Livro dos Salmos 49
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566676869707172737475767778798081828384858687888990919293949596979899100101102103104105106107108109110111112113114115116117118119120121122123124125126127128129130131132133134135136137138139140141142143144145146147148149150
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| Biblia Maria | GREEK BIBLE |
|---|---|
| 1 Salmo de Asaf. Falou o Senhor Deus e convocou toda a terra, desde o levante até o poente. | 1 Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος δια τους υιους Κορε.>> Ακουσατε ταυτα, παντες οι λαοι? ακροασθητε, παντες οι κατοικοι της οικουμενης? |
| 2 Do alto de Sião, ideal de beleza, Deus refulgiu: | 2 μικροι τε και μεγαλοι, πλουσιοι ομου και πενητες. |
| 3 nosso Deus vem vindo e não se calará. Um fogo abrasador o precede; ao seu redor, furiosa tempestade. | 3 Το στομα μου θελει λαλησει σοφιαν? και η μελετη της καρδιας μου ειναι συνεσις. |
| 4 Do alto ele convoca os céus e a terra para julgar seu povo: | 4 Θελω κλινει εις παραβολην το ωτιον μου? θελω εκθεσει εν κιθαρα το αινιγμα μου. |
| 5 “Reuni os meus fiéis, que selaram comigo aliança pelo sacrifício”. | 5 Δια τι να φοβωμαι εν ημεραις συμφορας, οταν με περικυκλωση η ανομια των ενεδρευοντων με; |
| 6 E os céus proclamam sua justiça, porque é o próprio Deus quem vai julgar. | 6 Οιτινες ελπιζουσιν εις τα αγαθα αυτων και καυχωνται εις το πληθος του πλουτου αυτων? |
| 7 “Escutai, ó meu povo, que eu vou falar: Israel, vou testemunhar contra ti. Deus, o teu Deus, sou eu. | 7 ουδεις δυναται ποτε να εξαγοραση αδελφον, μηδε να δωση εις τον Θεον λυτρον δι' αυτον? |
| 8 Não te repreendo pelos teus sacrifícios, pois teus holocaustos estão sempre diante de mim. | 8 διοτι πολυτιμος ειναι η απολυτρωσις της ψυχης αυτων, και ανευρητος διαπαντος, |
| 9 Não preciso do novilho do teu estábulo, nem dos cabritos de teus apriscos, | 9 ωστε να ζη αιωνιως, να μη ιδη διαφθοραν. |
| 10 pois minhas são todas as feras das matas; há milhares de animais nos meus montes. | 10 Διοτι βλεπει τους σοφους αποθνησκοντας, καθως και τον αφρονα και τον ανοητον απολλυμενους και καταλειποντας εις αλλους τα αγαθα αυτων. |
| 11 Conheço todos os pássaros do céu, e tudo o que se move nos campos. | 11 Ο εσωτερικος λογισμος αυτων ειναι οτι οι οικοι αυτων θελουσιν υπαρχει εις τον αιωνα, αι κατοικιαι αυτων εις γενεαν και γενεαν? ονομαζουσι τα υποστατικα αυτων με τα ιδια αυτων ονοματα. |
| 12 Se tivesse fome, não precisava dizer-te, porque minha é a terra e tudo o que ela contém. | 12 Πλην ο ανθρωπος ο εν τιμη δεν διαμενει, ωμοιωθη με τα κτηνη τα φθειρομενα. |
| 13 Porventura preciso comer carne de touros, ou beber sangue de cabrito? | 13 Αυτη η οδος αυτων ειναι μωρια αυτων? και ομως οι απογονοι αυτων ηδυνονται εις τα λογια αυτων. Διαψαλμα. |
| 14 Oferece, antes, a Deus um sacrifício de louvor e cumpre teus votos para com o Altíssimo. | 14 Ως προβατα εβληθησαν εις τον αδην? θανατος θελει ποιμανει αυτους? και οι ευθεις θελουσι κατακυριευσει αυτους το πρωι? η δε δυναμις αυτων θελει παλαιωθη εν τω αδη, αφου εκαστος αφηση την κατοικιαν αυτου. |
| 15 Invoca-me nos dias de tribulação, e eu te livrarei e me darás glória.” | 15 Αλλ' ο Θεος θελει λυτρωσει την ψυχην μου εκ χειρος αδου? διοτι θελει με δεχθη. Διαψαλμα. |
| 16 Ao pecador, porém, Deus diz: “Por que recitas os meus mandamentos, e tens na boca as palavras da minha aliança? | 16 Μη φοβου οταν πλουτηση ανθρωπος, οταν αυξηση η δοξα της οικιας αυτου? |
| 17 Tu que aborreces meus ensinamentos e rejeitas minhas palavras? | 17 διοτι εν τω θανατω αυτου, δεν θελει συμπαραλαβει ουδεν, ουδε θελει καταβη κατοπιν αυτου η δοξα αυτου. |
| 18 Se vês um ladrão, te ajuntas a ele, e com adúlteros te associas. | 18 Αν και ηυλογησε την ψυχην αυτου εν τη ζωη αυτου, και οι ανθρωποι θελωσι σε επαινει αγαθοποιουντα σεαυτον, |
| 19 Dás plena licença à tua boca para o mal e tua língua trama fraudes. | 19 Θελει υπαγει εις την γενεαν των πατερων αυτου? εις τον αιωνα δεν θελουσιν ιδει φως. |
| 20 Tu te assentas para falar contra teu irmão, cobres de calúnias o filho de tua própria mãe. | 20 Ο ανθρωπος ο εν τιμη και μη εννοων ωμοιωθη με τα κτηνη τα φθειρομενα. |
| 21 Eis o que fazes, e eu hei de me calar? Pensas que eu sou igual a ti? Não, mas vou te repreender e te lançar em rosto os teus pecados”. | |
| 22 Compreendei bem isto, vós que vos esqueceis de Deus: não suceda que eu vos arrebate e não haja quem vos salve. | |
| 23 Honra-me quem oferece um sacrifício de louvor; ao que procede retamente, a este eu mostrarei a salvação de Deus. |