SCRUTATIO

Lunedi, 29 giugno 2026 - Sant'Ireneo di Lione ( Letture di oggi)

ΚΡΙΤΑΙ - Giudici - Judges 4


font
GREEK BIBLEБіблія
1 Και επραξαν οι υιοι Ισραηλ παλιν πονηρα ενωπιον του Κυριου, αφου ετελευτησεν ο Αωδ.1 Але сини Ізраїля вчинили знову те, що було не довподоби Господеві, коли Егуд помер.
2 Και επωλησεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα του Ιαβειν, βασιλεως Χανααν, οστις εβασιλευεν εν Ασωρ? και αρχηγος των στρατευματων αυτου ητο ο Σισαρα, οστις κατωκει εκ Αρωσεθ των εθνων.2 Господь віддав їх у руки Явінові, ханаанському цареві, що царював у Хацорі. Начальником же його війська був Сісера, що жив у Харошет-Гоїмі.
3 Και εβοησαν προς τον Κυριον οι υιοι Ισραηλ? διοτι ειχεν εννεακοσιας αμαξας σιδηρας? και αυτος κατεθλιψε σφοδρα τους υιους Ισραηλ εικοσι ετη.3 Заквилили тоді ізраїльтяни до Господа, бо в Явіна було 900 залізних Колісниць, і він сильно гнітив синів Ізраїля вже дванадцять років.
4 Και η Δεβορρα, γυνη προφητις, γυνη του Λαφιδωθ, αυτη εκρινε τον Ισραηλ κατα τον καιρον εκεινον.4 А під той час Девора, пророчиця, жінка Лаппідота, була в Ізраїлі суддею.
5 Και αυτη κατωκει υπο τον φοινικα της Δεβορρας, μεταξυ Ραμα και Βαιθηλ, εν τω ορει Εφραιμ? και ανεβαινον προς αυτην οι υιοι Ισραηλ δια να κρινωνται.5 Сиділа вона собі звичайно під Девора-пальмою, між Рамою й Бетелом, у Ефраїм-горах, і сини Ізраїля приходили судитись до неї.
6 Και εστειλε και εκαλεσε τον Βαρακ τον υιον του Αβινεεμ απο Κεδες-νεφαλι, και ειπε προς αυτον, Δεν προσταξε Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, λεγων, Υπαγε και συναξον δυναμιν εν τω ορει Θαβωρ και λαβε μετα σου δεκα χιλιαδας ανδρων εκ των υιων Νεφθαλι και εκ των υιων Ζαβουλων,6 Послала вона до Варака, сина Авіноама, з Кадету в Нафталі, й промовила до нього: «Господь, Бог Ізраїля, велить ось що: лаштуйсь у дорогу, виступай на Тавор-гору, взявши з собою десять тисяч чоловік із нафталіїв та завулонян.
7 και θελω επισυρει προς σε εις τον ποταμον Κισων τον Σισαρα, τον αρχηγον του στρατευματος Ιαβειν, και τας αμαξας αυτου και το πληθος αυτου, και θελω παραδωσει αυτον εις την χειρα σου;7 Я ж заманю до тебе, до Кішон-потоку, Сісеру, начальника війська Явіна, разом з його колісницями й з його військом, і віддам його тобі в руки.»
8 Και ειπε προς αυτην ο Βαρακ, Εαν συ ελθης μετ' εμου, θελω υπαγει? αλλ' εαν δεν ελθης μετ' εμου, δεν θελω υπαγει.8 А Варак відказав їй: «Коли підеш зо мною, то я піду, коли ж не підеш зо мною — не піду.»
9 Η δε ειπε, Θελω ελθει εξαπαντος μετα σου? πλην δεν θελεις λαβει τιμην εν τη οδω εις την οποιαν υπαγεις? διοτι εις χειρα γυναικος θελει πωλησει ο Κυριος τον Σισαρα. Και η Δεβορρα εσηκωθη και υπηγε μετα του Βαρακ εις Κεδες.9 Вона ж до нього: «Піти з тобою я піду, тільки ж слава у поході, в який ти вибираєшся, не припаде тобі, бо Господь жінці видасть Сісеру в руки.» І зібралася Девора й пішла з Вараком до Кадешу.
10 Και συνεκαλεσεν ο Βαρακ τον Ζαβουλων και τον Νεφθαλι εις Κεδες, και ανεβη μετα δεκα χιλιαδων ανδρων κατα ποδας αυτου? και η Δεβορρα ανεβη μετ' αυτου.10 Скликав тоді Варак Завулона і Нафталі в Кадеш: десять тисяч чоловік пішло за ним слідом, і Девора пішла з ними.
11 Ο δε Εβερ ο Κεναιος, εκ των υιων του Οβαβ πενθερου του Μωυσεως, ειχε χωρισθη απο των Κεναιων και ειχε στησει την σκηνην αυτου εως της δρυος Ζααναειμ, της πλησιον Κεδες.11 Хевер же, кеній, відділився був від кеніїв, потомків Ховава, тестя Мойсея, і розіп’яв свій намет біля Бецааннім-дуба, що під Кадешем.
12 Και ανηγγειλαν προς τον Σισαρα, οτι Βαρακ ο υιος του Αβινεεμ ανεβη εις το ορος Θαβωρ.12 Як же Сісері оповіли, що Варак, син Авіноама, пішов на Тавор-гору,
13 Και συνηθροισεν ο Σισαρα πασας τας αμαξας αυτου, εννεακοσιας αμαξας σιδηρας, και παντα τον λαον τον μετ' αυτου, απο Αρωσεθ των εθνων εις τον ποταμον Κισων.13 зібрав Сісера всі свої колісниці — дев’ятсот залізних колісниць — і ввесь військовий люд, що мав при собі, від Харошет-Гоїму до Кішон-потоку.
14 Και ειπεν η Δεβορρα προς τον Βαρακ, Σηκωθητι? διοτι αυτη ειναι η ημερα, καθ' ην ο Κυριος παρεδωκε τον Σισαρα εις την χειρα σου? δεν εξηλθεν ο Κυριος εμπροσθεν σου; Και κατεβη ο Βαρακ απο του ορους Θαβωρ και δεκα χιλιαδες ανδρες κατοπιν αυτου.14 І мовила Девора до Варака: «Готуйсь, бо це той день. Коли Господь дасть тобі Сісеру в руки! Хіба Господь не йде поперед тебе?» От і спустивсь Варак з Тавор-гори, і десять тисяч чоловік з ним
15 Και κατετροπωσεν ο Κυριος τον Σισαρα και πασας τας αμαξας και παν το στρατευμα, εν στοματι μαχαιρας, εμπροσθεν του Βαρακ? και κατεβη ο Σισαρα απο της αμαξης και εφυγε πεζος.15 Господь навів страх на Сісеру й на всі його колісниці, й на ввесь його табір, перед Вараком, так що Сісера зіскочив з колісниці й утік пішки.
16 Κατεδιωξε δε ο Βαρακ κατοπιν των αμαξων και κατοπιν του στρατευματος εως της Αρωσεθ των εθνων? και επεσε παν το στρατευμα του Σισαρα εν στοματι μαχαιρας? δεν εμεινεν ουδε εις.16 Варак же кинувсь навздогінці за колісницями й за військом аж до Харошет-Гоїму, і все військо Сісери полягло від леза меча, ані одного не зосталось.
17 Και εφυγεν ο Σισαρα πεζος εις την σκηνην της Ιαηλ, γυναικος του Εβερ του Κεναιου? διοτι ητο ειρηνη μεταξυ του Ιαβειν βασιλεως της Ασωρ και του οικου του Εβερ του Κεναιου.17 Сісера ж прибіг пішки до намету Яели, жінки Хевера, кенія, бо між Явіном, царем хацорським, і домом Хевера, кенія, панував мир.
18 Και εξηλθεν η Ιαηλ εις συναντησιν του Σισαρα και ειπε προς αυτον, Εισελθε, κυριε μου, εισελθε προς εμε? μη φοβου. Και οτε εισηλθε προς αυτην εις την σκηνην, εσκεπασεν αυτον με καλυμμα.18 Вийшла ото Яела назустріч Сісері та й каже йому: «Заверни, мій пане, заверни до мене, не бійся!» І зайшов він до неї в намет, і вона прикрила його килимом.
19 Και ειπε προς αυτην. Ποτισον με, παρακαλω, ολιγον υδωρ, διοτι εδιψησα. Και ηνοιξε τον ασκον του γαλακτος και εποτισεν αυτον και εσκεπασεν αυτον.19 І каже він до неї: «Дай мені, будь-ласка, трохи води напитись, бо пече мене спрага!» Вона й відчинила бурдюк з молоком, дала йому напитись і прикрила його.
20 Και ειπε προς αυτην, Στηθι εις την θυραν της σκηνης, και εαν ελθη τις και σε ερωτηση, λεγων, Ειναι τις ενταυθα; ειπε, Ουχι.20 Він же каже до неї: «Стань при вході в намет, і коли прийде хтось і питатиме тебе й казатиме: Чи нема кого тут? — то скажи: Ні!»
21 Και ελαβεν Ιαηλ η γυνη του Εβερ τον πασσαλον της σκηνης, και βαλουσα σφυραν εις την χειρα αυτης, υπηγεν ησυχως προς αυτον και ενεπηξε τον πασσαλον εις τον μηνιγγα αυτου, ωστε εκαρφωθη εις την γην? διοτι αυτος αποκαμωμενος ων εκοιματο βαθεως. Και απεθανε.21 Тоді Яела, жінка Хевера, вхопила наметового кілка, взяла у руки молот, підступила стиха до нього та й загнала кілка йому в скроню так, що кілок пройшов у землю, бо Сісера заснув був глибоко від утоми. Так помер він.
22 Και ιδου, ο Βαρακ κατεδιωκε τον Σισαρα? η δε Ιαηλ εξηλθεν εις συναντησιν αυτου και ειπε προς αυτον, Ελθε, και θελω σοι δειξει τον ανδρα τον οποιον ζητεις. Και οτε εισηλθε προς αυτην, ιδου, ο Σισαρα εκειτο νεκρος, και ο πασσαλος εις τον μηνιγγα αυτου.22 Аж ось з’явився й Варак, що гнався за Сісерою; вийшла Яела йому назустріч та й каже до нього: «Ходи, я покажу тобі того, кого шукаєш.» Ввійшов він до неї, аж ось Сісера. простягнутий на землі, лежить мертвий, з кілком у скроні.
23 Και εταπεινωσεν ο Θεος κατα την ημεραν εκεινην τον Ιαβειν βασιλεα Χανααν εμπροσθεν των υιων Ισραηλ.23 Так Господь принизив Явіна, ханаанського царя, перед синами Ізраїля,
24 Και εκραταιουτο η χειρ των υιων Ισραηλ και κατισχυεν επι Ιαβειν βασιλεα Χανααν, εωσου εξωλοθρευσαν τον Ιαβειν βασιλεα Χανααν.24 і рука синів Ізраїля тяжіла все важче над Явіном, царем ханаанським, аж покіль вони не знищили Явіна, царя ханаанського.