SCRUTATIO

Jeudi, 8 Octobre 2026 - Beata Maria Vergine del Rosario ( Letture di oggi)

Évangile selon Marc 15


font
Le Sainte Bible FillionGREEK BIBLE
1 Dès le matin, les princes des prêtres, ayant délibéré avec les anciens, et les scribes, et tout le conseil, lièrent Jésus, L'emmenèrent, et Le livrèrent à Pilate.1 Και ευθυς το πρωι συνεβουλευθησαν οι αρχιερεις μετα των πρεσβυτερων και γραμματεων και ολον το συνεδριον, και δεσαντες τον Ιησουν εφεραν και παρεδωκαν εις τον Πιλατον.
2 Et Pilate L'interrogea: Es-Tu le roi des Juifs? Jésus lui répondit: Tu le dis.2 Και ηρωτησεν αυτον ο Πιλατος? Συ εισαι ο βασιλευς των Ιουδαιων; Ο δε αποκριθεις ειπε προς αυτον? Συ λεγεις.
3 Les princes des prêtres L'accusèrent de beaucoup de choses.3 Και κατηγορουν αυτον οι αρχιερεις πολλα.
4 Pilate L'interrogea de nouveau, en disant: Tu ne réponds rien? Vois de combien de choses ils T'accusent.4 Ο δε Πιλατος παλιν ηρωτησεν αυτον, λεγων? Δεν αποκρινεσαι ουδεν; ιδε ποσα σου καταμαρτυρουσιν.
5 Mais Jésus ne répondit plus rien, de sorte que Pilate était étonné.5 Ο δε Ιησους ετι δεν απεκριθη ουδεν, ωστε ο Πιλατος εθαυμαζε.
6 Or, le jour de la fête, il avait coutume de leur délivrer un des prisonniers, celui qu'ils demandaient.6 Κατα δε την εορτην απελυεν εις αυτους ενα δεσμιον, οντινα εζητουν?
7 Il y en avait un, nommé Barabbas, qui avait été emprisonné avec des séditieux, pour un meutre qu'il avait commis dans une émeute.7 ητο δε ο λεγομενος Βαραββας δεδεμενος μετα των συνωμοτων, οιτινες εν τη στασει επραξαν φονον.
8 La foule, étant montée, se mit à réclamer ce qu'il leur accordait toujours.8 Και αναβοησας ο οχλος, ηρχισε να ζητη να καμη καθως παντοτε εκαμνεν εις αυτους.
9 Pilate leur répondit, et dit: Voulez-vous que je vous délivre le Roi des Juifs?9 Ο δε Πιλατος απεκριθη προς αυτους, λεγων? Θελετε να σας απολυσω τον βασιλεα των Ιουδαιων;
10 Car il savait que c'était par envie que les princes des prêtres L'avaient livré.10 Επειδη ηξευρεν οτι δια φθονον παρεδωκαν αυτον οι αρχιερεις.
11 Mais les pontifes excitèrent la foule à demander qu'il délivrât plutôt Barabbas.11 Οι αρχιερεις ομως διηγειραν τον οχλον να ζητησωσι να απολυση εις αυτους μαλλον τον Βαραββαν.
12 Pilate, prenant de nouveau la parole, leur dit: Que voulez-vous donc que je fasse du Roi des Juifs?12 Και ο Πιλατος αποκριθεις παλιν, ειπε προς αυτους? Τι λοιπον θελετε να καμω τουτον, τον οποιον λεγετε βασιλεα των Ιουδαιων;
13 Mais ils crièrent de nouveau: crucifie-Le.13 Οι δε παλιν εκραξαν? Σταυρωσον αυτον.
14 Pilate, cependant, leur disait: Mais quel mal a-t-Il fait? Et ils criaient encore plus fort: Crucifie-Le.14 Ο δε Πιλατος ελεγε προς αυτους? Και τι κακον επραξεν; οι δε περισσοτερον εκραξαν? Σταυρωσον αυτον.
15 Pilate, voulant satisfaire le peuple, leur remit Barabbas, et après avoir fait flagellé Jésus, il Le livra pour être crucifié.15 Ο Πιλατος λοιπον, θελων να καμη εις τον οχλον το αρεστον, απελυσεν εις αυτους τον Βαραββαν και παρεδωκε τον Ιησουν, αφου εμαστιγωσεν αυτον, δια να σταυρωθη.
16 Alors les soldats Le conduisirent dans la cour du prétoire; puis ils rassemblent toute la cohorte.16 Οι δε στρατιωται εφεραν αυτον ενδον της αυλης, το οποιον ειναι το πραιτωριον, και συγκαλουσιν ολον το ταγμα των στρατιωτων?
17 Ils Le revêtent de pourpre, et Lui mettent sur la tête une couronne d'épines qu'ils avaient tressée.17 και ενδυουσιν αυτον πορφυραν και πλεξαντες ακανθινον στεφανον, βαλλουσι περι την κεφαλην αυτου,
18 Ils se mirent ensuite à Le saluer: Salut, Roi des Juifs.18 και ηρχισαν να χαιρετωσιν αυτον, λεγοντες? Χαιρε, βασιλευ των Ιουδαιων?
19 Ils Lui frappaient la tête avec un roseau, et crachaient sur Lui, et fléchissant les genoux, ils L'adoraient.19 και ετυπτον την κεφαλην αυτου με καλαμον και ενεπτυον εις αυτον, και γονυπετουντες προσεκυνουν αυτον.
20 Après s'être moqués de Lui, ils Lui ôtèrent la pourpre, et Lui remirent ses vêtements; puis ils L'emmenèrent pour Le crucifier.20 Και αφου ενεπαιξαν αυτον, εξεδυσαν αυτον την πορφυραν και ενεδυσαν αυτον τα ιματια αυτου και εφεραν αυτον εξω, δια να σταυρωσωσιν αυτον.
21 Et ils contraignirent un certain Simon de Cyrène, père d'Alexandre et de Rufus, qui passait par là en revenant des champs, de porter la croix de Jésus.21 Και αγγαρευουσι τινα Σιμωνα Κυρηναιον διαβαινοντα, ενω ηρχετο απο του αγρου, τον πατερα του Αλεξανδρου και Ρουφου, δια να σηκωση τον σταυρον αυτου.
22 Ils Le conduisirent ainsi au lieu appelé Golgotha; ce qui signifie: lieu du Calvaire.22 Και φερουσιν αυτον εις τον τοπον Γολγοθα, το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι, Κρανιου τοπος.
23 Et ils Lui donnaient à boire du vin mêlé de myrrhe; mais Il n'en prit pas.23 Και εδιδον εις αυτον να πιη οινον μεμιγμενον με σμυρναν? αλλ' εκεινος δεν ελαβε.
24 Après L'avoir crucifié, ils partagèrent Ses vêtements, tirant au sort ce que chacun en apporterait.24 Και αφου εσταυρωσαν αυτον, διεμεριζοντο τα ιματια αυτου, βαλλοντες κληρον επ' αυτα τι εκαστος να λαβη.
25 C'était la troisième heure quand ils Le crucifièrent.25 Ητο δε ωρα τριτη και εσταυρωσαν αυτον.
26 Et l'inscription qui indiquait la cause de Sa condamnation portait: Le Roi des Juifs.26 Και η επιγραφη της κατηγοριας αυτου ητο επιγεγραμμενη, Ο βασιλευς των Ιουδαιων.
27 Ils crucifièrent avec Lui deux voleurs, l'un à Sa droite, et l'autre à Sa gauche.27 Και μετ' αυτου σταυρονουσι δυο ληστας, ενα εκ δεξιων και ενα εξ αριστερων αυτου.
28 Ainsi fut accomplie cette parole de l'Ecriture: Il a été rangé parmi les criminels.28 Και επληρωθη η γραφη η λεγουσα? Και μετα ανομων ελογισθη.
29 Les passants Le blasphémaient, branlant la tête, et disant: Eh! Toi qui détruis le temple de Dieu et qui le rebâtis en trois jours,29 Και οι διαβαινοντες εβλασφημουν αυτον, κινουντες τας κεφαλας αυτων και λεγοντες? Ουα, ο χαλων τον ναον και δια τριων ημερων οικοδομων,
30 sauve-Toi Toi-même, en descendant de la croix.30 σωσον σεαυτον και καταβα απο του σταυρου.
31 Pareillement, les princes des prêtres, se moquant de Lui avec les scribes, se disaient l'un à l'autre: Il a sauvé les autres; et Il ne peut Se sauver Lui-même.31 Ομοιως δε και οι αρχιερεις, εμπαιζοντες προς αλληλους μετα των γραμματεων, ελεγον? Αλλους εσωσεν, εαυτον δεν δυναται να σωση.
32 Que le Christ, le Roi d'Israël, descende maintenant de la croix, afin que nous voyions et que nous croyions! Ceux qui avaient été crucifiés avec Lui L'insultaient aussi.32 Ο Χριστος ο βασιλευς του Ισραηλ ας καταβη τωρα απο του σταυρου, δια να ιδωμεν και πιστευσωμεν. Και οι συνεσταυρωμενοι μετ' αυτου ωνειδιζον αυτον.
33 La sixième heure étant venue, les ténèbres couvrirent toute la terre, jusqu'à la neuvième heure.33 Οτε δε ηλθεν η εκτη ωρα, σκοτος εγεινεν εφ' ολην την γην εως ωρας εννατης?
34 Et à la neuvième heure, Jésus poussa un grand cri, en disant: Eloï, Eloï, lamma sabacthani? Ce qui signifie: Mon Dieu, Mon Dieu, pourquoi M'avez-Vous abandonné?34 και την ωραν την εννατην εβοησεν ο Ιησους μετα φωνης μεγαλης, λεγων? Ελωι, Ελωι, λαμα σαβαχθανι; το οποιον μεθερμηνευομενον ειναι, Θεε μου, Θεε μου, δια τι με εγκατελιπες;
35 Quelques-uns de ceux qui étaient présents, L'ayant entendu, disaient: Voici qu'Il appelle Elie.35 Και τινες των παρεστωτων ακουσαντες, ελεγον? Ιδου, τον Ηλιαν φωναζει.
36 Et l'un d'eux courut, et remplit une éponge de vinaigre; et l'ayant mise au bout d'un roseau, il Lui présentait à boire, en disant: Laissez; voyons si Elie viendra Le détacher.36 Δραμων δε εις και γεμισας σπογγον απο οξους και περιθεσας αυτον εις καλαμον, εποτιζεν αυτον, λεγων? Αφησατε, ας ιδωμεν αν ερχηται ο Ηλιας να καταβιβαση αυτον.
37 Mais Jésus, ayant poussé un grand cri, expira.37 Ο δε Ιησους, εκβαλων φωνην μεγαλην, εξεπνευσε.
38 Alors le voile du temple se déchira en deux, depuis le haut jusqu'en bas.38 Και το καταπετασμα του ναου εσχισθη εις δυο απο ανωθεν εως κατω.
39 Et le centurion qui était en face de Jésus, voyant qu'Il avait expiré en poussant ce grand cri, dit: Cet homme était vraiment le Fils de Dieu.39 Ιδων δε ο εκατονταρχος ο παρισταμενος απεναντι αυτου οτι ουτω κραξας εξεπνευσεν, ειπεν? Αληθως ο ανθρωπος ουτος ητο Υιος Θεου.
40 Il y avait là aussi des femmes qui regardaient de loin; parmi elles étaient Marie-Madeleine, et Marie, Mère de Jacques le Mineur et de Joseph, et Salomé,40 Ησαν δε και γυναικες απο μακροθεν θεωρουσαι, μεταξυ των οποιων ητο και Μαρια η Μαγδαληνη και Μαρια η μητηρ του Ιακωβου του μικρου και του Ιωση, και η Σαλωμη,
41 qui Le suivaient et Le servaient lorsqu'Il était en Galilée; et beaucoup d'autres encore, qui étaient montées avec Lui à Jérusalem.41 αιτινες και οτε ητο εν τη Γαλιλαια ηκολουθουν αυτον και υπηρετουν αυτον, και αλλαι πολλαι, αιτινες συνανεβησαν μετ' αυτου εις Ιεροσολυμα.
42 Le soir étant déjà venu, comme c'était la préparation, c'est-à-dire la veille du sabbat,42 Και οτε εγεινεν ηδη εσπερα, διοτι ητο παρασκευη, τουτεστι προσαββατον,
43 Joseph d'Arimathie, membre distingué du conseil, qui attendait, lui aussi, le royaume de Dieu, vint et entra hardiment chez Pilate, et demanda le corps de Jésus.43 ηλθεν Ιωσηφ ο απο Αριμαθαιας, εντιμος βουλευτης, οστις και αυτος περιεμενε την βασιλειαν του Θεου, και τολμησας εισηλθε προς τον Πιλατον και εζητησε το σωμα του Ιησου.
44 Pilate s'étonna qu'Il fût mort si tôt; et ayant fait venir le centurion, il lui demanda s'Il était déjà mort.44 Ο δε Πιλατος εθαυμασεν αν ηδη απεθανε? και προσκαλεσας τον εκατονταρχον, ηρωτησεν αυτον αν προ πολλου απεθανε?
45 Et lorsqu'il s'en fut assuré par le centurion, il donna le corps à Joseph.45 και μαθων παρα του εκατονταρχου, εχαρισε το σωμα εις τον Ιωσηφ.
46 Joseph, ayant acheté un linceul, descendit Jésus de la croix, L'enveloppa dans le linceul, et Le déposa dans un sépulcre qui était taillé dans le roc; puis il roula une pierre à l'entrée du sépulcre.46 Και ουτος, αγορασας σινδονα και καταβιβασας αυτον, ετυλιξε με την σινδονα και εθεσεν αυτον εν μνημειω, το οποιον ητο λελατομημενον εκ πετρας, και προσεκυλισε λιθον επι την θυραν του μνημειου.
47 Cependant Marie-Madeleine, et Marie, mère de Joseph, regardaient où on Le mettait.47 Η δε Μαρια η Μαγδαληνη και Μαρια η μητηρ του Ιωση εβλεπον που τιθεται.