SCRUTATIO

Domenica, 5 luglio 2026 - Sant´Antonio Maria Zaccaria ( Letture di oggi)

II Livro das Crônicas 7


font
Biblia Matos SoaresLXX
1 Quando Salomão terminou a sua oração, desceu fogo do céu e consumiu os holocaustos e as vítimas, e a majestade do Senhor encheu a casa.1 και ως συνετελεσεν σαλωμων προσευχομενος και το πυρ κατεβη εκ του ουρανου και κατεφαγεν τα ολοκαυτωματα και τας θυσιας και δοξα κυριου επλησεν τον οικον
2 Os sacerdotes não podiam entrar no templo do Senhor, porque a majestade do Senhor tinha enchido o seu templo.2 και ουκ ηδυναντο οι ιερεις εισελθειν εις τον οικον κυριου εν τω καιρω εκεινω οτι επλησεν δοξα κυριου τον οικον
3 Todos os filhos de Israel viram descer o fogo e a glória do Senhor, sobre o templo, e, prostrados com o rosto em terra sobre o pavimento, adoraram e louvaram o Senhor, dizendo: Ele é bom e a sua misericórdia é eterna.3 και παντες οι υιοι ισραηλ εωρων καταβαινον το πυρ και η δοξα κυριου επι τον οικον και επεσον επι προσωπον επι την γην επι το λιθοστρωτον και προσεκυνησαν και ηνουν τω κυριω οτι αγαθον οτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου
4 o rei e todo o povo imolavam vítimas diante do Senhor.4 και ο βασιλευς και πας ο λαος θυοντες θυματα εναντι κυριου
5 O rei Salomão ofereceu em sacrifício vinte e dois bois e cento e vinte mil carneiros. Foi assim que o rei, com todo o povo, dedicou a casa a Deus.5 και εθυσιασεν σαλωμων την θυσιαν μοσχων εικοσι και δυο χιλιαδας και βοσκηματων εκατον και εικοσι χιλιαδας και ενεκαινισεν τον οικον του θεου ο βασιλευς και πας ο λαος
6 Ao mesmo tempo os sacerdotes estavam aplicados às suas funções, e os Levitas, ao som dos instrumentos músicos, cantavam os hinos do Senhor, que o rei Davide tinha composto para louvar o Senhor, (repetindo): porque a sua misericórdia é eterna; cantavam os hinos de Davide ao som dos instrumentos que tocavam com as suas mãos; os sacerdotes diante deles tocavam as trombetas, e todo o Israel estava em pé.6 και οι ιερεις επι τας φυλακας αυτων εστηκοτες και οι λευιται εν οργανοις ωδων κυριου του δαυιδ του βασιλεως του εξομολογεισθαι εναντι κυριου οτι εις τον αιωνα το ελεος αυτου εν υμνοις δαυιδ δια χειρος αυτων και οι ιερεις σαλπιζοντες ταις σαλπιγξιν εναντιον αυτων και πας ισραηλ εστηκως
7 Salomão consagrou também o meio do átrio, que está diante do templo do Senhor, porque ali tinha ele oferecido os holocaustos e a gordura das vítimas pacíficas, pois o altar de bronze, que ele tinha feito, não podia bastar para os holocaustos e sacrifícios e gordura.7 και ηγιασεν σαλωμων το μεσον της αυλης της εν οικω κυριου οτι εποιησεν εκει τα ολοκαυτωματα και τα στεατα των σωτηριων οτι το θυσιαστηριον το χαλκουν ο εποιησεν σαλωμων ουκ εξεποιει δεξασθαι τα ολοκαυτωματα και τα μαναα και τα στεατα
8 Salomão celebrou então a festa solene (dos tabernáculos) durante (outros) sete dias, e todo o Israel com ele, sendo muito grande o ajuntamento, desde a entrada de Emat até à torrente do Egito.8 και εποιησεν σαλωμων την εορτην εν τω καιρω εκεινω επτα ημεραις και πας ισραηλ μετ' αυτου εκκλησια μεγαλη σφοδρα απο εισοδου αιμαθ και εως χειμαρρου αιγυπτου
9 Ao oitavo dia, fez uma reunião solene, porque tinha feito a dedicação do altar nos sete dias, e celebrado a solenidade dos tabernáculos durante (outros) sete dias.9 και εποιησεν εν τη ημερα τη ογδοη εξοδιον οτι εγκαινισμον του θυσιαστηριου εποιησεν επτα ημερας εορτην
10 Por fim, no dia vigésimo terceiro do sétimo mês, despediu o povo para as suas tendas cheio de alegria e de contentamento pelas graças que o Senhor tinha feito a Davide, a Salomão e ao povo de Israel.10 και εν τη τριτη και εικοστη του μηνος του εβδομου απεστειλεν τον λαον εις τα σκηνωματα αυτων ευφραινομενους και αγαθη καρδια επι τοις αγαθοις οις εποιησεν κυριος τω δαυιδ και τω σαλωμων και τω ισραηλ λαω αυτου
11 Terminou Salomão a casa do Senhor, o palácio real e tudo o que dentro em seu coração tinha determinado fazer na casa do Senhor e no seu próprio palácio, e foi bem sucedido.11 και συνετελεσεν σαλωμων τον οικον κυριου και τον οικον του βασιλεως και παντα οσα ηθελησεν εν τη ψυχη σαλωμων του ποιησαι εν οικω κυριου και εν οικω αυτου ευοδωθη
12 O Senhor apareceu-lhe, de noite, e disse: Ouvi a tua oração e escolhi para mim este lugar para casa de sacrifício.12 και ωφθη ο θεος τω σαλωμων την νυκτα και ειπεν αυτω ηκουσα της προσευχης σου και εξελεξαμην εν τω τοπω τουτω εμαυτω εις οικον θυσιας
13 Quando porventura eu fechar o céu, e não cair chuva, quando mandar aos gafanhotos que devorem a terra ou mandar a peste ao meu povo,13 εαν συσχω τον ουρανον και μη γενηται υετος και εαν εντειλωμαι τη ακριδι καταφαγειν το ξυλον και εαν αποστειλω θανατον εν τω λαω μου
14 se o meu povo, sobre que foi invocado o meu nome, convertendo-se, me rogar e buscar a minha face, e fizer penitência dos seus maus caminhos, eu também o ouvirei do céu, perdoarei os seus pecados e purificarei a sua terra.14 και εαν εντραπη ο λαος μου εφ' ους το ονομα μου επικεκληται επ' αυτους και προσευξωνται και ζητησωσιν το προσωπον μου και αποστρεψωσιν απο των οδων αυτων των πονηρων και εγω εισακουσομαι εκ του ουρανου και ιλεως εσομαι ταις αμαρτιαις αυτων και ιασομαι την γην αυτων
15 Os meus olhos também se abrirão e os meus ouvidos atenderão à oração daquele que a fizer neste lugar.15 νυν οι οφθαλμοι μου εσονται ανεωγμενοι και τα ωτα μου επηκοα τη προσευχη του τοπου τουτου
16 Eu escolho e santifico este lugar, a fim de nele estar o meu nome para sempre, e os meus olhos e o meu coração estarem fixos nele em todo o tempo.16 και νυν εξελεξαμην και ηγιακα τον οικον τουτον του ειναι ονομα μου εκει εως αιωνος και εσονται οι οφθαλμοι μου και η καρδια μου εκει πασας τας ημερας
17 Quanto a ti, se andares na minha presença, como andou Davide, teu pai, se procederes em tudo conforme as ordens que te tenho dado, guardares os meus preceitos e leis,17 και συ εαν πορευθης εναντιον μου ως δαυιδ ο πατηρ σου και ποιησης κατα παντα α ενετειλαμην σοι και τα προσταγματα μου και τα κριματα μου φυλαξη
18 eu conservarei o trono do teu reino, como o prometi a Davide, teu pai, quando disse: Não faltará varão da tua linhagem, que reine em Israel.18 και αναστησω τον θρονον της βασιλειας σου ως διεθεμην δαυιδ τω πατρι σου λεγων ουκ εξαρθησεται σοι ανηρ ηγουμενος εν ισραηλ
19 Mas, se vos desviardes (de mim) e deixardes as leis e os mandamentos que vos propus, para servirdes os deuses estranhos e os adorardes,19 και εαν αποστρεψητε υμεις και εγκαταλιπητε τα προσταγματα μου και τας εντολας μου ας εδωκα εναντιον υμων και πορευθητε και λατρευσητε θεοις ετεροις και προσκυνησητε αυτοις
20 eu vos arrancarei da terra, que vos dei, lançarei para longe da minha presença este templo, que consagrei ao meu nome, e o farei objecto do sarcasmo e escárneo de todos os povos.20 και εξαρω υμας απο της γης ης εδωκα αυτοις και τον οικον τουτον ον ηγιασα τω ονοματι μου αποστρεψω εκ προσωπου μου και δωσω αυτον εις παραβολην και εις διηγημα εν πασιν τοις εθνεσιν
21 Este templo, por muito ilustre que haja sido, causará espanto a todos os que passarem, os quais dirão: Por que motivo tratou o Senhor assim esta terra e este templo?21 και ο οικος ουτος ο υψηλος πας ο διαπορευομενος αυτον εκστησεται και ερει χαριν τινος εποιησεν κυριος τη γη ταυτη και τω οικω τουτω
22 Responder-lhes-ão: Porque deixaram o Senhor Deus de seus pais, que os tinha tirado da terra do Egito, e porque tomaram deuses estranhos e os adoraram e reverenciaram; por isso vieram sobre eles todos estes males.22 και ερουσιν διοτι εγκατελιπον κυριον τον θεον των πατερων αυτων τον εξαγαγοντα αυτους εκ γης αιγυπτου και αντελαβοντο θεων ετερων και προσεκυνησαν αυτοις και εδουλευσαν αυτοις δια τουτο επηγαγεν επ' αυτους πασαν την κακιαν ταυτην