ΨΑΛΜΟΙ - Salmi - Psalms 70
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566676869707172737475767778798081828384858687888990919293949596979899100101102103104105106107108109110111112113114115116117118119120121122123124125126127128129130131132133134135136137138139140141142143144145146147148149150151
Confronta con un'altra Bibbia
Cambia Bibbia
| LXX | Biblia Matos Soares |
|---|---|
| 1 τω δαυιδ υιων ιωναδαβ και των πρωτων αιχμαλωτισθεντων ο θεος επι σοι ηλπισα μη καταισχυνθειην εις τον αιωνα | 1 A ti, Senhor, me acolho: não permitas que eu seja para sempre confundido |
| 2 εν τη δικαιοσυνη σου ρυσαι με και εξελου με κλινον προς με το ους σου και σωσον με | 2 segundo a tua justiça, põe-me a salvo e livra-me; inclina para mim o teu ouvido e salva-me. |
| 3 γενου μοι εις θεον υπερασπιστην και εις τοπον οχυρον του σωσαι με οτι στερεωμα μου και καταφυγη μου ει συ | 3 Sê para mim rochedo de refúgio, cidadela fortificada, para me salvares: em verdade, tu és o meu rochedo e a minha cidadela. |
| 4 ο θεος μου ρυσαι με εκ χειρος αμαρτωλου εκ χειρος παρανομουντος και αδικουντος | 4 Deus meu, livra-me da mão do iníquio, do punho do malvado e do opressor: |
| 5 οτι συ ει η υπομονη μου κυριε κυριος η ελπις μου εκ νεοτητος μου | 5 Com efeito, tu és a minha esperança, ó meu Deus, Senhor, (tu és a) minha esperança desde a minha mocidade. |
| 6 επι σε επεστηριχθην απο γαστρος εκ κοιλιας μητρος μου συ μου ει σκεπαστης εν σοι η υμνησις μου δια παντος | 6 Em ti me firmei desde o meu nascimento, tu és o meu protector desde o ventre de minha mãe: em ti esperei sempre. |
| 7 ωσει τερας εγενηθην τοις πολλοις και συ βοηθος κραταιος | 7 Fui considerado por muitos como um prodígio; tu, foste, realmente, o meu poderoso protector. |
| 8 πληρωθητω το στομα μου αινεσεως οπως υμνησω την δοξαν σου ολην την ημεραν την μεγαλοπρεπειαν σου | 8 A minha boca estava cheia do teu louvor, da tua glória todo o dia. |
| 9 μη απορριψης με εις καιρον γηρους εν τω εκλειπειν την ισχυν μου μη εγκαταλιπης με | 9 Não me desampares no tempo da velhice; quando faltarem as minhas forças, não me abandones. |
| 10 οτι ειπαν οι εχθροι μου εμοι και οι φυλασσοντες την ψυχην μου εβουλευσαντο επι το αυτο | 10 Porque os meus inimigos falam contra mim, e os que me espiam conspiram contra mim, |
| 11 λεγοντες ο θεος εγκατελιπεν αυτον καταδιωξατε και καταλαβετε αυτον οτι ουκ εστιν ο ρυομενος | 11 dizendo: "Deus desamparou-o; persegui-o e prendei-o, porque não há quem o livre" |
| 12 ο θεος μη μακρυνης απ' εμου ο θεος μου εις την βοηθειαν μου προσχες | 12 Ó Deus, não te afastes de mim, Deus meu, acode já em meu socorro. |
| 13 αισχυνθητωσαν και εκλιπετωσαν οι ενδιαβαλλοντες την ψυχην μου περιβαλεσθωσαν αισχυνην και εντροπην οι ζητουντες τα κακα μοι | 13 Sejam confundidos, pereçam os adversários da minha vida; sejam cobertos de confusão e de vergonha, os que me procuram males. |
| 14 εγω δε δια παντος ελπιω και προσθησω επι πασαν την αινεσιν σου | 14 Eu porém esperarei sempre (em ti), e cada dia contribuirei mais para teu louvor. |
| 15 το στομα μου εξαγγελει την δικαιοσυνην σου ολην την ημεραν την σωτηριαν σου οτι ουκ εγνων γραμματειας | 15 A minha boca anunciará a tua justiça, todo o dia os teus auxílios: nem sequer conheço a medida deles. |
| 16 εισελευσομαι εν δυναστεια κυριου κυριε μνησθησομαι της δικαιοσυνης σου μονου | 16 Hei-de narrar o poder de Deus, Senhor, hei-de proclamar a justiça própria só de ti. |
| 17 εδιδαξας με ο θεος εκ νεοτητος μου και μεχρι νυν απαγγελω τα θαυμασια σου | 17 Ensinaste-me, ó Deus, desde a minha juventude, e eu publico as tuas maravilhas (que tenho experimentado) até agora. |
| 18 και εως γηρους και πρεσβειου ο θεος μη εγκαταλιπης με εως αν απαγγειλω τον βραχιονα σου παση τη γενεα τη ερχομενη την δυναστειαν σου και την δικαιοσυνην σου | 18 E também na velhice e na decrepitude, ó Deus, não me desampares, enquanto eu anunciar a força do teu braço a toda esta geração, o teu poder a todas as (gerações) vindouras, |
| 19 ο θεος εως υψιστων α εποιησας μεγαλεια ο θεος τις ομοιος σοι | 19 e a tua justiça, ó Deus, que chega até aos céus, com a qual tão grandes coisas tens operado; ó Deus, quem é semelhante a ti? |
| 20 οσας εδειξας μοι θλιψεις πολλας και κακας και επιστρεψας εζωοποιησας με και εκ των αβυσσων της γης παλιν ανηγαγες με | 20 Impuseste-me tribulações numerosas e amargas: far-me-ás reviver, e dos abismos da terra outra vez me tirarás. |
| 21 επλεονασας την μεγαλοσυνην σου και επιστρεψας παρεκαλεσας με και εκ των αβυσσων της γης παλιν ανηγαγες με | 21 Aumenta o meu prestigio, e consola-me de novo. |
| 22 και γαρ εγω εξομολογησομαι σοι εν σκευει ψαλμου την αληθειαν σου ο θεος ψαλω σοι εν κιθαρα ο αγιος του ισραηλ | 22 Eu também celebrarei, ao som da harpa, a tua fidelidade, ó Deus, eu te cantarei salmos ao som da citara, ó santo de Israel. |
| 23 αγαλλιασονται τα χειλη μου οταν ψαλω σοι και η ψυχη μου ην ελυτρωσω | 23 Ao cantar os teus louvores, regozijar-se-ão os meus lábios e a minha alma, que resgataste. |
| 24 ετι δε και η γλωσσα μου ολην την ημεραν μελετησει την δικαιοσυνην σου οταν αισχυνθωσιν και εντραπωσιν οι ζητουντες τα κακα μοι | 24 Também a minha língua anunciará todo o dia a tua justiça, porque foram confundidos e envergonhados os que procuram fazer mal. |