1 Samuel 14
12345678910111213141516171819202122232425262728293031
Gen
Exod
Lev
Num
Deut
Josh
Judg
Ruth
1 Sam
2 Sam
1 Kgs
2 Kgs
1 Chr
2 Chr
Ezra
Neh
Tob
Jdt
Esth
1 Macc
2 Macc
Job
Ps
Prov
Eccl
Cant
Wis
Sir
Isa
Jer
Lam
Bar
Ezek
Dan
Hos
Joel
Amos
Obad
Jon
Mic
Nah
Hab
Zeph
Hag
Zech
Mal
Matt
Mark
Luke
John
Acts
Rom
1 Cor
2 Cor
Gal
Eph
Phil
Col
1 Thess
2 Thess
1 Tim
2 Tim
Titus
Phlm
Heb
Jas
1 Pet
2 Pet
1 John
2 John
3 John
Jude
Rev
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| Revised Standard Version Catholic Edition | GREEK BIBLE |
|---|---|
| 1 One day Jonathan the son of Saul said to the young man who bore his armor, "Come, let us go over to the Philistine garrison on yonder side." But he did not tell his father. | 1 Ημεραν δε τινα ειπεν Ιωναθαν, ο υιος του Σαουλ, προς τον νεον τον βασταζοντα τα οπλα αυτου, Ελθε, και ας περασωμεν προς την φρουραν των Φιλισταιων, την εν τω περαν? προς τον πατερα αυτου ομως δεν εφανερωσε τουτο. |
| 2 Saul was staying in the outskirts of Gibe-ah under the pomegranate tree which is at Migron; the people who were with him were about six hundred men, | 2 Ο δε Σαουλ εκαθητο επι του ακρου του Γαβαα, υπο την ροδιαν την εν Μιγρων? και ο λαος ο μετ' αυτου ητο εως εξακοσιοι ανδρες? |
| 3 and Ahijah the son of Ahitub, Ichabod's brother, son of Phinehas, son of Eli, the priest of the LORD in Shiloh, wearing an ephod. And the people did not know that Jonathan had gone. | 3 και Αχια, ο υιος του Αχιτωβ, αδελφου του Ιχαβωδ, υιου του Φινεες, υιου του Ηλει, ιερευς του Κυριου εν Σηλω, φορων εφοδ. Και ο λαος δεν ηξευρεν οτι υπηγεν ο Ιωναθαν. |
| 4 In the pass, by which Jonathan sought to go over to the Philistine garrison, there was a rocky crag on the one side and a rocky crag on the other side; the name of the one was Bozez, and the name of the other Seneh. | 4 Μεταξυ δε των διαβασεων, δια των οποιων ο Ιωναθαν εζητει να περαση προς την φρουραν των Φιλισταιων, ητο αποτομος βραχος εξ ενος μερους και αποτομος βραχος εκ του αλλου μερους? και το ονομα του ενος Βοσες, το δε ονομα του αλλον Σενε. |
| 5 The one crag rose on the north in front of Michmash, and the other on the south in front of Geba. | 5 Το μετωπον του ενος βραχου ητο προς βορραν απεναντι Μιχμας, και το του αλλου προς νοτον απεναντι Γαβαα. |
| 6 And Jonathan said to the young man who bore his armor, "Come, let us go over to the garrison of these uncircumcised; it may be that the LORD will work for us; for nothing can hinder the LORD from saving by many or by few." | 6 Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον νεον τον βασταζοντα τα οπλα αυτου, Ελθε, και ας περασωμεν προς την φρουραν των απεριτμητων τουτων? ισως ενεργηση ο Κυριος υπερ ημων? διοτι δεν ειναι εις τον Κυριον εμποδιον να σωση δια πολλων η δι' ολιγων. |
| 7 And his armor-bearer said to him, "Do all that your mind inclines to; behold, I am with you, as is your mind so is mine." | 7 Και ειπε προς αυτον ο οπλοφορος αυτου, Καμε ο, τι ειναι εν τη καρδια σου? προχωρει? ιδου, εγω ειμαι μετα σου κατα την καρδιαν σου. |
| 8 Then said Jonathan, "Behold, we will cross over to the men, and we will show ourselves to them. | 8 Τοτε ειπεν ο Ιωναθαν, Ιδου, ημεις θελομεν περασει προς τους ανδρας και θελομεν δειχθη εις αυτους? |
| 9 If they say to us, Wait until we come to you,' then we will stand still in our place, and we will not go up to them. | 9 εαν ειπωσι προς ημας ουτω, Σταθητε εως να ελθωμεν προς εσας? τοτε θελομεν σταθη εν τω τοπω ημων και δεν θελομεν αναβη προς αυτους? |
| 10 But if they say, Come up to us,' then we will go up; for the LORD has given them into our hand. And this shall be the sign to us." | 10 αλλ' εαν ειπωσιν ουτως, Αναβητε προς ημας? τοτε θελομεν αναβη? διοτι ο Κυριος παρεδωκεν αυτους εις την χειρα ημων? και τουτο θελει εισθαι εις ημας το σημειον. |
| 11 So both of them showed themselves to the garrison of the Philistines; and the Philistines said, "Look, Hebrews are coming out of the holes where they have hid themselves." | 11 Εδειχθησαν λοιπον αμφοτεροι εις την φρουραν των Φιλισταιων? και οι Φιλισταιοι ειπον, Ιδου, οι Εβραιοι εξερχονται εκ των τρυπων, οπου ειχον κρυφθη. |
| 12 And the men of the garrison hailed Jonathan and his armor-bearer, and said, "Come up to us, and we will show you a thing." And Jonathan said to his armor-bearer, "Come up after me; for the LORD has given them into the hand of Israel." | 12 Και ελαλησαν οι ανδρες της φρουρας προς τον Ιωναθαν και προς τον βασταζοντα τα οπλα αυτου, και ειπον, Αναβητε προς ημας, και θελομεν σας φανερωσει τι. Και ειπεν ο Ιωναθαν προς τον οπλοφορον αυτου, Αναβα κατοπιν μου? διοτι παρεδωκεν αυτους ο Κυριος εις την χειρα του Ισραηλ. |
| 13 Then Jonathan climbed up on his hands and feet, and his armor-bearer after him. And they fell before Jonathan, and his armor-bearer killed them after him; | 13 Και ανερπυσεν ο Ιωναθαν με τας χειρας αυτου και με τους ποδας αυτου, και ο βασταζων τα οπλα αυτου κατοπιν αυτου? και επεσον εμπροσθεν του Ιωναθαν? και ο βασταζων τα οπλα αυτου εθανατονεν αυτους κατοπιν αυτου. |
| 14 and that first slaughter, which Jonathan and his armor-bearer made, was of about twenty men within as it were half a furrow's length in an acre of land. | 14 Αυτη δε η πρωτη σφαγη, την οποιαν εκαμον ο Ιωναθαν και ο οπλοφορος αυτου, ητο περιπου εικοσι ανδρες, εις διαστημα γης ημισεως στρεμματος. |
| 15 And there was a panic in the camp, in the field, and among all the people; the garrison and even the raiders trembled; the earth quaked; and it became a very great panic. | 15 Και εγεινε τρομος εν τω στρατοπεδω, εν τοις αγροις και εν παντι τω λαω? η φρουρα και οι λεηλατουντες, και αυτοι κατετρομαξαν, και η γη συνεταραχθη? ωστε ητο ως τρομος Θεου. |
| 16 And the watchmen of Saul in Gibe-ah of Benjamin looked; and behold, the multitude was surging hither and thither. | 16 Και ειδον οι φρουροι του Σαουλ εν Γαβαα του Βενιαμιν, και ιδου, το πληθος διελυετο και βαθμηδον διεσκορπιζετο. |
| 17 Then Saul said to the people who were with him, "Number and see who has gone from us." And when they had numbered, behold, Jonathan and his armor-bearer were not there. | 17 Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον λαον τον μετ' αυτου, Απαριθμησατε τωρα και ιδετε τις ανεχωρησεν εξ ημων. Και οτε απηριθμησαν, ιδου, ο Ιωναθαν και ο οπλοφορος αυτου δεν ησαν. |
| 18 And Saul said to Ahijah, "Bring hither the ark of God." For the ark of God went at that time with the people of Israel. | 18 Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Αχια, Φερε εδω την κιβωτον του Θεου. Διοτι η κιβωτος του Θεου ητο τοτε μετα των υιων Ισραηλ. |
| 19 And while Saul was talking to the priest, the tumult in the camp of the Philistines increased more and more; and Saul said to the priest, "Withdraw your hand." | 19 Και ενω ελαλει ο Σαουλ προς τον ιερεα, ο θορυβος εν τω στρατοπεδω των Φιλισταιων επροχωρει επι το μαλλον και επληθυνετο? ο δε Σαουλ ειπε προς τον ιερεα, Συρε οπισω την χειρα σου. |
| 20 Then Saul and all the people who were with him rallied and went into the battle; and behold, every man's sword was against his fellow, and there was very great confusion. | 20 Και συνηθροισθησαν ο Σαουλ και πας ο λαος ο μετ' αυτου και ηλθον εως εις την μαχην? και ιδου, παντος ανδρος η ρομφαια ητο εναντιον του συντροφου αυτου, σφαγη μεγαλη σφοδρα. |
| 21 Now the Hebrews who had been with the Philistines before that time and who had gone up with them into the camp, even they also turned to be with the Israelites who were with Saul and Jonathan. | 21 οι δε Εβραιοι οι μετα των Φιλισταιων οντες ως αλλοτε, οιτινες ειχον αναβη μετ' αυτων εις το στρατοπεδον εκ των περιξ, και αυτοι ετι ηνωθησαν μετα των Ισραηλιτων, οιτινες ησαν μετα του Σαουλ και Ιωναθαν. |
| 22 Likewise, when all the men of Israel who had hid themselves in the hill country of Ephraim heard that the Philistines were fleeing, they too followed hard after them in the battle. | 22 Και παντες οι ανδρες του Ισραηλ οι κρυπτομενοι εν τω ορει Εφραιμ, ακουσαντες οτι οι Φιλισταιοι εφευγον, εδραμον και αυτοι κατοπιν αυτων εις πολεμον. |
| 23 So the LORD delivered Israel that day; and the battle passed beyond Beth-aven. | 23 Και εσωσεν ο Κυριος τον Ισραηλ εν τη ημερα εκεινη? και η μαχη επερασεν εις Βαιθ-αυεν. |
| 24 And the men of Israel were distressed that day; for Saul laid an oath on the people, saying, "Cursed be the man who eats food until it is evening and I am avenged on my enemies." So none of the people tasted food. | 24 Οι δε ανδρες του Ισραηλ απεκαμον την ημεραν εκεινην? διοτι ο Σαουλ ειχεν ορκισει τον λαον, λεγων, Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις φαγη τροφην εως εσπερας, και εκδικηθω απο των εχθρων μου. Οθεν δεν εγευθη τροφην πας ο λαος. |
| 25 And all the people came into the forest; and there was honey on the ground. | 25 Και παν το πληθος ηλθεν εις δασος, οπου ητο μελι κατα γης. |
| 26 And when the people entered the forest, behold, the honey was dropping, but no man put his hand to his mouth; for the people feared the oath. | 26 Και οτε εισηλθεν ο λαος εις το δασος, ιδου, το μελι εσταλαξεν? ουδεις ομως επλησιασε την χειρα αυτου εις το στομα αυτου? διοτι εφοβηθη ο λαος τον ορκον. |
| 27 But Jonathan had not heard his father charge the people with the oath; so he put forth the tip of the staff that was in his hand, and dipped it in the honeycomb, and put his hand to his mouth; and his eyes became bright. | 27 Ο Ιωναθαν ομως δεν ειχεν ακουσει, οτε ο πατηρ αυτου ωρκισε τον λαον? οθεν ηπλωσε το ακρον της ραβδου της εν τη χειρι αυτου και εβυθισεν αυτο εις κηρηθραν και εβαλε την χειρα αυτου εις το στομα αυτου, και ανεβλεψαν οι οφθαλμοι αυτου. |
| 28 Then one of the people said, "Your father strictly charged the people with an oath, saying, Cursed be the man who eats food this day.'" And the people were faint. | 28 Απεκριθη δε εις εκ του λαου και ειπεν, Ο πατηρ σου ωρκισε δι' ορκου τον λαον, λεγων, Επικαταρατος ο ανθρωπος, οστις φαγη τροφην σημερον? δια τουτο ο λαος ειναι εκλελυμενος. |
| 29 Then Jonathan said, "My father has troubled the land; see how my eyes have become bright, because I tasted a little of this honey. | 29 Ο δε Ιωναθαν ειπεν, Εταραξεν ο πατηρ μου τον κοσμον? ιδετε, παρακαλω, ποσον ανεβλεψαν οι οφθαλμοι μου, διοτι εγευθην ολιγον εκ τουτου του μελιτος? |
| 30 How much better if the people had eaten freely today of the spoil of their enemies which they found; for now the slaughter among the Philistines has not been great." | 30 ποσω μαλλον, εαν ο λαος ηθελε φαγει την σημερον ελευθερως εκ των λαφυρων των εχθρων αυτου, τα οποια ευρηκε; διοτι δεν ηθελε γεινει τωρα πολυ μεγαλητερα σφαγη μεταξυ των Φιλισταιων; |
| 31 They struck down the Philistines that day from Michmash to Aijalon. And the people were very faint; | 31 Επαταξαν δε εν εκεινη τη ημερα τους Φιλισταιους απο Μιχμας εως Αιαλων? και ο λαος ητο εκλελυμενος σφοδρα. |
| 32 the people flew upon the spoil, and took sheep and oxen and calves, and slew them on the ground; and the people ate them with the blood. | 32 Οθεν ερριφθη ο λαος εις τα λαφυρα, και ελαβε προβατα και βοας και μοσχους και εσφαξαν κατα γης? και ετρωγεν ο λαος μετα του αιματος. |
| 33 Then they told Saul, "Behold, the people are sinning against the LORD, by eating with the blood." And he said, "You have dealt treacherously; roll a great stone to me here. " | 33 Ανηγγειλαν δε προς τον Σαουλ, λεγοντες, Ιδου, ο λαος αμαρτανει εις τον Κυριον, διοτι τρωγουσι μετα του αιματος. Και ειπε, Παραβαται εσταθητε? κυλισατε προς εμε σημερον λιθον μεγαν. |
| 34 And Saul said, "Disperse yourselves among the people, and say to them, Let every man bring his ox or his sheep, and slay them here, and eat; and do not sin against the LORD by eating with the blood.'" So every one of the people brought his ox with him that night, and slew them there. | 34 Και ειπεν ο Σαουλ, Διασπαρθητε μεταξυ του λαου και ειπατε προς αυτους, Φερετε μοι ενταυθα εκαστος τον βουν αυτου και εκαστος το προβατον αυτου, και σφαξατε ενταυθα και φαγετε? και μη αμαρτανετε εις τον Κυριον, τρωγοντες μετα του αιματος. Και εφεραν πας ο λαος εκαστος τον βουν αυτου μεθ' εαυτου εκεινην την νυκτα και εσφαξαν εκει. |
| 35 And Saul built an altar to the LORD; it was the first altar that he built to the LORD. | 35 Και ωκοδομησεν ο Σαουλ θυσιαστηριον εις τον Κυριον? τουτο ητο το πρωτον θυσιαστηριον, το οποιον ωκοδομησεν ο Σαουλ εις τον Κυριον. |
| 36 Then Saul said, "Let us go down after the Philistines by night and despoil them until the morning light; let us not leave a man of them." And they said, "Do whatever seems good to you." But the priest said, "Let us draw near hither to God." | 36 Και ειπεν ο Σαουλ, Ας καταβωμεν εξοπισω των Φιλισταιων δια νυκτος, και ας διαρπασωμεν αυτους εως να φεγξη η ημερα, και ας μη αφησωμεν μηδε ενα εξ αυτων. Και ειπον, Καμε παν ο, τι σοι φαινεται καλον. Τοτε ειπεν ο ιερευς, Ας προσελθωμεν ενταυθα εις τον Θεον. |
| 37 And Saul inquired of God, "Shall I go down after the Philistines? Wilt thou give them into the hand of Israel?" But he did not answer him that day. | 37 Και ηρωτησεν ο Σαουλ τον Θεον, Να καταβω εξοπισω των Φιλισταιων; θελεις παραδωσει αυτους εις την χειρα του Ισραηλ; Αλλα δεν απεκριθη προς αυτον την ημεραν εκεινην. |
| 38 And Saul said, "Come hither, all you leaders of the people; and know and see how this sin has arisen today. | 38 Και ειπεν ο Σαουλ, Πλησιασατε ενταυθα παντες οι αρχηγοι του λαου? και μαθετε και ιδετε, εις ποιον εσταθη η αμαρτια αυτη σημερον? |
| 39 For as the LORD lives who saves Israel, though it be in Jonathan my son, he shall surely die." But there was not a man among all the people that answered him. | 39 διοτι ζη Κυριος, ο σωσας τον Ισραηλ, οτι και εις τον Ιωναθαν τον υιον μου αν εσταθη, θελει βεβαιως θανατωθη. Και δεν ευρεθη ουδεις μεταξυ παντος του λαου, οστις απεκριθη προς αυτον. |
| 40 Then he said to all Israel, "You shall be on one side, and I and Jonathan my son will be on the other side." And the people said to Saul, "Do what seems good to you." | 40 Και ειπε προς παντα τον Ισραηλ, Σταθητε σεις εκ του ενος μερους, εγω δε και Ιωναθαν ο υιος μου θελομεν σταθη εκ του αλλου μερους. Και ειπεν ο λαος προς τον Σαουλ, Καμε παν ο, τι σοι φαινεται καλον. |
| 41 Therefore Saul said, "O LORD God of Israel, why hast thou not answered thy servant this day? If this guilt is in me or in Jonathan my son, O LORD, God of Israel, give Urim; but if this guilt is in thy people Israel, give Thummim." And Jonathan and Saul were taken, but the people escaped. | 41 Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον Κυριον τον Θεον του Ισραηλ, Δειξον τον αθωον. Και επιασθη ο Ιωναθαν και ο Σαουλ? ο δε λαος απελυθη. |
| 42 Then Saul said, "Cast the lot between me and my son Jonathan." And Jonathan was taken. | 42 Και ειπεν ο Σαουλ, Ριψατε κληρους μεταξυ εμου και Ιωναθαν του υιου μου. Και επιασθη ο Ιωναθαν. |
| 43 Then Saul said to Jonathan, "Tell me what you have done." And Jonathan told him, "I tasted a little honey with the tip of the staff that was in my hand; here I am, I will die." | 43 Τοτε ειπεν ο Σαουλ προς τον Ιωναθαν, Φανερωσον μοι τι επραξας. Και εφανερωσε προς αυτον ο Ιωναθαν, και ειπε, Τωοντι εγευθην ολιγον μελι δια του ακρου της ραβδου της εν τη χειρι μου? ιδου, εγω, αποθνησκω. |
| 44 And Saul said, "God do so to me and more also; you shall surely die, Jonathan." | 44 Και απεκριθη ο Σαουλ, Ουτω να καμη ο Θεος και ουτω να προσθεση? βεβαιως θελεις αποθανει, Ιωναθαν. |
| 45 Then the people said to Saul, "Shall Jonathan die, who has wrought this great victory in Israel? Far from it! As the LORD lives, there shall not one hair of his head fall to the ground; for he has wrought with God this day." So the people ransomed Jonathan, that he did not die. | 45 Ο δε λαος ειπε προς τον Σαουλ, Ο Ιωναθαν θελει αποθανει, οστις εκαμε την μεγαλην ταυτην σωτηριαν εις τον Ισραηλ; Μη γενοιτο? Ζη Κυριος, ουδε μια θριξ εκ της κεφαλης αυτου θελει πεσει εις την γην? διοτι ενηργησε μετα του Θεου την ημεραν ταυτην. Και ελυτρωσεν ο λαος τον Ιωναθαν, και δεν απεθανε. |
| 46 Then Saul went up from pursuing the Philistines; and the Philistines went to their own place. | 46 Τοτε ανεβη ο Σαουλ εκ της καταδιωξεως των Φιλισταιων? και οι Φιλισταιοι υπηγαν εις τον τοπον αυτων. |
| 47 When Saul had taken the kingship over Israel, he fought against all his enemies on every side, against Moab, against the Ammonites, against Edom, against the kings of Zobah, and against the Philistines; wherever he turned he put them to the worse. | 47 Και ελαβεν ο Σαουλ την βασιλειαν επι τον Ισραηλ, και επολεμησεν εναντιον παντων των εχθρων αυτου κυκλω? εναντιον του Μωαβ και εναντιον των υιων του Αμμων και εναντιον του Εδωμ και εναντιον των βασιλεων της Σωβα και εναντιον των Φιλισταιων? και εναντιον παντων οπου και αν εστρεφετο, κατετροπονε. |
| 48 And he did valiantly, and smote the Amalekites, and delivered Israel out of the hands of those who plundered them. | 48 Συνεκροτησεν ετι δυναμιν και επαταξε τον Αμαληκ, και ηλευθερωσε τον Ισραηλ εκ χειρος των διαρπαζοντων αυτους. |
| 49 Now the sons of Saul were Jonathan, Ishvi, and Malchishua; and the names of his two daughters were these: the name of the first-born was Merab, and the name of the younger Michal; | 49 Οι δε υιοι του Σαουλ ησαν Ιωναθαν και Ισονει και Μελχι-σουε? και τα ονοματα των δυο θυγατερων αυτου, το ονομα της πρωτοτοκου Μεραβ, και το ονομα της νεωτερας Μιχαλ? |
| 50 and the name of Saul's wife was Ahino-am the daughter of Ahima-az. And the name of the commander of his army was Abner the son of Ner, Saul's uncle; | 50 το δε ονομα της γυναικος του Σαουλ ητο Αχινοαμ, θυγατηρ του Αχιμαας. Και το ονομα του αρχιστρατηγου αυτου Αβενηρ, υιος του Νηρ, θειου του Σαουλ. |
| 51 Kish was the father of Saul, and Ner the father of Abner was the son of Abiel. | 51 Ο δε Κεις ο πατηρ του Σαουλ, και ο Νηρ ο πατηρ του Αβενηρ, ησαν υιοι του Αβιηλ. |
| 52 There was hard fighting against the Philistines all the days of Saul; and when Saul saw any strong man, or any valiant man, he attached him to himself. | 52 Ητο δε πολεμος δυνατος εναντιον των Φιλισταιων κατα πασας τας ημερας του Σαουλ? και οποτε εβλεπεν ο Σαουλ ανδρα τινα δυνατον η ανδρειον, παρελαμβανεν αυτον πλησιον εαυτου. |