16 car c'est par le feu que le Seigneur jugera, et par son glaive qu'il châtiera toute chair ; et ceux que le Seigneur tuera seront (bien) nombreux.
17 Οι αγιαζομενοι και καθαριζομενοι εν τοις κηποις ο εις κατοπιν του αλλου αναφανδον, τρωγοντες χοιρειον κρεας και τα βδελυγματα και τον ποντικον, ουτοι θελουσι καταναλωθη ομου, λεγει Κυριος.17 Ceux qui se sanctifiaient et qui croyaient se purifier dans le(ur)s jardins, la porte fermée, qui mangeaient de la chair de porc, des choses abominables et des souris (rats), périront tous ensemble, dit le Seigneur.
18 Διοτι εγω εξευρω τα εργα αυτων και τους διαλογισμους αυτων? και ερχομαι δια να συναξω παντα τα εθνη και τας γλωσσας? και θελουσιν ελθει και ιδει την δοξαν μου.18 Mais moi, je viens recueillir leurs œuvres et leurs pensées, et les assembler avec toutes les nations et toutes les langues ; ils viendront, et ils verront ma gloire.
19 Και θελω στησει σημειον μεταξυ αυτων? και τους σεσωσμενους εξ αυτων θελω εξαποστειλει εις τα εθνη, εις Θαρσεις, Φουλ και Λουδ, οιτινες συρουσι τοξον, εις Θουβαλ και Ιαυαν, εις τας νησους τας μακραν, οιτινες δεν ηκουσαν την φημην μου ουδε ειδον την δοξαν μου? και θελουσι κηρυξει την δοξαν μου μεταξυ των εθνων.19 Je mettrai un signe (poserai un étendard) parmi eux, et j'enverrai de ceux d'entre eux qui auront été sauvés vers les nations, du côté de la mer, dans l'Afrique et la Lydie, chez ceux qui sont armés de flèches, dans l'Italie et la Grèce, dans les îles lointaines, vers ceux qui n'ont jamais (pas) entendu parler de moi, et qui n'ont pas vu ma gloire. Ils annonceront ma gloire aux gentils (nations) ;
20 Και θελουσι φερει παντας τους αδελφους σας εκ παντων των εθνων προσφοραν εις τον Κυριον, επι ιππων και επι αμαξων και επι φορειων και επι ημιονων και επι ταχυδρομων ζωων, προς το αγιον μου ορος, την Ιερουσαλημ, λεγει Κυριος, καθως τα τεκνα του Ισραηλ φερουσι την εξ αλφιτων προσφοραν εν καθαρω αγγειω προς τον οικον του Κυριου.20 et ils amèneront tous vos frères du milieu de toutes les nations, comme un présent pour le Seigneur, sur des chevaux, sur des chars, sur des litières, sur des mulets et sur des chariots, à ma montagne sainte de Jérusalem, dit le Seigneur ; comme lorsque (si) les enfants d'Israël apport(ai)ent une offrande au temple (dans la maison) du Seigneur dans un vase pur.
21 Και προσετι θελω λαβει εξ αυτων ιερεις και Λευιτας, λεγει Κυριος.21 Et j'en choisirai parmi eux pour prêtres et lévites, dit le Seigneur.
22 Διοτι ως οι νεοι ουρανοι και η νεα γη, τα οποια εγω θελω καμει, θελουσι διαμενει ενωπιον μου, λεγει Κυριος, ουτω θελει διαμενει το σπερμα σας και το ονομα σας.22 Car comme les cieux nouveaux et la terre nouvelle que je vais créer subsisteront toujours devant moi, dit le Seigneur, ainsi subsisteront votre race et votre nom.
23 Και απο νεας σεληνης εως αλλης και απο σαββατου εως αλλου θελει ερχεσθαι πασα σαρξ δια να προσκυνη ενωπιον μου, λεγει Κυριος.23 Et de mois en mois, et de sabbat en sabbat, toute chair viendra se prosterner devant moi, dit le Seigneur.
24 Και θελουσιν εξελθει και ιδει τα κωλα των ανθρωπων, οιτινες εσταθησαν παραβαται εναντιον μου? διοτι ο σκωληξ αυτων δεν θελει τελευτησει και το πυρ αυτων δεν θελει σβεσθη? και θελουσιν εισθαι βδελυγμα εις πασαν σαρκα.24 Et ils sortiront, et ils verront les cadavres de ceux qui se sont révoltés (ont prévariqués) contre moi : leur ver ne mourra pas, et leur feu ne s'éteindra pas, et leur vue sera un objet de dégoût (regard jusqu'à satiété) pour toute chair.