SCRUTATIO

Mercoledi, 8 luglio 2026 - Santi Aquila e Priscilla ( Letture di oggi)

Genesis 12


font
Biblia Matos SoaresLXX
1 Ora o Senhor disse a Abrão: saí da tua terra, da tua parentela, da casa de teu pai, e vem para a terra que eu te mostrar.1 και ειπεν κυριος τω αβραμ εξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενειας σου και εκ του οικου του πατρος σου εις την γην ην αν σοι δειξω
2 Farei (sair) de ti um grande povo, e te abençoarei, engrandecerei o teu nome e serás bendito.2 και ποιησω σε εις εθνος μεγα και ευλογησω σε και μεγαλυνω το ονομα σου και εση ευλογητος
3 Abençoarei os que te abençoarem, amaldiçoarei os que te amaldiçoarem; em ti serão benditas todas as nações da terra.3 και ευλογησω τους ευλογουντας σε και τους καταρωμενους σε καταρασομαι και ενευλογηθησονται εν σοι πασαι αι φυλαι της γης
4 Partiu, pois, Abrão, como o Senhor lhe tinha ordenado, e foi com ele Loth. Tinha Abrão setenta e cinco anos, quando saiu de Haran4 και επορευθη αβραμ καθαπερ ελαλησεν αυτω κυριος και ωχετο μετ' αυτου λωτ αβραμ δε ην ετων εβδομηκοντα πεντε οτε εξηλθεν εκ χαρραν
5 Levou consigo Sarai, sua mulher, Loth, filho de seu irmão, todos os bens que possuíam e as pessoas que tinham adquirido em Haran. Partiram, a caminho da terra de Canaan, e lá chegaram.5 και ελαβεν αβραμ την σαραν γυναικα αυτου και τον λωτ υιον του αδελφου αυτου και παντα τα υπαρχοντα αυτων οσα εκτησαντο και πασαν ψυχην ην εκτησαντο εν χαρραν και εξηλθοσαν πορευθηναι εις γην χανααν και ηλθον εις γην χανααν
6 Abrão atravessou este pais até ao lugar de Siquém, até à cadeia de Moré. Os Cananeus estavam então naquela terra.6 και διωδευσεν αβραμ την γην εις το μηκος αυτης εως του τοπου συχεμ επι την δρυν την υψηλην οι δε χαναναιοι τοτε κατωκουν την γην
7 O Senhor apareceu a Abrão e disse-lhe: darei esta terra aos teus descendentes. Naquele lugar, (Abrão) edificou um altar ao Senhor, que lhe tinha aparecido.7 και ωφθη κυριος τω αβραμ και ειπεν αυτω τω σπερματι σου δωσω την γην ταυτην και ωκοδομησεν εκει αβραμ θυσιαστηριον κυριω τω οφθεντι αυτω
8 Passando dali ao monte, que estava ao oriente de Betel, ai levantou a sua tenda, tendo Betel ao ocidente, e Hai ao oriente. Aí edificou também um altar ao Senhor, e invocou o seu nome.8 και απεστη εκειθεν εις το ορος κατ' ανατολας βαιθηλ και εστησεν εκει την σκηνην αυτου βαιθηλ κατα θαλασσαν και αγγαι κατ' ανατολας και ωκοδομησεν εκει θυσιαστηριον τω κυριω και επεκαλεσατο επι τω ονοματι κυριου
9 Abrão continuou a sua viagem, andando e avançando para o meio-dia.9 και απηρεν αβραμ και πορευθεις εστρατοπεδευσεν εν τη ερημω
10 Sobreveio, porém, uma fome no país, e Abrão desceu ao Egito, para ai viver algum tempo, porque a fome era muita no (seu) pais.10 και εγενετο λιμος επι της γης και κατεβη αβραμ εις αιγυπτον παροικησαι εκει οτι ενισχυσεν ο λιμος επι της γης
11 Quando estava perto de entrar no Egito disse a Sarai, sua mulher: conheço que és uma mulher formosa11 εγενετο δε ηνικα ηγγισεν αβραμ εισελθειν εις αιγυπτον ειπεν αβραμ σαρα τη γυναικι αυτου γινωσκω εγω οτι γυνη ευπροσωπος ει
12 e que, quando os Egípcios te virem, dirão: é sua mulher - e matar-me-ão, conservando-te a ti.12 εσται ουν ως αν ιδωσιν σε οι αιγυπτιοι ερουσιν οτι γυνη αυτου αυτη και αποκτενουσιν με σε δε περιποιησονται
13 Dize, pois, te peço, que és minha irmã, para que eu seja bem tratado por causa de ti, e me conservem a vida, em atenção a ti.13 ειπον ουν οτι αδελφη αυτου ειμι οπως αν ευ μοι γενηται δια σε και ζησεται η ψυχη μου ενεκεν σου
14 Tendo pois Abrão entrado no Egito, viram os Egípcios que aquela mulher era muito formosa.14 εγενετο δε ηνικα εισηλθεν αβραμ εις αιγυπτον ιδοντες οι αιγυπτιοι την γυναικα οτι καλη ην σφοδρα
15 Os grandes de Faraó, vendo-a, gabaram-na muito diante dele: e a mulher foi levada ao palácio do Faraó.15 και ειδον αυτην οι αρχοντες φαραω και επηνεσαν αυτην προς φαραω και εισηγαγον αυτην εις τον οικον φαραω
16 Trataram bem Abrão, por causa dela, e ele teve ovelhas, bois, jumentos, servos, servas, jumentas e camelos.16 και τω αβραμ ευ εχρησαντο δι' αυτην και εγενοντο αυτω προβατα και μοσχοι και ονοι παιδες και παιδισκαι ημιονοι και καμηλοι
17 O Senhor, porém, feriu Faraó e a sua casa com grandíssimas pragas, por causa de Sanai, mulher de Abrão.17 και ητασεν ο θεος τον φαραω ετασμοις μεγαλοις και πονηροις και τον οικον αυτου περι σαρας της γυναικος αβραμ
18 Então Faraó chamou Abrão e disse-lhe: por que te houveste comigo desta sorte? Por que não declaraste que ela era tua mulher?18 καλεσας δε φαραω τον αβραμ ειπεν τι τουτο εποιησας μοι οτι ουκ απηγγειλας μοι οτι γυνη σου εστιν
19 Por que disseste que ela era tua irmã, para que eu a tomasse por minha mulher? Agora, pois, aí tens a tua mulher, toma-a e vai-te.19 ινα τι ειπας οτι αδελφη μου εστιν και ελαβον αυτην εμαυτω εις γυναικα και νυν ιδου η γυνη σου εναντιον σου λαβων αποτρεχε
20 E Faraó deu ordens a seus homens para cuidarem de Abrão, e feles o acompanharam (até à saída do Egito) com sua mulher e com tudo o que possuía.20 και ενετειλατο φαραω ανδρασιν περι αβραμ συμπροπεμψαι αυτον και την γυναικα αυτου και παντα οσα ην αυτω και λωτ μετ' αυτου