SCRUTATIO

Sabato, 4 luglio 2026 - San Tommaso ( Letture di oggi)

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ´ - 1 Re - Kings III 17


font
GREEK BIBLERevised Standard Version Catholic Edition
1 Και ειπεν Ηλιας ο Θεσβιτης, ο εκ των κατοικων της Γαλααδ, προς τον Αχααβ, Ζη Κυριος ο Θεος του Ισραηλ, εμπροσθεν του οποιου παρισταμαι, δεν θελει εισθαι τα ετη ταυτα δροσος και βροχη, ειμη δια του λογου του στοματος μου.1 Now Elijah the Tishbite, of Tishbe in Gilead, said to Ahab, "As the LORD the God of Israel lives, before whom I stand, there shall be neither dew nor rain these years, except by my word."
2 Και ηλθεν ο λογος του Κυριου προς αυτον, λεγων,2 And the word of the LORD came to him,
3 Αναχωρησον εντευθεν και στρεψον προς ανατολας και κρυφθητι πλησιον του χειμαρρου Χεριθ, του απεναντι του Ιορδανου?3 "Depart from here and turn eastward, and hide yourself by the brook Cherith, that is east of the Jordan.
4 και θελεις πινει εκ του χειμαρρου? προσεταξα δε τους κορακας να σε τρεφωσιν εκει.4 You shall drink from the brook, and I have commanded the ravens to feed you there."
5 Και υπηγε και εκαμε κατα τον λογον του Κυριου? διοτι υπηγε και εκαθησε πλησιον του χειμαρρου Χεριθ, του απεναντι του Ιορδανου.5 So he went and did according to the word of the LORD; he went and dwelt by the brook Cherith that is east of the Jordan.
6 Και οι κορακες εφερον προς αυτον αρτον και κρεας το πρωι, και αρτον και κρεας το εσπερας? και επινεν εκ του χειμαρρου.6 And the ravens brought him bread and meat in the morning, and bread and meat in the evening; and he drank from the brook.
7 Μετα δε τινας ημερας εξηρανθη ο χειμαρρος, επειδη δεν εγεινε βροχη επι της γης.7 And after a while the brook dried up, because there was no rain in the land.
8 Και ηλθεν ο λογος του Κυριου προς αυτον, λεγων,8 Then the word of the LORD came to him,
9 Σηκωθεις υπαγε εις Σαρεπτα της Σιδωνος και καθισον εκει? ιδου, προσεταξα εκει γυναικα χηραν να σε τρεφη.9 "Arise, go to Zarephath, which belongs to Sidon, and dwell there. Behold, I have commanded a widow there to feed you."
10 Και σηκωθεις υπηγεν εις Σαρεπτα. Και ως ηλθεν εις την πυλην της πολεως, ιδου, εκει γυνη χηρα συναγουσα ξυλαρια? και εφωνησε προς αυτην και ειπε, Φερε μοι, παρακαλω, ολιγον υδωρ εν αγγειω, δια να πιω.10 So he arose and went to Zarephath; and when he came to the gate of the city, behold, a widow was there gathering sticks; and he called to her and said, "Bring me a little water in a vessel, that I may drink."
11 Και ενω υπηγε να φερη αυτο, εφωνησε προς αυτην και ειπε, Φερε μοι παρακαλω, κομματιον αρτου εν τη χειρι σου.11 And as she was going to bring it, he called to her and said, "Bring me a morsel of bread in your hand."
12 Η δε ειπε, Ζη Κυριος ο Θεος σου, δεν εχω ψωμιον, αλλα μονον μιαν χεριαν αλευρου εις το πιθαριον και ολιγον ελαιον εις το ρωγιον? και ιδου, συναγω δυο ξυλαρια, δια να υπαγω και να καμω αυτο δι' εμαυτην και δια τον υιον μου, και να φαγωμεν αυτο και να αποθανωμεν.12 And she said, "As the LORD your God lives, I have nothing baked, only a handful of meal in a jar, and a little oil in a cruse; and now, I am gathering a couple of sticks, that I may go in and prepare it for myself and my son, that we may eat it, and die."
13 Ο δε Ηλιας ειπε προς αυτην, Μη φοβου? υπαγε, καμε ως ειπας? πλην εξ αυτου καμε εις εμε πρωτον μιαν μικραν πητταν και φερε εις εμε, και επειτα καμε δια σεαυτην και δια τον υιον σου?13 And Elijah said to her, "Fear not; go and do as you have said; but first make me a little cake of it and bring it to me, and afterward make for yourself and your son.
14 διοτι ουτω λεγει Κυριος ο Θεος του Ισραηλ? το πιθαριον του αλευρου δεν θελει κενωθη, ουδε το ρωγιον του ελαιου θελει ελαττωθη, εως της ημερας καθ' ην ο Κυριος θελει δωσει βροχην επι προσωπου της γης.14 For thus says the LORD the God of Israel, 'The jar of meal shall not be spent, and the cruse of oil shall not fail, until the day that the LORD sends rain upon the earth.'"
15 Η δε υπηγε και εκαμε κατα τον λογον του Ηλια? και ετρωγεν αυτη και αυτος και ο οικος αυτης ημερας πολλας?15 And she went and did as Elijah said; and she, and he, and her household ate for many days.
16 το πιθαριον του αλευρου δεν εκενωθη, ουδε το ρωγιον του ελαιου ηλαττωθη, κατα τον λογον του Κυριου, τον οποιον ελαλησε δια του Ηλια.16 The jar of meal was not spent, neither did the cruse of oil fail, according to the word of the LORD which he spoke by Elijah.
17 Μετα δε τα πραγματα ταυτα, ηρρωστησεν ο υιος της γυναικος, της κυριας του οικου? και η αρρωστια αυτου ητο δυνατη σφοδρα, εωσου δεν εμεινε πνοη εν αυτω.17 After this the son of the woman, the mistress of the house, became ill; and his illness was so severe that there was no breath left in him.
18 Και ειπε προς τον Ηλιαν, Τι εχεις μετ' εμου, ανθρωπε του Θεου; ηλθες προς εμε δια να φερης εις ενθυμησιν τας ανομιας μου και να θανατωσης τον υιον μου;18 And she said to Elijah, "What have you against me, O man of God? You have come to me to bring my sin to remembrance, and to cause the death of my son!"
19 Ο δε ειπε προς αυτην, Δος μοι τον υιον σου. Και ελαβεν αυτον εκ του κολπου αυτης και ανεβιβασεν αυτον εις το υπερωον, οπου αυτος εκαθητο, και επλαγιασεν αυτον επι την κλινην αυτου.19 And he said to her, "Give me your son." And he took him from her bosom, and carried him up into the upper chamber, where he lodged, and laid him upon his own bed.
20 Και ανεβοησε προς τον Κυριον και ειπε, Κυριε Θεε μου? επεφερες κακον και εις την χηραν, παρα τη οποια εγω παροικω, ωστε να θανατωσης τον υιον αυτης;20 And he cried to the LORD, "O LORD my God, hast thou brought calamity even upon the widow with whom I sojourn, by slaying her son?"
21 Και εξηπλωθη τρις επι το παιδαριον και ανεβοησε προς τον Κυριον και ειπε, Κυριε Θεε μου, ας επανελθη, δεομαι, η ψυχη του παιδαριου τουτου εντος αυτου.21 Then he stretched himself upon the child three times, and cried to the LORD, "O LORD my God, let this child's soul come into him again."
22 Και εισηκουσεν ο Κυριος της φωνης του Ηλια? και επανηλθεν η ψυχη του παιδαριου εντος αυτου και ανεζησε.22 And the LORD hearkened to the voice of Elijah; and the soul of the child came into him again, and he revived.
23 Και ελαβεν ο Ηλιας το παιδαριον, και κατεβιβασεν αυτο απο του υπερωου εις τον οικον και εδωκεν αυτο εις την μητερα αυτου. Και ειπεν ο Ηλιας, Βλεπε, ζη ο υιος σου.23 And Elijah took the child, and brought him down from the upper chamber into the house, and delivered him to his mother; and Elijah said, "See, your son lives."
24 Και ειπεν η γυνη προς τον Ηλιαν, Τωρα γνωριζω εκ τουτου οτι εισαι ανθρωπος του Θεου, και ο λογος του Κυριου εν τω στοματι σου ειναι αληθεια.24 And the woman said to Elijah, "Now I know that you are a man of God, and that the word of the LORD in your mouth is truth."