| 1 Μη χαιρε, Ισραηλ, μηδε ευφραινου ως οι λαοι? διοτι επορνευσας εκκλινων απο του Θεου σου? ηγαπησας μισθωματα επι παν αλωνιον σιτου. | 1 Non darti alla gioia, Israele, non darti al giubilo, come i popoli, poiché hai abbandonato totalmente il tuo Dio, hai preferito il donativo su tutte le aie di grano. |
| 2 Το αλωνιον και ο ληνος δεν θελουσι θρεψει αυτους, και ο οινος θελει εκλειψει απ' αυτων. | 2 L’aia e il tino non li pasceranno e il mosto li pianterà in asso. . . |
| 3 Δεν θελουσι κατοικησει εν τη γη του Κυριου? αλλ' ο Εφραιμ θελει επιστρεψει προς την Αιγυπτον, και θελουσι φαγει ακαθαρτα εν τη Ασσυρια. | 3 Non risiederanno più nella terra di Jahvè: Efraim tornerà in Egitto e mangeranno il pane contaminato dell'Assiria. |
| 4 Δεν θελουσι προσφερει σπονδας οινου εις τον Κυριον, ουδε θελουσιν εισθαι αρεστοι εις αυτον? αι θυσιαι αυτων θελουσιν εισθαι εις αυτους ως αρτος πενθουντων? παντες οι τρωγοντες αυτας θελουσι μιανθη? διοτι αρτος αυτων υπερ της ψυχης αυτων δεν θελει εισελθει εις τον οικον του Κυριου. | 4 Non faranno più libazioni di vino a Jahvè né più lo serviranno con vittime. Avranno come un cibo di lutto: tutti coloro che ne mangeranno resteranno contaminati. Poiché il loro pane è fatto per loro stessi: non entrerà nel tempio di Jahvè. |
| 5 Τι θελετε καμει εν ημερα πανηγυρεως και εν ημερα εορτης του Κυριου; | 5 Che cosa volete fare per il giorno del convegno e per il giorno della festa di Jahvè? |
| 6 Διοτι, ιδου, εφυγον δια την ταλαιπωριαν? η Αιγυπτος θελει συναξει αυτους, η Μεμφις θελει θαψει αυτους? τα δι' αργυριου επιθυμητα αυτων, κνιδαι θελουσι κληρονομησει αυτα? ακανθαι θελουσιν εισθαι εν ταις σκηναις αυτων. | 6 Poiché ecco: essi sono sfuggiti alla rovina, l’Egitto li accoglie, Mof fornisce loro la tomba: le loro argenterie preziose diverranno possesso delle ortiche, i cardi cresceranno nelle loro tende. |
| 7 Ηλθον αι ημεραι της επισκεψεως, αι ημεραι της ανταποδοσεως ηλθον? ο Ισραηλ θελει γνωρισει τουτο? ο προφητης ειναι αφρων, ο ανθρωπος ο πνευματεμφορος μαινομενος, δια το πληθος της ανομιας σου και του μεγαλου κατα σου μισους. | 7 Sono venuti i giorni del castigo, sono venuti i giorni del compenso: e andrà male per Israele. «Il profeta è un pazzo, l’uomo dello spirito ha perduto il senno». Per la gravità della tua colpa; perché è grande la tua ostilità! |
| 8 Ο φρουρος του Εφραιμ ητο ο μετα του Θεου μου, ο δε προφητης εγεινε παγις ιξευτου εις πασας τας οδους αυτου και μισος εν τω οικω του Θεου αυτου. | 8 Efraim sta spiando alla tenda del profeta. Un laccio è teso su tutte le sue vie, l’ostilità è nel tempio del suo Dio; |
| 9 Διεφθαρησαν βαθεως ως εν ταις ημεραις της Γαβαα? δια τουτο θελει ενθυμηθη την ανομιαν αυτων, θελει επισκεφθη τας αμαρτιας αυτων. | 9 hanno scavato per lui una fossa come nei giorni di Gabaa. Egli si ricorderà della loro colpa, punirà i loro peccati. |
| 10 Ευρηκα τον Ισραηλ ως σταφυλην εν ερημω? ειδον τους πατερας σας ως τα πρωτογεννητα της συκης εν τη αρχη αυτης? αλλ' αυτοι υπηγον προς τον Βεελ-φεγωρ και αφιερωθησαν εις την αισχυνην? και εγειναν βδελυκτοι, καθως το αντικειμενον της αγαπης αυτων. | 10 Come grappoli nel deserto ho trovato Israele; come le primizie del fico, nella sua prima stagione, ho riguardato i loro padri. Essi sono andati a Baal-Peor, e si sono consacrati alla vergogna e sono divenuti oggetto di orrore, come ciò che amavano. |
| 11 Περι δε του Εφραιμ, ως πτηνον θελει πεταξει η δοξα αυτων, απο της γεννας και απο της μητρας και απο της συλληψεως? | 11 Efraim è come gli uccelli: voli via la sua popolazione. Siano senza nascite e gestazioni € maternità. |
| 12 αλλα και αν εκθρεψωσι τα τεκνα αυτων, θελω ατεκνωσει αυτους, ωστε να μη μεινη ανθρωπος, διοτι ουαι ετι εις αυτους, οταν συρθω απ' αυτων. | 12 Anche se alleveranno i loro figli, io li priverò, così che restino senza gente, e guai a loro pure quando mi ritirerò da loro. |
| 13 Ο Εφραιμ με εφαινετο ως η Τυρος, πεφυτευμενος εν τοπω τερπνω? πλην ο Εφραιμ θελει εκφερει τα τεκνα αυτου δια τον φονεα. | 13 Ho visto Efraim come una cerva: dei loro figli fecero della selvaggina; Efraim ha dovuto condur fuori i suoi figli all’eccidio. |
| 14 Δος εις αυτους, Κυριε? τι θελεις δωσει; δος εις αυτους μητραν αποβαλλουσαν και μαστους ξηρους. | 14 Da’, loro, o Jahvè: che mai darai? da’ loro la mancanza di nascite e di latte materno. |
| 15 Πασα η κακια αυτων ειναι εν Γαλγαλοις? διοτι εκει εμισησα αυτους? δια την κακιαν των πραξεων αυτων θελω εξωσει αυτους απο του οικου μου? δεν θελω αγαπα πλεον αυτους? παντες οι αρχοντες αυτων ειναι αποσταται. | 15 Tutta la loro malvagità si è inanifestata a Galgala, appunto là ho cominciato a odiarli. Per Îa perversità delle loro azioni li caccio via dalla mia casa. Non mostrerò loro mai più il mio amore; tutti i loro capi sono ribelli. |
| 16 Επαταχθη ο Εφραιμ? η ριζα αυτων εξηρανθη? καρπον δεν θελουσι καμει? οτι και αν γεννησωσι, θελω θανατωσει τα επιθυμητα της μητρας αυτων. | 16 Efraim è colpito, la sua radice inaridisce: non portano frutti. Anche se generano, farò morire i cari loro nati. |
| 17 Ο Θεος μου θελει απορριψει αυτους, διοτι δεν εισηκουσαν αυτον? και θελουσιν εισθαι πλανωμενοι μεταξυ των εθνων. | 17 Il mio Dio li avrà a sdegno, perché non lo hanno ascoltato; saranno raminghi tra i popoli. |