SCRUTATIO

Venerdi, 3 luglio 2026 - San Tommaso ( Letture di oggi)

ΓΕΝΕΣΙΣ - Genesi - Genesis 28


font
GREEK BIBLERevised Standard Version Catholic Edition
1 Και προσκαλεσας ο Ισαακ τον Ιακωβ ευλογησεν αυτον, και παρηγγειλε προς αυτον λεγων, δεν θελεις λαβει γυναικα εκ των θυγατερων Χανααν?1 Then Isaac called Jacob and blessed him, and charged him, "You shall not marry one of the Canaanite women.
2 σηκωθεις υπαγε εις Παδαν-αραμ, εις την οικιαν Βαθουηλ του πατρος της μητρος σου? και εκειθεν λαβε εις σεαυτον γυναικα, εκ των θυγατερων Λαβαν του αδελφου της μητρος σου?2 Arise, go to Paddan-aram to the house of Bethuel your mother's father; and take as wife from there one of the daughters of Laban your mother's brother.
3 και ο Θεος ο Παντοδυναμος να σε ευλογηση και να σε αυξηση και να σε πληθυνη, ωστε να γεινης εις πληθος λαων?3 God Almighty bless you and make you fruitful and multiply you, that you may become a company of peoples.
4 και να σοι δωση την ευλογιαν του Αβρααμ, εις σε και εις το σπερμα σου μετα σε, δια να κληρονομησης την γην της παροικησεως σου, την οποιαν εδωκεν ο Θεος εις τον Αβρααμ.4 May he give the blessing of Abraham to you and to your descendants with you, that you may take possession of the land of your sojournings which God gave to Abraham!"
5 Και εξαπεστειλεν ο Ισαακ τον Ιακωβ? και υπηγεν εις Παδαν-αραμ προς Λαβαν, τον υιον του Βαθουηλ του Συρου, τον αδελφον Ρεβεκκας της μητρος του Ιακωβ και του Ησαυ.5 Thus Isaac sent Jacob away; and he went to Paddan-aram to Laban, the son of Bethuel the Aramean, the brother of Rebekah, Jacob's and Esau's mother.
6 Ιδων δε ο Ησαυ οτι ευλογησεν ο Ισαακ τον Ιακωβ και εξαπεστειλεν αυτον εις Παδαν-αραμ, δια να λαβη εις εαυτον γυναικα εκειθεν, και οτι, ενω ευλογει αυτον, παρηγγειλεν εις αυτον, λεγων, δεν θελεις λαβει γυναικα εκ των θυγατερων Χανααν?6 Now Esau saw that Isaac had blessed Jacob and sent him away to Paddan-aram to take a wife from there, and that as he blessed him he charged him, "You shall not marry one of the Canaanite women,"
7 και οτι υπηκουσεν ο Ιακωβ εις τον πατερα αυτου και την μητερα αυτου? και υπηγεν εις Παδαν-αραμ?7 and that Jacob had obeyed his father and his mother and gone to Paddan-aram.
8 και ιδων ο Ησαυ οτι αι θυγατερες Χανααν ειναι μισηται εις τους οφθαλμους του πατρος αυτου Ισαακ,8 So when Esau saw that the Canaanite women did not please Isaac his father,
9 υπηγεν ο Ησαυ προς τον Ισμαηλ, και εκτος των αλλων γυναικων αυτου ελαβεν εις εαυτον γυναικα την Μαελεθ, θυγατερα Ισμαηλ του υιου του Αβρααμ, την αδελφην του Ναβαιωθ.9 Esau went to Ishmael and took to wife, besides the wives he had, Mahalath the daughter of Ishmael Abraham's son, the sister of Nebaioth.
10 Και εξηλθεν ο Ιακωβ απο Βηρ-σαβεε, και υπηγεν εις Χαρραν.10 Jacob left Beer-sheba, and went toward Haran.
11 Και εφθασεν εις τινα τοπον και διενυκτερευσεν εκει, διοτι ειχε δυσει ο ηλιος? και ελαβεν εκ των λιθων του τοπου και εθεσε προσκεφαλαιον αυτου, και εκοιμηθη εν τω τοπω εκεινω.11 And he came to a certain place, and stayed there that night, because the sun had set. Taking one of the stones of the place, he put it under his head and lay down in that place to sleep.
12 Και ειδεν ενυπνιον, και ιδου, κλιμαξ εστηριγμενη εις την γην, της οποιας η κορυφη εφθανεν εις τον ουρανον? και ιδου, οι αγγελοι του Θεου ανεβαινον και κατεβαινον επ' αυτης.12 And he dreamed that there was a ladder set up on the earth, and the top of it reached to heaven; and behold, the angels of God were ascending and descending on it!
13 Και ιδου, ο Κυριος ιστατο επανωθεν αυτης και ειπεν, Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος του Αβρααμ του πατρος σου, και ο Θεος του Ισαακ? την γην, επι της οποιας κοιμασαι, εις σε θελω δωσει αυτην και εις το σπερμα σου.13 And behold, the LORD stood above it and said, "I am the LORD, the God of Abraham your father and the God of Isaac; the land on which you lie I will give to you and to your descendants;
14 και θελει εισθαι το σπερμα σου ως η αμμος της γης, και θελεις εξαπλωθη προς δυσιν και προς ανατολην και προς βορραν και προς νοτον? και θελουσιν ευλογηθη εν σοι, και εν τω σπερματι σου πασαι αι φυλαι της γης?14 and your descendants shall be like the dust of the earth, and you shall spread abroad to the west and to the east and to the north and to the south; and by you and your descendants shall all the families of the earth bless themselves.
15 και ιδου, εγω ειμαι μετα σου, και θελω σε διαφυλαττει πανταχου, οπου αν υπαγης, και θελω σε επαναφερει εις την γην ταυτην? διοτι δεν θελω σε εγκαταλειψει, εωσου καμω οσα ελαλησα προς σε.15 Behold, I am with you and will keep you wherever you go, and will bring you back to this land; for I will not leave you until I have done that of which I have spoken to you."
16 Και εξεγερθεις ο Ιακωβ εκ του υπνου αυτου, ειπε, Βεβαια ο Κυριος ειναι εν τω τοπω τουτω, και εγω δεν ηξευρον.16 Then Jacob awoke from his sleep and said, "Surely the LORD is in this place; and I did not know it."
17 Και εφοβηθη και ειπε, Ποσον φοβερος ειναι ο τοπος ουτος? δεν ειναι τουτο, ειμη οικος Θεου, και αυτη η πυλη του ουρανου.17 And he was afraid, and said, "How awesome is this place! This is none other than the house of God, and this is the gate of heaven."
18 Και σηκωθεις ο Ιακωβ ενωρις το πρωι, ελαβε τον λιθον τον οποιον ειχε θεσει προσκεφαλαιον αυτου, και εστησεν αυτον δια στηλην και εχυσεν ελαιον επι την κορυφην αυτης.18 So Jacob rose early in the morning, and he took the stone which he had put under his head and set it up for a pillar and poured oil on the top of it.
19 Και εκαλεσε το ονομα του τοπου εκεινου, Βαιθηλ? το δε ονομα της πολεως εκεινης ητο προτερον Λουζ.19 He called the name of that place Bethel; but the name of the city was Luz at the first.
20 Και ευχηθη ο Ιακωβ ευχην, λεγων, Αν ο Θεος ηναι μετ' εμου και με διαφυλαξη εν τη οδω ταυτη εις την οποιαν υπαγω, και μοι δωση αρτον να φαγω και ενδυμα να ενδυθω,20 Then Jacob made a vow, saying, "If God will be with me, and will keep me in this way that I go, and will give me bread to eat and clothing to wear,
21 και επιστρεψω εν ειρηνη εις τον οικον του πατρος μου, τοτε ο Κυριος θελει εισθαι Θεος μου?21 so that I come again to my father's house in peace, then the LORD shall be my God,
22 και ο λιθος ουτος, τον οποιον εστησα δια στηλην, θελει εισθαι οικος Θεου? και εκ παντων οσα μοι δωσης, το δεκατον θελω προσφερει εις σε.22 and this stone, which I have set up for a pillar, shall be God's house; and of all that thou givest me I will give the tenth to thee."