SCRUTATIO

Martedi, 14 luglio 2026 - San Camillo de Lellis ( Letture di oggi)

ΜΑΚΚΑΒΑΙΩΝ Α´ - 1 Maccabei - Maccabees I 3


font
LXXBiblia Matos Soares
1 και ανεστη ιουδας ο καλουμενος μακκαβαιος υιος αυτου αντ' αυτου1 Levantou-se em lugar dele seu filho Judas, que tinha o sobrenome de Macabeu.
2 και εβοηθουν αυτω παντες οι αδελφοι αυτου και παντες οσοι εκολληθησαν τω πατρι αυτου και επολεμουν τον πολεμον ισραηλ μετ' ευφροσυνης2 Todos os seus irmãos o ajudavam, assim como todos aqueles que se tinham unido a seu pai, e pelejavam com alegria em defesa de Israel.
3 και επλατυνεν δοξαν τω λαω αυτου και ενεδυσατο θωρακα ως γιγας και συνεζωσατο τα σκευη τα πολεμικα αυτου και πολεμους συνεστησατο σκεπαζων παρεμβολην εν ρομφαια3 Dilatou a glória do seu povo, revestiu-se de couraça como um gigante, cingiu-se com as suas armas e travou combates, cobrindo todo o acampamento com a sua espada.
4 και ωμοιωθη λεοντι εν τοις εργοις αυτου και ως σκυμνος ερευγομενος εις θηραν4 Tornou-se semelhante a um leão nas suas acções, a um leãozinho que ruge sobre a presa.
5 και εδιωξεν ανομους εξερευνων και τους ταρασσοντας τον λαον αυτου εφλογισεν5 Perseguiu os maus, buscando-os por toda a parte, e queimou os que perturbavam o seu povo.
6 και συνεσταλησαν ανομοι απο του φοβου αυτου και παντες οι εργαται της ανομιας συνεταραχθησαν και ευοδωθη σωτηρια εν χειρι αυτου6 Os seus inimigos retiraram-se pelo temor que lhe tinham, todos os obreiros da iniquidade se turbaram, e a sua mão conduziu pròsperamente a salvação (do povo).
7 και επικρανεν βασιλεις πολλους και ευφρανεν τον ιακωβ εν τοις εργοις αυτου και εως του αιωνος το μνημοσυνον αυτου εις ευλογιαν7 Exasperou muitos reis, mas alegrou Jacob, e a sua memória será eternamente bem-dita.
8 και διηλθεν εν πολεσιν ιουδα και εξωλεθρευσεν ασεβεις εξ αυτης και απεστρεψεν οργην απο ισραηλ8 Percorreu as cidades de Judá, lançou fora delas os ímpios e apartou a ira (de Deus) de cima de Israel.
9 και ωνομασθη εως εσχατου γης και συνηγαγεν απολλυμενους9 Tornou-se célebre até às extremidades da terra, e reuniu os que estavam a ponto de perecer.
10 και συνηγαγεν απολλωνιος εθνη και απο σαμαρειας δυναμιν μεγαλην του πολεμησαι προς τον ισραηλ10 (Neste tempo) Apolónio juntou as nações e levantou da Samaria um grande exército para pelejar contra Israel
11 και εγνω ιουδας και εξηλθεν εις συναντησιν αυτω και επαταξεν αυτον και απεκτεινεν και επεσον τραυματιαι πολλοι και οι επιλοιποι εφυγον11 Judas soube-o, saiu-lhe ao encontro, derrotou-o e matou-o; muitos (inimigos) caíram feridos, e o resto fugiu.
12 και ελαβον τα σκυλα αυτων και την μαχαιραν απολλωνιου ελαβεν ιουδας και ην πολεμων εν αυτη πασας τας ημερας12 Tomou os despojos deles e a espada de Apolónio, com a qual, daí por diante, pelejava sempre.
13 και ηκουσεν σηρων ο αρχων της δυναμεως συριας οτι ηθροισεν ιουδας αθροισμα και εκκλησιαν πιστων μετ' αυτου και εκπορευομενων εις πολεμον13 Seron, general do exército da Síria, ouviu dizer que Judas tinha reunido uma (grande) multidão, congregado consigo gente fiel, que conduzia ao combate.
14 και ειπεν ποιησω εμαυτω ονομα και δοξασθησομαι εν τη βασιλεια και πολεμησω τον ιουδαν και τους συν αυτω τους εξουδενουντας τον λογον του βασιλεως14 Disse: Alcançarei grande reputação e ficarei com grande glória no meu reino, combatendo Judas e os que estão com ele, que desprezam as ordens do rei.
15 και προσεθετο και ανεβη μετ' αυτου παρεμβολη ασεβων ισχυρα βοηθησαι αυτω ποιησαι την εκδικησιν εν υιοις ισραηλ15 Preparou-se, pois, para a guerra. Um forte exército de ímpios subiu com ele, servindo-lhe de auxílio, para tomarem vingança dos filhos de Israel.
16 και ηγγισεν εως αναβασεως βαιθωρων και εξηλθεν ιουδας εις συναντησιν αυτω ολιγοστος16 Quando avançaram até Betoron, Judas saiu-lhes ao encontro com pouca gente.
17 ως δε ειδον την παρεμβολην ερχομενην εις συναντησιν αυτων ειπον τω ιουδα τι δυνησομεθα ολιγοστοι οντες πολεμησαι προς πληθος τοσουτο ισχυρον και ημεις εκλελυμεθα ασιτουντες σημερον17 Os seus companheiros, logo que viram marchar contra eles o exército inimigo, disseram a Judas: Como poderemos nós, sendo tão poucos e vindo fatigados do Jejum de hoje, pelejar contra um tão poderoso exército?
18 και ειπεν ιουδας ευκοπον εστιν συγκλεισθηναι πολλους εν χερσιν ολιγων και ουκ εστιν διαφορα εναντιον του ουρανου σωζειν εν πολλοις η εν ολιγοις18 Judas disse-lhes; É coisa fácil virem a cair os muitos nas mãos dos poucos; pois, para o Deus do céu, não há diferença entre salvar com um grande número ou com um pequeno,
19 οτι ουκ εν πληθει δυναμεως νικη πολεμου εστιν αλλ' εκ του ουρανου η ισχυς19 porque a vitória na guerra não depende da grandeza dos exércitos, mas da força que vem do céu.
20 αυτοι ερχονται εφ' ημας εν πληθει υβρεως και ανομιας του εξαραι ημας και τας γυναικας ημων και τα τεκνα ημων του σκυλευσαι ημας20 Eles vêm contra nós com uma grande multidão de gente soberba e insolente, para nos perderem a nós, às nossas mulheres e aos nossos filhos, e para se enriquecerem com os nossos despojos,
21 ημεις δε πολεμουμεν περι των ψυχων ημων και των νομιμων ημων21 mas nós havemos de pelejar pelas nossas vidas e pelas nossas leis.
22 και αυτος συντριψει αυτους προ προσωπου ημων υμεις δε μη φοβεισθε απ' αυτων22 O mesmo Senhor quebrará todos os seus esforços diante da nossa face; por isso não temais.
23 ως δε επαυσατο λαλων ενηλατο εις αυτους αφνω και συνετριβη σηρων και η παρεμβολη αυτου ενωπιον αυτου23 Logo que cessou de falar, lançou-se Judas de repente sobre eles, e foi derrotado Seron com o seu exército.
24 και εδιωκον αυτον εν τη καταβασει βαιθωρων εως του πεδιου και επεσον απ' αυτων εις ανδρας οκτακοσιους οι δε λοιποι εφυγον εις γην φυλιστιιμ24 Judas perseguiu-o na descida de Betoron Até à planície. Morreram deles (Sírios) oitocentos homens; os outros fugiram para o país dos Filisteus.
25 και ηρξατο ο φοβος ιουδου και των αδελφων αυτου και η πτοη επεπιπτεν επι τα εθνη τα κυκλω αυτων25 Então o terror e o medo, que Infundiam Judas e os seus irmãos, espalharam-se por todas as nações circunvizinhas;
26 και ηγγισεν εως του βασιλεως το ονομα αυτου και υπερ των παραταξεων ιουδου εξηγειτο τα εθνη26 a fama do seu nome chegou até ao rei, e todos os povos falavam das batalhas de Judas.
27 ως δε ηκουσεν ο βασιλευς αντιοχος τους λογους τουτους ωργισθη θυμω και απεστειλεν και συνηγαγεν τας δυναμεις πασας της βασιλειας αυτου παρεμβολην ισχυραν σφοδρα27 Logo que o rei Antioco ouviu estas novas, concebeu grande ira e mandou reunir todas as tropas do seu reino, de que formou um exército poderosíssimo.
28 και ηνοιξεν το γαζοφυλακιον αυτου και εδωκεν οψωνια ταις δυναμεσιν εις ενιαυτον και ενετειλατο αυτοις ειναι ετοιμους εις πασαν χρειαν28 Abriu o seu erário e deu no exército o soldo de um ano, mandando-lhes que estivessem prestes para tudo.
29 και ειδεν οτι εξελιπεν το αργυριον εκ των θησαυρων και οι φοροι της χωρας ολιγοι χαριν της διχοστασιας και πληγης ης κατεσκευασεν εν τη γη του αραι τα νομιμα α ησαν αφ' ημερων των πρωτων29 Mas viu que lhe faltava o dinheiro de seus tesouros e que rendiam pouco os tributos do país (de Judá), por causa das discórdias e misérias que ele mesmo tinha ocasionado, querendo abolir as leis que estavam em uso desde os tempos antigos.
30 και ευλαβηθη μη ουκ εχη ως απαξ και δις εις τας δαπανας και τα δοματα α εδιδου εμπροσθεν δαψιλη χειρι και επερισσευσεν υπερ τους βασιλεις τους εμπροσθεν30 Temeu, portanto, não ter, como uma ou duas vezes antes acontecera, para os gastos e donativos, que anteriormente fazia com mão larga, e em que tinha excedido os reis seus predecessores.
31 και ηπορειτο τη ψυχη αυτου σφοδρα και εβουλευσατο του πορευθηναι εις την περσιδα και λαβειν τους φορους των χωρων και συναγαγειν αργυριον πολυ31 Consternado em extremo no seu interior, resolveu ir à Pérsia, a recolher os tributos daquelas províncias e ajuntar muito dinheiro.
32 και κατελιπεν λυσιαν ανθρωπον ενδοξον και απο γενους της βασιλειας επι των πραγματων του βασιλεως απο του ποταμου ευφρατου και εως οριων αιγυπτου32 Deixou Lísias, homem nobre da família real, para que tivesse cuidado dos negócios do reino, desde o rio Eufrates até aos confins do Egipto,
33 και τρεφειν αντιοχον τον υιον αυτου εως του επιστρεψαι αυτον33 e para que cuidasse da educação de seu filho Antioco, até ele voltar.
34 και παρεδωκεν αυτω τας ημισεις των δυναμεων και τους ελεφαντας και ενετειλατο αυτω περι παντων ων ηβουλετο και περι των κατοικουντων την ιουδαιαν και ιερουσαλημ34 Confiou-lhe metade do exército, com os elefantes, e deu-lhe as suas ordens acerca de tudo, particularmente sobre o que dizia respeito aos habitantes da Judeia e de Jerusalém:
35 αποστειλαι επ' αυτους δυναμιν του εκτριψαι και εξαραι την ισχυν ισραηλ και το καταλειμμα ιερουσαλημ και αραι το μνημοσυνον αυτων απο του τοπου35 mandou-lhe que enviasse contra eles um exército, para destruir e exterminar o poder de Israel e os restos de Jerusalém, para apagar deste lugar até a sua memória,
36 και κατοικισαι υιους αλλογενεις εν πασιν τοις οριοις αυτων και κατακληροδοτησαι την γην αυτων36 e que estabelecesse no seu território habitantes doutras nações, repartindo por sorte as suas terras.
37 και ο βασιλευς παρελαβεν τας ημισεις των δυναμεων τας καταλειφθεισας και απηρεν απο αντιοχειας απο πολεως βασιλειας αυτου ετους εβδομου και τεσσαρακοστου και εκατοστου και διεπερασεν τον ευφρατην ποταμον και διεπορευετο τας επανω χωρας37 O rei tomou a outra metade do exército, que lhe restava, e partiu de Antioquia, capital do seu reino, no ano cento e quarenta e sete; passou o rio Eufrates e atravessou as províncias superiores.
38 και επελεξεν λυσιας πτολεμαιον τον δορυμενους και νικανορα και γοργιαν ανδρας δυνατους των φιλων του βασιλεως38 Lísias escolheu Ptolomeu, filho de Dorimeno, e Nicanor e Górgias, que eram chefes valorosos entre os amigos do rei,
39 και απεστειλεν μετ' αυτων τεσσαρακοντα χιλιαδας ανδρων και επτακισχιλιαν ιππον του ελθειν εις γην ιουδα και καταφθειραι αυτην κατα τον λογον του βασιλεως39 e enviou com eles quarenta mil homens a pé e sete mil cavaleiros, para que fossem à terra de Judá e a assolassem, conforme a ordem do rei.
40 και απηρεν συν παση τη δυναμει αυτων και ηλθον και παρενεβαλον πλησιον αμμαους εν τη γη τη πεδινη40 Eles, pois, marcharam com todas as suas tropas e chegaram lá, acampando na planície do território de Emaús.
41 και ηκουσαν οι εμποροι της χωρας το ονομα αυτων και ελαβον αργυριον και χρυσιον πολυ σφοδρα και πεδας και ηλθον εις την παρεμβολην του λαβειν τους υιους ισραηλ εις παιδας και προσετεθησαν προς αυτους δυναμις συριας και γης αλλοφυλων41 Quando os mercadores das províncias vizinhas ouviram a noticia da chegada deles, tomaram muita prata, muito ouro e criados, e foram ao acampamento, com o fim de comprarem os filhos de Israel para escravos. Os exércitos da Síria se ajuntaram a eles, como também os de outras nações.
42 και ειδεν ιουδας και οι αδελφοι αυτου οτι επληθυνθη τα κακα και αι δυναμεις παρεμβαλλουσιν εν τοις οριοις αυτων και επεγνωσαν τους λογους του βασιλεως ους ενετειλατο ποιησαι τω λαω εις απωλειαν και συντελειαν42 Então Judas e seus irmãos, vendo que os males se tinham multiplicado e que os exércitos se aproximavam das suas fronteiras, e tendo noticia das ordens que o rei tinha dado para destruir e exterminar o povo,
43 και ειπαν εκαστος προς τον πλησιον αυτου αναστησωμεν την καθαιρεσιν του λαου ημων και πολεμησωμεν περι του λαου ημων και των αγιων43 disseram uns para os outros: Levantemos o nosso povo do seu abatimento e pelejemos pela nossa nação e pelo santuário.
44 και ηθροισθη η συναγωγη του ειναι ετοιμους εις πολεμον και του προσευξασθαι και αιτησαι ελεος και οικτιρμους44 Fez-se a convocação de toda a gente, a fim de se prepararem para a peleja e a fim de fazerem oração (ao Senhor) e implorarem a sua misericórdia ,e piedade.
45 και ιερουσαλημ ην αοικητος ως ερημος ουκ ην ο εισπορευομενος και εκπορευομενος εκ των γενηματων αυτης και το αγιασμα καταπατουμενον και υιοι αλλογενων εν τη ακρα καταλυμα τοις εθνεσιν και εξηρθη τερψις εξ ιακωβ και εξελιπεν αυλος και κινυρα45 Ora Jerusalém não estava então habitada, mas parecia um deserto: entre seus filhos nenhum havia que entrasse e saísse dela; o santuário estava pisado aos pés; os filhos dos estrangeiros ocupavam a fortaleza, a qual servia de habitação aos gentios; foi desterrada de Jacob toda a alegria, não se ouvindo já nem a flauta nem a harpa.
46 και συνηχθησαν και ηλθοσαν εις μασσηφα κατεναντι ιερουσαλημ οτι τοπος προσευχης ην εν μασσηφα το προτερον τω ισραηλ46 Eles, pois, juntaram-se e foram para Masfa, que está defronte de Jerusalém, porque outrora havia em Masfa um lugar de oração para Israel.
47 και ενηστευσαν τη ημερα εκεινη και περιεβαλοντο σακκους και σποδον επι την κεφαλην αυτων και διερρηξαν τα ιματια αυτων47 Jejuaram aquele dia, vestiram-se de cilícios, puseram cinza sobre a sua cabeça e rasgaram as suas vestes.
48 και εξεπετασαν το βιβλιον του νομου περι ων εξηρευνων τα εθνη τα ομοιωματα των ειδωλων αυτων48 Abriram o livro da lei, para o consultar, assim como fazem os gentios com as imagens dos seus falsos deuses.
49 και ηνεγκαν τα ιματια της ιερωσυνης και τα πρωτογενηματα και τας δεκατας και ηγειραν τους ναζιραιους οι επληρωσαν τας ημερας49 Trouxeram os ornamentos sacerdotais, as primícias e os dízimos, e fizeram vir os nazarenos, que tinham cumprido o tempo (do seu voto);
50 και εβοησαν φωνη εις τον ουρανον λεγοντες τι ποιησωμεν τουτοις και που αυτους απαγαγωμεν50 depois gritaram em alta voz para o céu, dizendo: Que havemos de fazer nós destas coisas, e para onde havemos de conduzir estes homens?
51 και τα αγια σου καταπεπατηνται και βεβηλωνται και οι ιερεις σου εν πενθει και ταπεινωσει51 O teu santuário foi pisado aos pés e manchado; os teus sacerdotes estão em luto e em humilhação
52 και ιδου τα εθνη συνηκται εφ' ημας του εξαραι ημας συ οιδας α λογιζονται εφ' ημας52 juntaram-se as nações contra nós para nos destruírem; tu sabes (bem) os seus desígnios contra nós.
53 πως δυνησομεθα υποστηναι κατα προσωπον αυτων εαν μη συ βοηθησης ημιν53 Como poderemos subsistir diante da sua face, se tu, ó Deus, nos não assistires?
54 και εσαλπισαν ταις σαλπιγξιν και εβοησαν φωνη μεγαλη54 Então fizeram retinir as trombetas com grande estrondo.
55 και μετα τουτο κατεστησεν ιουδας ηγουμενους του λαου χιλιαρχους και εκατονταρχους και πεντηκονταρχους και δεκαδαρχους55 Depois disto Judas nomeou chefes do povo; (chefes) de mil homens, de cem, de cinqüenta e de dez.
56 και ειπεν τοις οικοδομουσιν οικιας και μνηστευομενοις γυναικας και φυτευουσιν αμπελωνας και δειλοις αποστρεφειν εκαστον εις τον οικον αυτου κατα τον νομον56 E disse aos que acabavam de edificar casas, de receber mulheres, de plantar vinhas, e aos que eram tímidos, que voltassem para suas casas, conforme a lei.
57 και απηρεν η παρεμβολη και παρενεβαλον κατα νοτον αμμαους57 Feito isto, levantaram o acampamento e foram acampar perto de Emaús, do lado do meio-dia.
58 και ειπεν ιουδας περιζωσασθε και γινεσθε εις υιους δυνατους και γινεσθε ετοιμοι εις πρωι του πολεμησαι εν τοις εθνεσιν τουτοις τοις επισυνηγμενοις εφ' ημας εξαραι ημας και τα αγια ημων58 Judas disse-lhes: Preparai-vos, sede homens de valor e estai prontos para amanha, de manhã, pelejardes contra estas nações, que se juntaram contra nós para nos destruírem e às nossas coisas santas,
59 οτι κρεισσον ημας αποθανειν εν τω πολεμω η επιδειν επι τα κακα του εθνους ημων και των αγιων59 porque melhor nos é morrer em combate, do que ver os males do nosso povo e do nosso santuário.
60 ως δ' αν η θελημα εν ουρανω ουτως ποιησει60 Mas cumpra-se o que for vontade (de Deus) no céu.