SCRUTATIO

Martedi, 7 luglio 2026 - Santa Maria Goretti ( Letture di oggi)

ΓΕΝΕΣΙΣ - Genesi - Genesis 28


font
GREEK BIBLEBiblia Matos Soares
1 Και προσκαλεσας ο Ισαακ τον Ιακωβ ευλογησεν αυτον, και παρηγγειλε προς αυτον λεγων, δεν θελεις λαβει γυναικα εκ των θυγατερων Χανααν?1 Portanto Isaac chamou Jacob, abençoou-o, e deu-lhe esta ordem: Não tomes mulher da geração de Canaan,
2 σηκωθεις υπαγε εις Παδαν-αραμ, εις την οικιαν Βαθουηλ του πατρος της μητρος σου? και εκειθεν λαβε εις σεαυτον γυναικα, εκ των θυγατερων Λαβαν του αδελφου της μητρος σου?2 mas parte, vai para a Mesopotâmia da Siria, para casa de Batuel, pai de tua mãe, e toma de lá esposa entre as filhas de Labão, teu tio.
3 και ο Θεος ο Παντοδυναμος να σε ευλογηση και να σε αυξηση και να σε πληθυνη, ωστε να γεινης εις πληθος λαων?3 Deus omnipotente te abençoe, te faça crescer e te multiplique, para que sejas pai duma multidão de povos.
4 και να σοι δωση την ευλογιαν του Αβρααμ, εις σε και εις το σπερμα σου μετα σε, δια να κληρονομησης την γην της παροικησεως σου, την οποιαν εδωκεν ο Θεος εις τον Αβρααμ.4 Ele te dê a ti e à tua posteridade, depois de ti, as bênçãos de Abraão, para que possuas a terra onde vives como peregrino, a qual ele prometeu a teu avô.
5 Και εξαπεστειλεν ο Ισαακ τον Ιακωβ? και υπηγεν εις Παδαν-αραμ προς Λαβαν, τον υιον του Βαθουηλ του Συρου, τον αδελφον Ρεβεκκας της μητρος του Ιακωβ και του Ησαυ.5 E, tendo-o Isaac despedido, Jacob partiu e dirigiu-se para a Mesopotâmia da Siria, para casa de Labão, filho de Batuel Siro, irmão de Rebeca, sua mãe.
6 Ιδων δε ο Ησαυ οτι ευλογησεν ο Ισαακ τον Ιακωβ και εξαπεστειλεν αυτον εις Παδαν-αραμ, δια να λαβη εις εαυτον γυναικα εκειθεν, και οτι, ενω ευλογει αυτον, παρηγγειλεν εις αυτον, λεγων, δεν θελεις λαβει γυναικα εκ των θυγατερων Χανααν?6 Ora Esaú, vendo que seu pai tinha abençoado Jacob, e o tinha mandado para a Mesopotâmia da Síria, para lá tomar mulher; que, depois da bênção, lhe tinha dado esta ordem: não tomarás mulher das filhas de Canaan;
7 και οτι υπηκουσεν ο Ιακωβ εις τον πατερα αυτου και την μητερα αυτου? και υπηγεν εις Παδαν-αραμ?7 que Jacob, obedecendo a seus pais, fora para a Síria;
8 και ιδων ο Ησαυ οτι αι θυγατερες Χανααν ειναι μισηται εις τους οφθαλμους του πατρος αυτου Ισαακ,8 reconhecendo também que seu pai não via com bons olhos as filhas de Canaan,
9 υπηγεν ο Ησαυ προς τον Ισμαηλ, και εκτος των αλλων γυναικων αυτου ελαβεν εις εαυτον γυναικα την Μαελεθ, θυγατερα Ισμαηλ του υιου του Αβρααμ, την αδελφην του Ναβαιωθ.9 foi a casa de Ismael, e, além das que já tinha, tomou por mulher a Maeleth, filha de Ismael, filho de Abraão, irmã de Nabajoth.
10 Και εξηλθεν ο Ιακωβ απο Βηρ-σαβεε, και υπηγεν εις Χαρραν.10 Jacob, pois, tendo partido de Bersabeia, ia para Haran.
11 Και εφθασεν εις τινα τοπον και διενυκτερευσεν εκει, διοτι ειχε δυσει ο ηλιος? και ελαβεν εκ των λιθων του τοπου και εθεσε προσκεφαλαιον αυτου, και εκοιμηθη εν τω τοπω εκεινω.11 Tendo chegado a um certo lugar e querendo nele descansar porque o sol estava no ocaso, tomou uma das pedras que ali estavam, e, pondo-a debaixo da cabeça, dormiu naquele mesmo sitio.
12 Και ειδεν ενυπνιον, και ιδου, κλιμαξ εστηριγμενη εις την γην, της οποιας η κορυφη εφθανεν εις τον ουρανον? και ιδου, οι αγγελοι του Θεου ανεβαινον και κατεβαινον επ' αυτης.12 Viu (então) em sonhos uma escada posta sobre a terra, cujo cimo tocava o céu, e os anjos de Deus subindo e descendo por ela,
13 Και ιδου, ο Κυριος ιστατο επανωθεν αυτης και ειπεν, Εγω ειμαι Κυριος ο Θεος του Αβρααμ του πατρος σου, και ο Θεος του Ισαακ? την γην, επι της οποιας κοιμασαι, εις σε θελω δωσει αυτην και εις το σπερμα σου.13 e o Senhor apoiado na escada, que lhe dizia: Eu sou o Senhor Deus de Abraão, teu pai e o Deus de Isaac: darei a ti e à tua descendência a terra em que dormes.
14 και θελει εισθαι το σπερμα σου ως η αμμος της γης, και θελεις εξαπλωθη προς δυσιν και προς ανατολην και προς βορραν και προς νοτον? και θελουσιν ευλογηθη εν σοι, και εν τω σπερματι σου πασαι αι φυλαι της γης?14 A tua posteridade será como o pó da terra; dilatar-te-ás para o ocidente, para o oriente, para o setentrião te para o meio-dia, e serão abençoadas em ti e na tua geração todas as tribos da terra.
15 και ιδου, εγω ειμαι μετα σου, και θελω σε διαφυλαττει πανταχου, οπου αν υπαγης, και θελω σε επαναφερει εις την γην ταυτην? διοτι δεν θελω σε εγκαταλειψει, εωσου καμω οσα ελαλησα προς σε.15 Eu serei o teu protector, para onde quer que fores, e te reconduzirei a cita terra, e não te abandonarei sem cumprir tudo o que disse.
16 Και εξεγερθεις ο Ιακωβ εκ του υπνου αυτου, ειπε, Βεβαια ο Κυριος ειναι εν τω τοπω τουτω, και εγω δεν ηξευρον.16 Tendo Jacob despertado do sono, disse: na verdade o Senhor está neste lugar, e eu não o sabia:
17 Και εφοβηθη και ειπε, Ποσον φοβερος ειναι ο τοπος ουτος? δεν ειναι τουτο, ειμη οικος Θεου, και αυτη η πυλη του ουρανου.17 e, cheio de pavor, acrescentou: quão terrível é este lugar! Não é aqui outra coisa senão a casa de Deus e a porta do céu.
18 Και σηκωθεις ο Ιακωβ ενωρις το πρωι, ελαβε τον λιθον τον οποιον ειχε θεσει προσκεφαλαιον αυτου, και εστησεν αυτον δια στηλην και εχυσεν ελαιον επι την κορυφην αυτης.18 Levantando-se, pois, Jacob, ao amanhecer, tirou a pedra, que tinha posto debaixo da cabeça e erigiu-a em padrão, derramando óleo sobre ela.
19 Και εκαλεσε το ονομα του τοπου εκεινου, Βαιθηλ? το δε ονομα της πολεως εκεινης ητο προτερον Λουζ.19 E pôs o nome de Betel à cidade que antes se chamava Lusa.
20 Και ευχηθη ο Ιακωβ ευχην, λεγων, Αν ο Θεος ηναι μετ' εμου και με διαφυλαξη εν τη οδω ταυτη εις την οποιαν υπαγω, και μοι δωση αρτον να φαγω και ενδυμα να ενδυθω,20 Também fez voto, dizendo: Se Deus for comigo e me proteger na viagem que empreendi, se me der pão para comer, vestido para me cobrir
21 και επιστρεψω εν ειρηνη εις τον οικον του πατρος μου, τοτε ο Κυριος θελει εισθαι Θεος μου?21 e teu voltar felizmente a casa de meu pai, o Senhor será meu Deus,
22 και ο λιθος ουτος, τον οποιον εστησα δια στηλην, θελει εισθαι οικος Θεου? και εκ παντων οσα μοι δωσης, το δεκατον θελω προσφερει εις σε.22 e esta pedra, que erigi em padrão, será chamada casa de Deus: de todas as coisas que me deres, te oferecerei (ó Senhor) o dizimo.