SCRUTATIO

Lunedi, 6 luglio 2026 - Santa Maria Goretti ( Letture di oggi)

Números 11


font
Biblia Matos SoaresLXX
1 Entretanto levantou-se uma murmuração do povo contra o Senhor. O Senhor, tendo ouvido isto, irou-se, e o fogo do Senhor, aceso contra eles, (já) devorava uma extremidade do acampamento.1 και ην ο λαος γογγυζων πονηρα εναντι κυριου και ηκουσεν κυριος και εθυμωθη οργη και εξεκαυθη εν αυτοις πυρ παρα κυριου και κατεφαγεν μερος τι της παρεμβολης
2 O povo clamou a Moisés; Moisés orou ao Senhor, e o fogo extinguiu-se.2 και εκεκραξεν ο λαος προς μωυσην και ηυξατο μωυσης προς κυριον και εκοπασεν το πυρ
3 (Moisés) pôs àquele lugar o nome de Incêndio, porque ali se tinha acendido contra eles o fogo do Senhor.3 και εκληθη το ονομα του τοπου εκεινου εμπυρισμος οτι εξεκαυθη εν αυτοις πυρ παρα κυριου
4 A populaça que tinha vindo com eles ardeu em desejos, sentando-se e chorando, unindo-se-lhe também os filhos de Israel. Diziam: Quem nos dará carnes para comer?4 και ο επιμικτος ο εν αυτοις επεθυμησαν επιθυμιαν και καθισαντες εκλαιον και οι υιοι ισραηλ και ειπαν τις ημας ψωμιει κρεα
5 Lembramo-nos dos peixes que comiamos de graça no Egito; vem-nos à memória os pepinos e os melões, e os alhos bravos, e as cebolas, e os alhos.5 εμνησθημεν τους ιχθυας ους ησθιομεν εν αιγυπτω δωρεαν και τους σικυας και τους πεπονας και τα πρασα και τα κρομμυα και τα σκορδα
6 Falta-nos o apetite, pois os nossos olhos não vêem senão maná.6 νυνι δε η ψυχη ημων καταξηρος ουδεν πλην εις το μαννα οι οφθαλμοι ημων
7 Ora o maná era como os grãos de coentro, da cor do bdélio.7 το δε μαννα ωσει σπερμα κοριου εστιν και το ειδος αυτου ειδος κρυσταλλου
8 O povo ia ao redor do campo, e, colhendo-o, o moía numa mó, ou o pisava num gral, cozendo-o numa panela, fazia dele tortas dum sabor como de pão amassado com azeite.8 και διεπορευετο ο λαος και συνελεγον και ηληθον αυτο εν τω μυλω και ετριβον εν τη θυια και ηψουν αυτο εν τη χυτρα και εποιουν αυτο εγκρυφιας και ην η ηδονη αυτου ωσει γευμα εγκρις εξ ελαιου
9 Enquanto de noite caía o orvalho no campo caia também o maná.9 και οταν κατεβη η δροσος επι την παρεμβολην νυκτος κατεβαινεν το μαννα επ' αυτης
10 Ouviu, pois, Moisés chorar o povo nas suas famílias, cada um à porta da sua tenda. A cólera do Senhor acendeu-se fortemente. Moisés entristeceu-se10 και ηκουσεν μωυσης κλαιοντων αυτων κατα δημους αυτων εκαστον επι της θυρας αυτου και εθυμωθη οργη κυριος σφοδρα και εναντι μωυση ην πονηρον
11 e disse ao Senhor: Por que afligiste o teu servo? Por que não acho eu graça diante de ti? Por que puseste sobre mim o peso de todo este povo?11 και ειπεν μωυσης προς κυριον ινα τι εκακωσας τον θεραποντα σου και δια τι ουχ ευρηκα χαριν εναντιον σου επιθειναι την ορμην του λαου τουτου επ' εμε
12 Porventura concebi eu toda esta multidão, ou gerei-a, para me dizeres: Traze-os no teu seio, como a ama costuma trazer uma criança, e leva-os à terra que com juramento prometi a seus pais?12 μη εγω εν γαστρι ελαβον παντα τον λαον τουτον η εγω ετεκον αυτους οτι λεγεις μοι λαβε αυτον εις τον κολπον σου ωσει αραι τιθηνος τον θηλαζοντα εις την γην ην ωμοσας τοις πατρασιν αυτων
13 Donde me virão carnes para dar a tão grande multidão? Eles choram contra mim, dizendo: Dá-nos carnes para comermos.13 ποθεν μοι κρεα δουναι παντι τω λαω τουτω οτι κλαιουσιν επ' εμοι λεγοντες δος ημιν κρεα ινα φαγωμεν
14 Eu só não posso suportar todo este povo, porque se me torna pesado.14 ου δυνησομαι εγω μονος φερειν τον λαον τουτον οτι βαρυτερον μοι εστιν το ρημα τουτο
15 Se te parece outra coisa, peço-te que me tires a vida, e que ache eu graça diante dos teus olhos, para me não ver oprimido de tão grandes males.15 ει δε ουτως συ ποιεις μοι αποκτεινον με αναιρεσει ει ευρηκα ελεος παρα σοι ινα μη ιδω μου την κακωσιν
16 O Senhor disse a Moisés: Junta-me setenta homens entre os anciães de Israel, que tu saibas serem anciães do povo e seus principais; conduzi-los-ás à porta do tabernáculo da reunião, e ali os farás esperar contigo,16 και ειπεν κυριος προς μωυσην συναγαγε μοι εβδομηκοντα ανδρας απο των πρεσβυτερων ισραηλ ους αυτος συ οιδας οτι ουτοι εισιν πρεσβυτεροι του λαου και γραμματεις αυτων και αξεις αυτους προς την σκηνην του μαρτυριου και στησονται εκει μετα σου
17 para que eu desça, te fale, tome do seu Espírito e Iho dê a eles, para que sustentem contigo o peso do povo, e não sejas tu só o agravado.17 και καταβησομαι και λαλησω εκει μετα σου και αφελω απο του πνευματος του επι σοι και επιθησω επ' αυτους και συναντιλημψονται μετα σου την ορμην του λαου και ουκ οισεις αυτους συ μονος
18 Dirás também ao povo: Santificai-vos, que amanhã comereis carnes, pois vos ouvi dizer. Quem nos dará a comer carnes? Nós estávamos bem no Egito. Assim o Senhor vos dará carnes que comais,18 και τω λαω ερεις αγνισασθε εις αυριον και φαγεσθε κρεα οτι εκλαυσατε εναντι κυριου λεγοντες τις ημας ψωμιει κρεα οτι καλον ημιν εστιν εν αιγυπτω και δωσει κυριος υμιν κρεα φαγειν και φαγεσθε κρεα
19 não só um dia, nem dois, nem cinco ou dez, nem mesmo vinte,19 ουχ ημεραν μιαν φαγεσθε ουδε δυο ουδε πεντε ημερας ουδε δεκα ημερας ουδε εικοσι ημερας
20 mas um mês inteiro, até elas vos saírem pela boca, até vos causarem enjôo, visto que rejeitastes o Senhor, que está no meio de vós, e chorastes no meio dele, dizendo: Por que saímos nós do Egito?20 εως μηνος ημερων φαγεσθε εως αν εξελθη εκ των μυκτηρων υμων και εσται υμιν εις χολεραν οτι ηπειθησατε κυριω ος εστιν εν υμιν και εκλαυσατε εναντιον αυτου λεγοντες ινα τι ημιν εξελθειν εξ αιγυπτου
21 Moisés disse: É um povo de seiscentos mil homens de pé, e tu dizes: Dar-lhes-ei carne a comer durante um mês inteiro?21 και ειπεν μωυσης εξακοσιαι χιλιαδες πεζων ο λαος εν οις ειμι εν αυτοις και συ ειπας κρεα δωσω αυτοις φαγειν και φαγονται μηνα ημερων
22 Porventura matar-se-á tanta quantidade de ovelhas e bois, que possa bastar para a sua comida? Ou juntar-se-ão todos os peixes do mar, para os fartarem?22 μη προβατα και βοες σφαγησονται αυτοις και αρκεσει αυτοις η παν το οψος της θαλασσης συναχθησεται αυτοις και αρκεσει αυτοις
23 O Senhor respondeu-lhe: Porventura é impotente a mão do Senhor? Agora mesmo verás se a minha palavra se põe por obra.23 και ειπεν κυριος προς μωυσην μη χειρ κυριου ουκ εξαρκεσει ηδη γνωσει ει επικαταλημψεται σε ο λογος μου η ου
24 Foi Moisés e referiu ao povo as palavras do Senhor, e, juntando-se setenta homens dos anciães de Israel, fê-los estar de pé junto do tabernáculo.24 και εξηλθεν μωυσης και ελαλησεν προς τον λαον τα ρηματα κυριου και συνηγαγεν εβδομηκοντα ανδρας απο των πρεσβυτερων του λαου και εστησεν αυτους κυκλω της σκηνης
25 O Senhor desceu na nuvem, falou-lhe, e, tirando do Espírito que havia em Moisés, deu dele aos setenta homens. Tendo repousado neles o Espírito, profetizaram e não cessaram mais (de o fazer).25 και κατεβη κυριος εν νεφελη και ελαλησεν προς αυτον και παρειλατο απο του πνευματος του επ' αυτω και επεθηκεν επι τους εβδομηκοντα ανδρας τους πρεσβυτερους ως δε επανεπαυσατο το πνευμα επ' αυτους και επροφητευσαν και ουκετι προσεθεντο
26 Ora tinham ficado no campo dois homens, um dos quais se chamava Eldad, e o outro Medad, e o Espírito pousou (também) sobre eles porque também eles tinham sido alistados, mas não tinham saído para ir ao tabernáculo.26 και κατελειφθησαν δυο ανδρες εν τη παρεμβολη ονομα τω ενι ελδαδ και ονομα τω δευτερω μωδαδ και επανεπαυσατο επ' αυτους το πνευμα και ουτοι ησαν των καταγεγραμμενων και ουκ ηλθον προς την σκηνην και επροφητευσαν εν τη παρεμβολη
27 Como profetizassem no acampamento, um jovem correu e deu a notícia a Moisés, dizendo: Eldad e Medad profetizam nos acampamentos,27 και προσδραμων ο νεανισκος απηγγειλεν μωυση και ειπεν λεγων ελδαδ και μωδαδ προφητευουσιν εν τη παρεμβολη
28 Imediatamente Josué, filho die Nun, ministro de Moisés e escolhido entre muitos, disse: Moisés, meu senhor, impede-os (de profetizar).28 και αποκριθεις ιησους ο του ναυη ο παρεστηκως μωυση ο εκελεκτος ειπεν κυριε μωυση κωλυσον αυτους
29 Moisés respondeu-lhe; Por que és tão zeloso por mim? Quem dera que todo o povo profetizasse, e que o Senhor lhe desse o seu Espírito!29 και ειπεν αυτω μωυσης μη ζηλοις συ μοι και τις δωη παντα τον λαον κυριου προφητας οταν δω κυριος το πνευμα αυτου επ' αυτους
30 E Moisés voltou para os acampamentos com os anciães de Israel.30 και απηλθεν μωυσης εις την παρεμβολην αυτος και οι πρεσβυτεροι ισραηλ
31 Um vento mandado pelo Senhor, trazendo codornizes das bandas do mar, arrebatou-as consigo e fê-las descer sobre os acampamentos ao redor do campo por tanto espaço, quanto se pode andar num dia e voavam pelo ar à altura de dois covados sobre a terra.31 και πνευμα εξηλθεν παρα κυριου και εξεπερασεν ορτυγομητραν απο της θαλασσης και επεβαλεν επι την παρεμβολην οδον ημερας εντευθεν και οδον ημερας εντευθεν κυκλω της παρεμβολης ωσει διπηχυ απο της γης
32 Levantando-se então o povo, apanhou todo aquele dia e a noite e o outro dia tantas codornizes, que aquele que menos (recolheu), tinha dez gomores delas, e puseram-nas a secar à roda dos acampamentos.32 και αναστας ο λαος ολην την ημεραν και ολην την νυκτα και ολην την ημεραν την επαυριον και συνηγαγον την ορτυγομητραν ο το ολιγον συνηγαγεν δεκα κορους και εψυξαν εαυτοις ψυγμους κυκλω της παρεμβολης
33 Ainda as carnes estavam nos seus dentes, e ainda se lhes não tinha acabado este manjar, quando a cólera do Senhor se acendeu contra o povo, e o feriu com uma grandíssima praga.33 τα κρεα ετι ην εν τοις οδουσιν αυτων πριν η εκλειπειν και κυριος εθυμωθη εις τον λαον και επαταξεν κυριος τον λαον πληγην μεγαλην σφοδρα
34 Aquele lugar foi chamado o Sepulcro da Concupiscência, porque ali sepultaram o povo, que tinha tido os desejos. E tendo partido dos Sepulcros da Concupiscência, foram a Haseroth, e ali ficaram.34 και εκληθη το ονομα του τοπου εκεινου μνηματα της επιθυμιας οτι εκει εθαψαν τον λαον τον επιθυμητην
35 απο μνηματων επιθυμιας εξηρεν ο λαος εις ασηρωθ και εγενετο ο λαος εν ασηρωθ