| 1 Μη χαιρε, Ισραηλ, μηδε ευφραινου ως οι λαοι? διοτι επορνευσας εκκλινων απο του Θεου σου? ηγαπησας μισθωματα επι παν αλωνιον σιτου. | 1 Freue dich nicht, Israel, (frohlocke) nicht wie die Heidenvölker, daß du von deinem Gott ehebrecherisch (= treulos) abgefallen bist und gern Buhlerlohn (vgl. 2,7; 1,4) auf allen Getreidetennen angenommen hast! |
| 2 Το αλωνιον και ο ληνος δεν θελουσι θρεψει αυτους, και ο οινος θελει εκλειψει απ' αυτων. | 2 denn Tenne und Kelter werden sie nicht nähren (oder: verpflegen), und der Most wird ihre Hoffnung täuschen. |
| 3 Δεν θελουσι κατοικησει εν τη γη του Κυριου? αλλ' ο Εφραιμ θελει επιστρεψει προς την Αιγυπτον, και θελουσι φαγει ακαθαρτα εν τη Ασσυρια. | 3 Sie sollen im Lande des HERRN nicht wohnen bleiben, sondern Ephraim muß nach Ägypten zurückkehren, und in Assyrien werden sie unreine Speisen genießen. |
| 4 Δεν θελουσι προσφερει σπονδας οινου εις τον Κυριον, ουδε θελουσιν εισθαι αρεστοι εις αυτον? αι θυσιαι αυτων θελουσιν εισθαι εις αυτους ως αρτος πενθουντων? παντες οι τρωγοντες αυτας θελουσι μιανθη? διοτι αρτος αυτων υπερ της ψυχης αυτων δεν θελει εισελθει εις τον οικον του Κυριου. | 4 Dann werden sie dem HERRN keine Weinspenden mehr ausgießen, und ihre Schlachtopfer werden ihm nicht mehr wohlgefällig sein; nein, wie Trauerbrot wird ihre Speise sein: alle, die davon essen, verunreinigen sich dadurch; denn ihre Speise dient nur der Stillung ihres Hungers, ins Haus des HERRN gelangt sie nicht. |
| 5 Τι θελετε καμει εν ημερα πανηγυρεως και εν ημερα εορτης του Κυριου; | 5 Was wollt ihr dann beginnen an Feiertagen und am Tage des Festes des HERRN? |
| 6 Διοτι, ιδου, εφυγον δια την ταλαιπωριαν? η Αιγυπτος θελει συναξει αυτους, η Μεμφις θελει θαψει αυτους? τα δι' αργυριου επιθυμητα αυτων, κνιδαι θελουσι κληρονομησει αυτα? ακανθαι θελουσιν εισθαι εν ταις σκηναις αυτων. | 6 Denn ach! Sie müssen nach Assyrien wandern, Ägypten wird sie einheimsen und Moph (= Memphis) ihnen die Grabstätte bauen; ihre Kostbarkeiten an Silber werden die Disteln in Besitz nehmen, und Dorngesträuch wird in ihren Zelten (wachsen). |
| 7 Ηλθον αι ημεραι της επισκεψεως, αι ημεραι της ανταποδοσεως ηλθον? ο Ισραηλ θελει γνωρισει τουτο? ο προφητης ειναι αφρων, ο ανθρωπος ο πνευματεμφορος μαινομενος, δια το πληθος της ανομιας σου και του μεγαλου κατα σου μισους. | 7 Es kommen die Tage der Heimsuchung (oder: Strafe, Abrechnung), es kommen die Tage der Vergeltung: Israel wird erkennen, ob der Prophet ein Narr, der gottbegeisterte Mann wahnsinnig gewesen ist –, und zwar wegen der Menge deiner Verschuldungen und der Größe deiner Feindseligkeit! – |
| 8 Ο φρουρος του Εφραιμ ητο ο μετα του Θεου μου, ο δε προφητης εγεινε παγις ιξευτου εις πασας τας οδους αυτου και μισος εν τω οικω του Θεου αυτου. | 8 Ephraim liegt auf der Lauer gegenüber dem Propheten neben meinem Gott: Schlingen des Vogelstellers auf allen seinen Wegen, Anfeindung (sogar) im Hause seines Gottes! |
| 9 Διεφθαρησαν βαθεως ως εν ταις ημεραις της Γαβαα? δια τουτο θελει ενθυμηθη την ανομιαν αυτων, θελει επισκεφθη τας αμαρτιας αυτων. | 9 In tiefe Verderbnis versunken, treiben sie es wie einstmals in Gibea: er wird ihrer Schuld gedenken, wird ihre Sünden strafen! |
| 10 Ευρηκα τον Ισραηλ ως σταφυλην εν ερημω? ειδον τους πατερας σας ως τα πρωτογεννητα της συκης εν τη αρχη αυτης? αλλ' αυτοι υπηγον προς τον Βεελ-φεγωρ και αφιερωθησαν εις την αισχυνην? και εγειναν βδελυκτοι, καθως το αντικειμενον της αγαπης αυτων. | 10 »Wie Trauben in der Wüste, so fand ich Israel, wie eine Frühfrucht am Feigenbaum in seinem ersten Triebe sah ich eure Väter an; als sie aber nach Baal-Peor kamen (vgl. 4.Mose 25,1-4; 5.Mose 5,3), gaben sie sich dem Schandgott hin und wurden so greuelhaft wie ihr Geliebter. |
| 11 Περι δε του Εφραιμ, ως πτηνον θελει πεταξει η δοξα αυτων, απο της γεννας και απο της μητρας και απο της συλληψεως? | 11 Ephraims Volksmenge wird Vögeln gleich davonfliegen: keine Geburt mehr, keine Schwangerschaft, keine Empfängnis! |
| 12 αλλα και αν εκθρεψωσι τα τεκνα αυτων, θελω ατεκνωσει αυτους, ωστε να μη μεινη ανθρωπος, διοτι ουαι ετι εις αυτους, οταν συρθω απ' αυτων. | 12 Ja, wenn sie auch ihre Kinder großziehen sollten, will ich sie doch kinderlos machen, so daß keine Menschen mehr bleiben; ja wehe auch ihnen selbst, wenn ich mich von ihnen lossage! |
| 13 Ο Εφραιμ με εφαινετο ως η Τυρος, πεφυτευμενος εν τοπω τερπνω? πλην ο Εφραιμ θελει εκφερει τα τεκνα αυτου δια τον φονεα. | 13 Ephraim, wie ich es erschaut habe, glich einer jungen Palme, auf der Flur gepflanzt; aber Ephraim muß seine Söhne (oder: Kinder) dem Würger (oder: zur Schlachtung) ausliefern.« – |
| 14 Δος εις αυτους, Κυριε? τι θελεις δωσει; δος εις αυτους μητραν αποβαλλουσαν και μαστους ξηρους. | 14 Gib ihnen, HERR – was sollst du ihnen geben? Gib ihnen einen unfruchtbaren Mutterleib und welke Brüste! – |
| 15 Πασα η κακια αυτων ειναι εν Γαλγαλοις? διοτι εκει εμισησα αυτους? δια την κακιαν των πραξεων αυτων θελω εξωσει αυτους απο του οικου μου? δεν θελω αγαπα πλεον αυτους? παντες οι αρχοντες αυτων ειναι αποσταται. | 15 »Alle ihre Bosheit ist in Gilgal zutage getreten: ja, dort habe ich sie hassen gelernt. Wegen der Bosheit ihres ganzen Tuns will ich sie aus meinem Hause vertreiben, will ihnen keine Liebe mehr erweisen: alle ihre Führer (oder: Oberen) sind Abtrünnige! |
| 16 Επαταχθη ο Εφραιμ? η ριζα αυτων εξηρανθη? καρπον δεν θελουσι καμει? οτι και αν γεννησωσι, θελω θανατωσει τα επιθυμητα της μητρας αυτων. | 16 Wurmstichig ist Ephraim, seine Wurzel verdorrt; sie werden keine Frucht mehr bringen! Selbst wenn sie Kinder erzeugen sollten, würde ich doch die Lieblinge ihres Leibes sterben lassen.« – |
| 17 Ο Θεος μου θελει απορριψει αυτους, διοτι δεν εισηκουσαν αυτον? και θελουσιν εισθαι πλανωμενοι μεταξυ των εθνων. | 17 Mein Gott verwirft sie, weil sie ihm nicht gehorcht haben; so müssen sie denn unstet unter den Völkern umherirren. |