SCRUTATIO

Venerdi, 7 agosto 2026 - Trasfigurazione Nostro Signore ( Letture di oggi)

ΙΟΥΔΙΘ - Giuditta - Judith 6


font
LXXSacra Bibbia Garofalo
1 και ως κατεπαυσεν ο θορυβος των ανδρων των κυκλω της συνεδριας και ειπεν ολοφερνης αρχιστρατηγος δυναμεως ασσουρ προς αχιωρ εναντιον παντος του δημου αλλοφυλων και προς παντας υιους μωαβ1 Dopo l’agitazione, quando tornò la calma tra coloro che stavano in cerchio intorno all'assemblea, Oloferne, generale in capo dell’esercito di Assur, alla presenza di ogni popolo di diversa stirpe e di tutti i figli di Moab, si rivolse ad Achior e disse:
2 και τις ει συ αχιωρ και οι μισθωτοι του εφραιμ οτι επροφητευσας εν ημιν καθως σημερον και ειπας το γενος ισραηλ μη πολεμησαι οτι ο θεος αυτων υπερασπιει αυτων και τις θεος ει μη ναβουχοδονοσορ ουτος αποστελει το κρατος αυτου και εξολεθρευσει αυτους απο προσωπου της γης και ου ρυσεται αυτους ο θεος αυτων2 «Chi sei tu, Achior, e voi mercenari di Efraim, per impancarti, oggi come oggi, a profeta tra noi e suggerire di non combattere contro la stirpe di Israele? Il loro Dio si farebbe il loro scudo? Ma chi è Dio se non Nabucodonosor? Questi sferrerà l’attacco, li farà sparire dalla faccia della terra e il loro Dio non li salverà;
3 αλλ' ημεις οι δουλοι αυτου παταξομεν αυτους ως ανθρωπον ενα και ουχ υποστησονται το κρατος των ιππων ημων3 ma noi, suoi servitori, li colpiremo come si colpisce un uomo solo e non sosterranno l’impeto della nostra cavalleria:
4 κατακαυσομεν γαρ αυτους εν αυτοις και τα ορη αυτων μεθυσθησεται εν τω αιματι αυτων και τα πεδια αυτων πληρωθησεται των νεκρων αυτων και ουκ αντιστησεται το ιχνος των ποδων αυτων κατα προσωπον ημων αλλα απωλεια απολουνται λεγει ο βασιλευς ναβουχοδονοσορ ο κυριος πασης της γης ειπεν γαρ ου ματαιωθησεται τα ρηματα των λογων αυτου4 con essa li inonderemo, i loro monti saranno inebriati del loro sangue, le loro pianure saranno un cumulo di cadaveri. Innanzi a noi non rimarranno salde le piante dei loro piedi, ma saranno completamente distrutti, dice il re Nabucodonosor, il signore di tutta la terra. Così infatti egli ha parlato: non andranno a vuoto le parole dei suoi discorsi.
5 συ δε αχιωρ μισθωτε του αμμων ος ελαλησας τους λογους τουτους εν ημερα αδικιας σου ουκ οψει ετι το προσωπον μου απο της ημερας ταυτης εως ου εκδικησω το γενος των εξ αιγυπτου5 E tu, Achior, mercenario di Ammon, che così hai parlato nel giorno della tua malvagità, d’ora innanzi non vedrai la mia faccia, finché non mi sarò preso vendetta della stirpe di questi fuorusciti dall’Egitto.
6 και τοτε διελευσεται ο σιδηρος της στρατιας μου και ο λαος των θεραποντων μου τας πλευρας σου και πεση εν τοις τραυματιαις αυτων οταν επιστρεψω6 Allora la spada dei miei soldati e tutta la moltitudine di coloro che stanno ai miei ordini ti trapasserà i fianchi e tu soccomberai in mezzo ai feriti di quella gente, quando ritornerò indietro.
7 και αποκαταστησουσιν σε οι δουλοι μου εις την ορεινην και θησουσιν σε εν μια των πολεων των αναβασεων7 Per ora i miei servitori ti collocheranno sulla regione montuosa e ti lasceranno in una delle città dei versanti di essa:
8 και ουκ απολη εως ου εξολεθρευθης μετ' αυτων8 non perirai finché non sarai sterminato con quella gente.
9 και ειπερ ελπιζεις τη καρδια σου οτι ου συλλημφθησονται μη συμπεσετω σου το προσωπον ελαλησα και ουδεν διαπεσειται των ρηματων μου9 Se nel tuo cuore nutri la speranza che essa non sia presa, non si abbassi la tua fronte! Ho finito: nessuna delle mie parole cadrà senza effetto».
10 και προσεταξεν ολοφερνης τοις δουλοις αυτου οι ησαν παρεστηκοτες εν τη σκηνη αυτου συλλαβειν τον αχιωρ και αποκαταστησαι αυτον εις βαιτυλουα και παραδουναι εις χειρας υιων ισραηλ10 Oloferne quindi diede ordine ai servitori che stazionavano presso la sua tenda, di prendere Achior, portarlo a Betulia e consegnarlo nelle mani dei figli di Israele.
11 και συνελαβον αυτον οι δουλοι αυτου και ηγαγον αυτον εξω της παρεμβολης εις το πεδιον και απηραν εκ μεσου της πεδινης εις την ορεινην και παρεγενοντο επι τας πηγας αι ησαν υποκατω βαιτυλουα11 Essi lo presero, lo condussero fuori dell’accampamento verso la pianura, dalla pianura lo trascinarono verso la regione montuosa e arrivarono presso le sorgenti che erano sotto Betulia.
12 και ως ειδαν αυτους οι ανδρες της πολεως επι την κορυφην του ορους ανελαβον τα οπλα αυτων και απηλθον εξω της πολεως επι την κορυφην του ορους και πας ανηρ σφενδονητης διεκρατησαν την αναβασιν αυτων και εβαλλον εν λιθοις επ' αυτους12 Quando gli uomini della città li videro, impugnarono le armi, uscirono fuori della città verso la vetta della montagna, mentre tutti i frombolieri presidiavano la via d’accesso e lanciavano pietre contro di essi.
13 και υποδυσαντες υποκατω του ορους εδησαν τον αχιωρ και αφηκαν ερριμμενον υπο την ριζαν του ορους και απωχοντο προς τον κυριον αυτων13 Questi allora piegarono sotto il monte e, legato Achior e lasciatolo disteso alle falde del monte, ritornarono dal loro signore.
14 καταβαντες δε οι υιοι ισραηλ εκ της πολεως αυτων επεστησαν αυτω και λυσαντες αυτον απηγαγον εις την βαιτυλουα και κατεστησαν αυτον επι τους αρχοντας της πολεως αυτων14 Scesi dalla loro città, i figli di Israele gli si avvicinarono, lo slegarono, lo condussero a Betulia e lo posero innanzi agli arconti della loro città,
15 οι ησαν εν ταις ημεραις εκειναις οζιας ο του μιχα εκ της φυλης συμεων και χαβρις ο του γοθονιηλ και χαρμις υιος μελχιηλ15 che in quei giorni erano Ozia figlio di Michea, della tribù di Simeone, Chabris figlio di Gotoniel e Charmis figlio di Melchiel.
16 και συνεκαλεσαν παντας τους πρεσβυτερους της πολεως και συνεδραμον πας νεανισκος αυτων και αι γυναικες εις την εκκλησιαν και εστησαν τον αχιωρ εν μεσω παντος του λαου αυτων και επηρωτησεν αυτον οζιας το συμβεβηκος16 Convocarono tutti gli anziani della città: tutti i giovani e le donne accorsero all’adunanza. Collocarono Achior in mezzo a tutto il popolo e Ozia cominciò a interrogarlo su quanto gli era successo.
17 και αποκριθεις απηγγειλεν αυτοις τα ρηματα της συνεδριας ολοφερνου και παντα τα ρηματα οσα ελαλησεν εν μεσω των αρχοντων υιων ασσουρ και οσα εμεγαλορρημονησεν ολοφερνης εις τον οικον ισραηλ17 Achior rispose riferendo tutto quanto era stato detto nell’assemblea di Oloferne: come egli Stesso si era espresso in mezzo ai capi di Assur e con quale orgoglio Oloferne aveva parlato contro la casa di Israele.
18 και πεσοντες ο λαος προσεκυνησαν τω θεω και εβοησαν λεγοντες18 Allora il popolo, prostratosi, adorò Dio e gridò:
19 κυριε ο θεος του ουρανου κατιδε επι τας υπερηφανιας αυτων και ελεησον την ταπεινωσιν του γενους ημων και επιβλεψον επι το προσωπον των ηγιασμενων σοι εν τη ημερα ταυτη19 «Signore, Dio del cielo, guarda l’orgoglio di questa gente, abbi pietà dell’umiliazione della nostra stirpe, mira in questo giorno la faccia di coloro che sono stati consacrati a te».
20 και παρεκαλεσαν τον αχιωρ και επηνεσαν αυτον σφοδρα20 Consolarono poi Achior e lo lodarono molto;
21 και παρελαβεν αυτον οζιας εκ της εκκλησιας εις οικον αυτου και εποιησεν ποτον τοις πρεσβυτεροις και επεκαλεσαντο τον θεον ισραηλ εις βοηθειαν ολην την νυκτα εκεινην21 Ozia dall’adunanza se lo portò a casa sua e offrì un banchetto agli anziani. Per tutta quella notte invocarono l’aiuto del Dio di Israele.