| 1 Os Filisteus, juntando as suas tropas para combater (contra Israel), reuniram-se em Soco de Judá. Acamparam entre Soco e Azeca, nos confins de Efes-Dammin. | 1 Συνηθροισαν δε οι Φιλισταιοι τα στρατευματα αυτων δια πολεμον και ησαν συνηθροισμενοι εν Σοκχω, ητις ειναι του Ιουδα, και εστρατοπεδευσαν μεταξυ Σοκχω και Αζηκα, εν Εφες-δαμμειμ. |
| 2 Saul e os filhos de Israel reuniram-se (também), foram para o vale do Terebinto e formaram o exército em batalha para combater contra os Filisteus. | 2 Ο δε Σαουλ και οι ανδρες Ισραηλ συνηθροισθησαν, και εστρατοπεδευσαν εν τη κοιλαδι Ηλα, και παρεταχθησαν εις μαχην εναντιον των Φιλισταιων. |
| 3 Os Filisteus estavam dum lado sobre um monte, e Israel estava do outro lado sobre (outro) monte. Havia um vale entre eles. | 3 Και οι μεν Φιλισταιοι ισταντο επι του ορους εντευθεν, ο δε Ισραηλ ιστατο επι του ορους εκειθεν? η δε κοιλας ητο μεταξυ αυτων. |
| 4 Saiu do campo dos Filisteus um desafiador, chamado Golias, de Get, que tinha seis côvados e um palmo de altura. | 4 Και εξηλθεν ανηρ προμαχητης εκ του στρατοπεδου των Φιλισταιων ονομαζομενος Γολιαθ, εκ της Γαθ, υψους εξ πηχων και σπιθαμης? |
| 5 Trazia na cabeça um capacete de bronze e estava vestido duma couraça escameada; o peso da couraça era de cinco mil siclos de bronze. | 5 ειχε δε περικεφαλαιαν χαλκινην επι της κεφαλης αυτου και ητο ενδεδυμενος θωρακα αλυσιδωτον? και το βαρος του θωρακος ητο πεντε χιλιαδες σικλων χαλκου? |
| 6 Trazia nas pernas escarcelas de bronze, e um escudo de bronze cobria os seus ombros. | 6 και κνημιδας χαλκινας επι των σκελων αυτου και ασπιδα χαλκινην μεταξυ των ωμων αυτου. |
| 7 A baste da sua lança era como o órgão dum tear, e o ferro da sua lança pesava seiscentos siclos de ferro; o seu escudeiro vinha diante dele. | 7 Και το κονταριον του δορατος αυτου ητο ως αντιον υφαντου? και η λογχη του δορατος αυτου εζυγιζεν εξακοσιους σικλους σιδηρου? εις δε κρατων τον θυρεον προεπορευετο αυτου. |
| 8 Posto em pé, clamava para os esquadrões de Israel, dizendo-lhes: Por que viestes dispostos para a batalha? Porventura não sou eu um Filisteu, e vós os escravos de Saul? Escolhei entre vós um homem, que venha bater-se (comigo) só por só. | 8 Και σταθεις εβοησε προς τας παραταξεις του Ισραηλ και ειπε προς αυτους, Δια τι εξερχεσθε να παραταχθητε εις μαχην; δεν ειμαι εγω ο Φιλισταιος, και σεις δουλοι του Σαουλ; εκλεξατε εις εαυτους ανδρα, και ας καταβη προς εμε? |
| 9 Se ele puder combater comigo e me tirar a vida, nós seremos vossos escravos; mas se eu prevalecer e o matar, vós sereis nossos escravos, servir-nos-eis. | 9 εαν μεν δυνηθη να πολεμηση μετ' εμου και με θανατωση, τοτε ημεις θελομεν εισθαι δουλοι σας? αλλ' εαν εγω υπερισχυσω κατ' αυτου και θανατωσω αυτον, τοτε σεις θελετε εισθαι δουλοι ημων και θελετε δουλευει ημας. |
| 10 O Filisteu acrescentou: Eu hoje desafiei os esquadrões de Israel, dizendo: Dai-me um homem, que saia a bater-se comigo, só por só. | 10 Και ειπεν ο Φιλισταιος, Εγω εξουθενησα τας παραταξεις του Ισραηλ την ημεραν ταυτην? δοτε εις εμε ανδρα, δια να μονομαχησωμεν. |
| 11 Saul e todos os Israelitas, ouvindo estas palavras do Filisteu, estavam atônitos e temiam em extremo. | 11 Οτε ηκουσεν ο Σαουλ και πας ο Ισραηλ εκεινους τους λογους του Φιλισταιου, εξεστησαν και εφοβηθησαν σφοδρα. |
| 12 Ora Davide era filho daquele homem Efrateu, de Belém de Judá, do qual acima falamos, chamado Isaí, que tinha oito filhos, e era um dos mais velhos, dos mais idosos, do tempo de Saul. | 12 Ητο δε Δαβιδ ο υιος εκεινου του Εφραθαιου εκ Βηθλεεμ Ιουδα, ονομαζομενου Ιεσσαι? ειχε δε οκτω υιους? και ο ανθρωπος εις τας ημερας του Σαουλ ειχε ταξιν γεροντος μεταξυ των ανθρωπων. |
| 13 Os seus três filhos maiores tinham seguido Saul para a guerra; os nomes dos seus três filhos que tinham ido à guerra (eram) Ellab, o primogênito, Abinadab, o segundo, e Sama o terceiro. | 13 Και υπηγαν οι τρεις υιοι του Ιεσσαι οι μεγαλητεροι ακολουθουντες τον Σαουλ εις την μαχην? και τα ονοματα των τριων υιων αυτου οιτινες υπηγαν εις την μαχην ησαν Ελιαβ ο πρωτοτοκος, και ο δευτερος αυτου Αβιναδαβ, και ο τριτος Σαμμα. |
| 14 Davide era o mais pequeno. Tendo os três maiores seguido Saul, | 14 Ο δε Δαβιδ ητο ο νεωτερος? και οι τρεις οι μεγαλητεροι ηκολουθουν τον Σαουλ. |
| 15 Davide deixou Saul e voltou a apascentar o rebanho de seu pai em Belém | 15 Και ανεχωρει ο Δαβιδ και επεστρεφεν απο του Σαουλ, δια να ποιμαινη τα προβατα του πατρος αυτου εν Βηθλεεμ. |
| 16 O Filisteu apresentava-se de manhã e de tarde, e continuou assim durante quarenta dias. | 16 Ο δε Φιλισταιος επλησιαζε πρωι και εσπερας και εστηλονετο τεσσαρακοντα ημερας. |
| 17 Isaí disse a seu filho Davide: Toma para teus irmãos um efi de grão torrado e estes dez pães, e corre (a levá-los) a teus irmãos, ao acampamento; | 17 Και ειπεν Ιεσσαι προς Δαβιδ τον υιον αυτου, Λαβε τωρα δια τους αδελφους σου εν εφα εκ τουτου του πεφρυγανισμενου σιτου και τους δεκα τουτους αρτους, και τρεξον εις το στρατοπεδον προς τους αδελφους σου? |
| 18 levarás também estes dez queijos ao chefe do seu milhar; visitarás os teus irmãos, para ver se estão bem, e informa- te em que companhia servem. | 18 και τα δεκα ταυτα νωπα τυρια φερε προς τον χιλιαρχον, και ιδε αν υγιαινωσιν οι αδελφοι σου και λαβε σημειον παρ' αυτων. |
| 19 Saul e eles, e todos os filhos de Israel, combatiam contra os Filisteus no vale de Terebinto. | 19 Ο δε Σαουλ και αυτοι και παντες οι ανδρες Ισραηλ ησαν εν τη κοιλαδι Ηλα, μαχομενοι μετα των Φιλισταιων. |
| 20 Davide levantou-se de manhã, confiou o rebanho a um guarda, e, carregado, pôs-se a caminho, como Isaí lhe tinha mandado. Chegou ao acampamento, quando o exército, tendo saído a dar batalha, gritava em sinal de combate. | 20 Και εξηγερθη ο Δαβιδ ενωρις το πρωι? και αφησας τα προβατα εις φυλακα, ελαβε και υπηγε, καθως προσεταξεν αυτον ο Ιεσσαι? και ηλθεν εις το περιχαρακωμα, ενω το στρατευμα εξηρχετο εις παραταξιν? και ηλαλαξαν προς την μαχην? |
| 21 Israel tinha posto em ordem as suas tropas, mas também os Filisteus do outro lado se tinham preparado para os atacar. | 21 διοτι παρεταχθησαν ο Ισραηλ και οι Φιλισταιοι, στρατευμα κατα προσωπον στρατευματος. |
| 22 Davide, deixando as bagagens, que tinha levado, entregues ao cuidado do guarda das bagagens, correu ao lugar da batalha e Informava-se se tudo corria bem aos seus Irmãos. | 22 Και ο Δαβιδ, αφησας επανωθεν αυτου τα σκευη εις την χειρα του σκευοφυλακος, εδραμε προς το στρατευμα και ηλθε και ηρωτησε τους αδελφους αυτου πως εχουσι. |
| 23 Quando ele lhes estava ainda falando, apareceu aquele desafiador, chamado Golias, Filisteu, de Get, vindo do campo dos Filisteus, a dizer as mesmas palavras (do costume), que Davide ouviu. | 23 Και ενω ωμιλει μετ' αυτων, ιδου, ανεβαινεν ο προμαχητης, ο Φιλισταιος ο εκ της Γαθ, Γολιαθ το ονομα, εκ των στρατευματων των Φιλισταιων, και ελαλησε κατα τους αυτους λογους? και ηκουσεν ο Δαβιδ. |
| 24 Todos os Israelitas, tendo visto este homem, fugiram da sua presença, porque o temiam muito. | 24 Παντες δε οι ανδρες Ισραηλ, ως ειδον τον ανδρα, εφυγον απο προσωπου αυτου και εφοβηθησαν σφοδρα. |
| 25 Um dos (soldados) de Israel disse: Não vistes esse homem, que avançou (para combater)? Ele veio para desafiar Israel. Ao homem que o matar, o rei encherá de grandes riquezas, dar-lhe-á por mulher sua filha e isentará a casa de seu pai de tributos de Israel. | 25 Και ελεγον οι ανδρες Ισραηλ, Ειδετε τον ανδρα τουτον τον αναβαινοντα; βεβαιως ανεβη δια να εξουθενηση τον Ισραηλ? και οστις θανατωση αυτον, τουτον θελει πλουτισει ο βασιλευς με πλουτη μεγαλα, και την θυγατερα αυτου θελει δωσει εις αυτον, και τον οικον του πατρος αυτου θελει καμει ελευθερον μεταξυ του Ισραηλ. |
| 26 Davide falou aos que estavam junto dele, dizendo: Que será dado a quem matar este Filisteu e tirar o opróbrio de Israel? Quem é este Filisteu incircuncidado, que insultou o exército do Deus vivo? | 26 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τους ανδρας τους ισταμενους πλησιον αυτου, λεγων, Τι θελει γεινει εις τον ανδρα, οστις παταξη τον Φιλισταιον τουτον και αφαιρεση το ονειδος απο του Ισραηλ; διοτι τις ειναι ο Φιλισταιος ουτος ο απεριτμητος, ωστε να εξουθενη τα στρατευματα του Θεου του ζωντος; |
| 27 O povo repetia-lhe as mesmas palavras, dizendo; Dar-se-á isto e isto a quem o matar. | 27 Και απεκριθη προς αυτον ο λαος κατα τον λογον τουτον, λεγων, ουτω θελει γεινει εις τον ανδρα, οστις παταξη αυτον. |
| 28 Enquanto ele falava assim com os outros, Eliab, seu irmão mais velho, irou-se contra ele e disse: Por que vieste cá e deixaste no deserto essas poucas ovelhas? Eu conheço a tua soberba e a maldade do teu coração; tu vieste para ver o combate. | 28 Και ηκουσεν Ελιαβ ο αδελφος αυτου ο μεγαλητερος, ενω ελαλει προς τους ανδρας? και εξηφθη ο θυμος του Ελιαβ εναντιον του Δαβιδ, και ειπε, Δια τι κατεβης ενταυθα; και εις ποιον αφηκες τα ολιγα εκεινα προβατα εν τη ερημω; εγω εξευρω την υπερηφανιαν σου και την πονηριαν της καρδιας σου? βεβαιως δια να ιδης την μαχην κατεβης. |
| 29 Davide disse: Que fiz eu? Não é porventura uma (simples) palavra (que pronunciei)? | 29 Και ειπεν ο Δαβιδ, Τι εκαμα τωρα; δεν ειναι αιτια; |
| 30 E apartou-se um pouco dele, para (se dirigir) a um outro, e disse a mesma coisa. O povo respondeu-lhe como da primeira vez. | 30 Και εστραφη απ' αυτου προς αλλον και ελαλησε κατα τον αυτον τροπον? και ο λαος απεκριθη παλιν προς αυτον κατα τον πρωτον λογον. |
| 31 Foram ouvidas as palavras que Davide disse e foram referidas a Saul. | 31 Και οτε ηκουσθησαν οι λογοι, τους οποιους ελαλησεν ο Δαβιδ, ανηγγειλαν προς τον Σαουλ? και παρελαβεν αυτον. |
| 32 Tendo sido conduzido Davide perante ele, disse-lhe: Não desfaleça o coração de ninguém por causa deste Filisteu! Eu, teu servo, irei e combaterei contra ele. | 32 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Μηδενος ανθρωπου η καρδια ας μη ταπεινονηται δια τουτον? ο δουλος σου θελει υπαγει και πολεμησει μετα του Φιλισταιου τουτου. |
| 33 Saul disse a Davide; Tu não poderás resistir a este Filisteu, nem combater contra ele, porque és um rapaz, e ele é um homem guerreiro desde a sua mocidade. | 33 Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Δαβιδ, Δεν δυνασαι να υπαγης εναντιον του Φιλισταιου τουτου δια να πολεμησης μετ' αυτου? διοτι συ εισαι παιδιον, αυτος δε ανηρ πολεμιστης εκ νεοτητος αυτου. |
| 34 Davide disse a Saul: Quando teu servo apascentava o rebanho de seu pai, e vinha um leão ou um urso, que levava um carneiro do meio do rebanho, | 34 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Ο δουλος σου εβοσκε τα προβατα του πατρος αυτου, και ηλθε λεων και αρκτος και ηρπασε προβατον εκ του ποιμνιου? |
| 35 eu corria atrás deles, feria-os e arrancava-lhes (a presa) da guela; se eles se levantavam contra mim, eu agarrava-os pela guela e os estrangulava e matava. | 35 και εξηλθον κατοπιν αυτου και επαταξα αυτον και ηλευθερωσα αυτο εκ του στοματος αυτου? και καθως εσηκωθη εναντιον μου, ηρπασα αυτον απο της σιαγονος και επαταξα αυτον και εθανατωσα αυτον? |
| 36 Foi assim que eu, teu servo, matei um leão e um urso: a este Filisteu incircuncidado sucederá como a um deles. Agora irei e tirarei o opróbrio do povo; pois quem é este Filisteu incircuncidado, que se atreveu a amaldiçoar o exército do Deus vivo? | 36 επαταξεν ο δουλος σου και τον λεοντα και την αρκτον? και ο Φιλισταιος ουτος ο απεριτμητος θελει εισθαι ως εν εκ τουτων, επειδη εξουθενησε τα στρατευματα του Θεου του ζωντος. |
| 37 Davide acrescentou: O Senhor, que me livrou das garras do leão e das do urso, livrar-me-á também da mão deste Filisteu. Saul disse a Davide: Vai, e o Senhor seja contigo. | 37 Και ειπεν ο Δαβιδ, Ο Κυριος ο ελευθερωσας με εκ χειρος του λεοντος και εκ χειρος της αρκτου, ουτος θελει με ελευθερωσει εκ χειρος του Φιλισταιου τουτου. Και ειπεν ο Σαουλ προς τον Δαβιδ, Υπαγε, και ο Κυριος ας ηναι μετα σου. |
| 38 Saul revestiu Davide das suas armas, pôs sobre a sua cabeça um elmo de bronze e armou-o de uma couraça. | 38 Και ωπλισεν ο Σαουλ τον Δαβιδ με την πανοπλιαν αυτου και εβαλε χαλκινην περικεφαλαιαν επι της κεφαλης αυτου? και ενεδυσεν αυτον θωρακα. |
| 39 Cingido Davide com a espada de Saul sobre a sua armadura, começou a experimentar se poderia andar com ela, pois nunca tinha usado nenhuma. Davide disse a Saul: Eu não posso caminhar assim, porque não estou acostumado. E depôs as armas, | 39 Και εζωσθη ο Δαβιδ την ρομφαιαν αυτου επανωθεν της πανοπλιας αυτου και ηθελησε να περιπατηση? διοτι δεν ειχε δοκιμασει. Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Σαουλ, Δεν δυναμαι να περιπατησω με ταυτα? διοτι δεν εδοκιμασα ποτε. Και εξεδυθη ο Δαβιδ αυτα επανωθεν αυτου. |
| 40 tomou o seu cajado, que trazia sempre na mão, escolheu na torrente cinco pedras bem lisas, meteu-as no surrão de pastor, que trazia consigo, tomou a funda na mão e saiu contra o Filisteu. | 40 Και ελαβε την ραβδον αυτου εν τη χειρι αυτου, και εξελεξεν εις εαυτον πεντε λιθους ομαλους εκ του χειμαρρου, και θεσας αυτους εις το ποιμενικον αυτου σακκιον και θυλακιον, την δε σφενδονην αυτου εις την χειρα αυτου, επλησιαζε προς τον Φιλισταιον. |
| 41 O Filisteu ia andando e aproximando-se de Davide, e o seu escudeiro ia diante dele. | 41 Ο δε Φιλισταιος ηρχετο προχωρων και επλησιαζε προς τον Δαβιδ? και ο ανηρ ο ασπιδοφορος εμπροσθεν αυτου. |
| 42 Quando o Filisteu olhou e viu Davide, desprezou-o, porque era muito novo, loiro, de aspecto gentil. | 42 Και οτε περιεβλεψεν ο Φιλισταιος και ειδε τον Δαβιδ, κατεφρονησεν αυτον? διοτι ητο παιδιον και ξανθος και ωραιος την οψιν. |
| 43 O Filisteu disse a Davide: Porventura eu sou algum cão, para vires contra mim com um pau? — O Filisteu amaldiçoou Davide, pelos seus deuses, | 43 Και ειπεν ο Φιλισταιος προς τον Δαβιδ, Κυων ειμαι εγω, ωστε ερχεσαι προς εμε με ραβδους; Και κατηρασθη ο Φιλισταιος τον Δαβιδ εις τους θεους αυτου. |
| 44 e disse a Davide: Vem a mim, e eu lançarei as tuas carnes às aves do céu e aos animais da terra. | 44 Και ειπεν ο Φιλισταιος προς τον Δαβιδ, Ελθε προς εμε, και θελω παραδωσει τας σαρκας σου εις τα πετεινα του ουρανου και εις τα θηρια του αγρου. |
| 45 Davide disse ao Filisteu: Tu vens a mim com espada, lança e escudo, eu porém venho a ti em nome do Senhor dos Exércitos, do Deus das tropas de Israel, as quais tu insultaste hoje; | 45 Και ειπεν ο Δαβιδ προς τον Φιλισταιον, Συ ερχεσαι εναντιον μου με ρομφαιαν και δορυ και ασπιδα? εγω δε ερχομαι εναντιον σου εν τω ονοματι του Κυριου των δυναμεων, του Θεου των στρατευματων του Ισραηλ, τα οποια συ εξουθενησας? |
| 46 o Senhor te entregará nas minhas mãos, eu te ferirei, cortar-te-ei a cabeça e darei hoje às aves do céu e aos animais da terra os cadáveres do acampamento dos Filisteus, a fim de que toda a terra saiba que há um Deus em Israel; | 46 την ημεραν ταυτην θελει σε παραδωσει ο Κυριος εις την χειρα μου? και θελω σε παταξει και αφαιρεσει απο σου την κεφαλην σου? και θελω παραδωσει τα πτωματα του στρατοπεδου των Φιλισταιων την ημεραν ταυτην εις τα πετεινα του ουρανου, και εις τα θηρια της γης? δια να γνωριση πασα η γη οτι ειναι Θεος εις τον Ισραηλ? |
| 47 toda esta multidão conhecerá que o Senhor não salva pela espada, nem pela lança, porque ele é o Senhor da guerra e vos entregará nas nossas mãos. | 47 και θελει γνωρισει παν το πληθος τουτο οτι ο Κυριος δεν σωζει με ρομφαιαν και δορυ? διοτι του Κυριου ειναι η μαχη, και αυτος θελει σας παραδωσει εις την χειρα ημων. |
| 48 O Filisteu levantou-se, pôs-se em marcha e avançou para Davide. Davide lançou-se a correr, em frente do exército, ao encontro do Filisteu. | 48 Και οτε εσηκωθη ο Φιλισταιος και ηρχετο και επλησιαζεν εις συναντησιν του Δαβιδ, ο Δαβιδ εσπευσε και εδραμε προς μαχην εναντιον του Φιλισταιου. |
| 49 Meteu a sua mão no surrão, tirou uma pedra, arrojou-a com a funda, dando-lhe volta, e feriu o Filisteu na testa; a pedra cravou-se na sua testa, e ele caiu com o rosto por terra. | 49 Και εκτεινας ο Δαβιδ την χειρα αυτου εις το σακκιον, ελαβεν εκειθεν λιθον και εσφενδονησε και εκτυπησε τον Φιλισταιον κατα το μετωπον αυτου, ωστε ο λιθος ενεπηχθη εις το μετωπον αυτου? και επεσε κατα προσωπον εις την γην. |
| 50 Assim venceu Davide o Filisteu com a funda e com a pedra, e, depois de o ferir, o matou. Davide, não tendo à mão nenhuma espada, | 50 και υπερισχυσεν ο Δαβιδ κατα του Φιλισταιου δια της σφενδονης και δια του λιθου, και εκτυπησε τον Φιλισταιον και εθανατωσεν αυτον. Αλλα δεν ητο ρομφαια εν τη χειρι του Δαβιδ? |
| 51 correu e lançou-se sobre o Filisteu, pegou da sua espada, tirou-a da bainha, matou-o e cortou-lhe a cabeça. Os Filisteus, vendo que o mais valente deles estava morto, fugiram. | 51 οθεν ο Δαβιδ εδραμε και σταθεις επι τον Φιλισταιον, ελαβε την ρομφαιαν αυτου και εσυρεν αυτην εκ της θηκης αυτης, και θανατωσας αυτον, απεκοψε την κεφαλην αυτου με αυτην. Ιδοντες δε οι Φιλισταιοι, οτι απεθανεν ο ισχυρος αυτων, εφυγον? |
| 52 Os homens de Israel e os de Judá, levantando-se com grande grito, perseguiram os Filisteus até chegarem ao vale e às portas de Acaron, caindo feridos muitos dos Filisteus pelo caminho de Saraim , até Get e até Acaron. | 52 Τοτε εσηκωθησαν οι ανδρες του Ισραηλ και του Ιουδα και ηλαλαξαν και κατεδιωξαν τους Φιλισταιους, εως της εισοδου της κοιλαδος, και εως των πυλων της Ακκαρων. Και επεσον οι τραυματισμενοι των Φιλισταιων εν τη οδω Σααραειμ, εως Γαθ και εως Ακκαρων. |
| 53 Voltando os filhos de Israel, depois de terem perseguido os Filisteus, saquearam o seu acampamento. | 53 Και επεστρεψαν οι υιοι Ισραηλ εκ της καταδιωξεως των Φιλισταιων και διηρπασαν τα στρατοπεδα αυτων. |
| 54 Davide, tomando a cabeça do Filisteu , levou-a a Jerusalém e pôs as armas dele na sua tenda. | 54 Ο δε Δαβιδ ελαβε την κεφαλην του Φιλισταιου, και εφερεν αυτην εις Ιερουσαλημ? την δε πανοπλιαν αυτου εβαλεν εν τη σκηνη αυτου. |
| 55 No momento em que Saul viu partir Davide contra o Filisteu, disse para Abner, general do exército: Abner, de que família descende este jovem? Abner disse-lhe: Juro pela tua vida, ó rei, que o ignoro. | 55 Οτε δε ειδεν ο Σαουλ τον Δαβιδ εξερχομενον εναντιον του Φιλισταιου, ειπε προς Αβενηρ, τον αρχηγον του στρατευματος, Αβενηρ, τινος υιος ειναι ο νεος ουτος; Και ο Αβενηρ ειπε, Ζη η ψυχη σου, βασιλευ, δεν εξευρω. |
| 56 E disse o rei: pergunta lá de quem é filho este jovem ? | 56 Και ειπεν ο βασιλευς, Ερωτησον συ, τινος υιος ειναι ο νεανισκος ουτος. |
| 57 Tendo voltado Davide, depois de morto o Filisteu, Abner tomou-o e levou-o à presença de Saul. Davide tinha a cabeça do Filisteu na mão. | 57 Και καθως επεστρεψεν ο Δαβιδ, παταξας τον Φιλισταιον, παρελαβεν αυτον ο Αβενηρ και εφερεν αυτον ενωπιον του Σαουλ? και η κεφαλη του Φιλισταιου ητο εν τη χειρι αυτου. |
| 58 Saul disse-lhe: De que família és tu, ó jovem? Davide respondeu: Eu sou filho do teu servo Isaí de Belém. | 58 Και ειπε προς αυτον ο Σαουλ, Τινος υιος εισαι, νεε; και απεκριθη ο Δαβιδ, Ο υιος του δουλου σου Ιεσσαι του Βηθλεεμιτου. |