SCRUTATIO

Venerdi, 17 luglio 2026 - San Alessio ( Letture di oggi)

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β´ - 2 Cronache - Chronicles II 32


font
GREEK BIBLEBiblia Matos Soares
1 Μετα τα πραγματα ταυτα και την αληθειαν ταυτην, ηλθε Σενναχειρειμ ο βασιλευς της Ασσυριας, και εισηλθεν εις τον Ιουδαν και εστρατοπεδευσεν εναντιον των οχυρων πολεων και ειπε να υποταξη αυτας εις εαυτον.1 Depois destas coisas e (destes atos de) fidelidade de Ezequias, sobreveio Senaquerib, rei dos Assírios, que, tendo entrado nas terras de Judá, pôs cerco às cidades fortificadas, com o desígnio de se apoderar delas.
2 Και ιδων ο Εζεκιας, οτι ο Σενναχειρειμ ηλθε και ο σκοπος αυτου ητο να πολεμηση εναντιον της Ιερουσαλημ,2 Ezequias, vendo isto, isto é, que Senaquerib tinha vindo e que todo o ímpeto da guerra se dirigia contra Jerusalém,
3 συνεβουλευθη μετα των αρχοντων αυτου και μετα των δυνατων αυτου, να εμφραξη τα υδατα των πηγων των εξω της πολεως? και συνηργησαν μετ' αυτου.3 teve conselho com os príncipes e com os mais valentes oficiais, a fim de se taparem os mananciais das águas que havia fora da cidade; sendo todos deste parecer,
4 Και συνηχθη λαος πολυς, και ενεφραξαν πασας τας πηγας και τον ποταμον τον ρεοντα δια μεσου της γης, λεγων, Δια τι ελθοντες οι βασιλεις της Ασσυριας να ευρωσιν υδωρ πολυ;4 juntou-se muita gente, e taparam todas as fontes e o regato que corria pelo meio do território, dizendo: Não aconteça que venham os reis dos Assírios e encontrem abundância de água.
5 Ενδυναμωθεις ετι ανωκοδομησεν ολον το τειχος το κεχαλασμενον και υψωσεν εως των πυργων, και αλλο τειχος εξω και επεσκευασε την Μιλλω της πολεως Δαβιδ, και εκαμεν οπλα πολλα και θυρεους.5 Reparou também com todo o cuidado os muros que estavam desmantelados, sobre eles construiu torres e um outro muro por fora; restaurou o forte de Melo, na cidade de David, e mandou que se fizessem armas e escudos de todo o gênero;
6 Και εβαλε πολεμαρχους επι τον λαον, και συνηθροισεν αυτους προς εαυτον εις την πλατειαν της πυλης της πολεως και ελαλησε κατα την καρδιαν αυτων, λεγων,6 nomeou chefes, que comandassem o exército, e, jutando-os todos na praça da porta da cidade, falou-lhes ao coração, dizendo:
7 Ενδυναμουσθε και ανδριζεσθε, μη φοβηθητε μηδε πτοηθητε απο προσωπου του βασιλεως της Ασσυριας, και απο προσωπου παντος του πληθους του μετ' αυτου? διοτι πλειοτεροι ειναι μεθ' ημων παρα μετ' αυτου?7 Sede homens de valor e animai-vos; não temais, não tenhais receio do rei dos Assírios, nem de toda a multidão que o acompanha, porque muitos mais estão connosco do que com ele.
8 μετ' αυτου ειναι βραχιονες σαρκινοι μεθ' ημων δε ειναι Κυριος ο Θεος ημων, δια να βοηθη ημας και να μαχηται τας μαχας ημων. Και ενεθαρρυνθη ο λαος εις τους λογους Εζεκιου του βασιλεως του Ιουδα.8 Com efeito, com ele está um braço de carne, e connosco está o Senhor nosso Deus, que é nosso auxiliador, que combate por nós. O povo cobrou ânimo a estas palavras de Ezequias, rei de Judá.
9 Μετα ταυτα απεστειλεν ο Σενναχειρειμ βασιλευς της Ασσυριας τους δουλους αυτου εις Ιερουσαλημ, αυτος δε, εχων μεθ' εαυτου πασαν την δυναμιν αυτου, επολιορκει την Λαχεις, προς Εζεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα, και προς παντα τον Ιουδαν τον εν Ιερουσαλημ, λεγων,9 Depois que estas coisas sucederam, Senaquerib, rei dos Assírios, enviou os seus mensageiros a Jerusalém (porque ele com todo o exército estava sitiando Laquis), dizendo a Ezequias, rei de Judá, e a todo o povo que havia na cidade:
10 Ουτω λεγει Σενναχειρειμ ο βασιλευς της Ασσυριας? Εις τι πεποιθοτες καθησθε, πολιορκουμενοι εν Ιερουσαλημ;10 Eis o que manda dizer Senaquerib, rei dos Assírios: Em que estais vós confiados para ficardes cercados em Jerusalém?
11 Δεν σας απατα ο Εζεκιας δια να σας παραδωση εις θανατον απο πεινης και απο διψης, λεγων, Κυριος ο Θεος ημων θελει ελευθερωσει ημας εκ της χειρος του βασιλεως της Ασσυριας;11 Porventura não vos engana Ezequias, para vos fazer morrer à fome e à sede, quando afirma que o Senhor vosso Deus vos livrará da mão do rei dos Assírios?
12 Αυτος ουτος ο Εζεκιας δεν εσηκωσε τους υψηλους αυτου τοπους και τα θυσιαστηρια αυτου και ειπε προς τον Ιουδαν και προς τον Ιερουσαλημ, λεγων, Εμπροσθεν ενος μονον θυσιαστηριου θελετε προσκυνει και επ' αυτο θελετε θυμιαζει;12 Não é este Ezequias, o que destruiu os lugares altos e os seus altares, e que deu esta ordem a Judá e a Jerusalém: Diante de um só altar adorareis e, no mesmo, queimareis incenso?
13 Δεν εξευρετε τι επραξα εγω και οι πατερες μου εις παντας τους λαους της γης; ηδυνηθησαν οι θεοι των εθνων της γης να λυτρωσωσι τους τοπους αυτων εκ της χειρος μου;13 Porventura ignorais o que temos feito, eu e meus pais, a todos os povos da terra? Porventura tiveram poder, os deuses dessas gentes, de livrar os seus países da minha mão?
14 Τις εκ παντων των θεων των εθνων εκεινων, τα οποια οι πατερες μου εξωλοθρευσαν, ηδυνηθη να λυτρωση τον λαον αυτου εκ της χειρος μου, ωστε να δυνηθη ο Θεος υμων να λυτρωση υμας εκ της χειρος μου;14 Qual é o deus; entre todos os deuses das nações que meus antepassados devastaram, que tivesse forças para livrar o seu povo das minhas mãos, de sorte (que espereis) que possa também o vosso Deus livrar-vos das minhas mãos?
15 Τωρα λοιπον ας μη σας πλανα ο Εζεκιας, και ας μη σας απατα ουτως, και μη πιστευετε αυτον? διοτι ουδεις θεος ουδενος εθνους η βασιλειας ηδυνηθη να λυτρωση τον λαον αυτου εκ της χειρος μου και εκ της χειρος των πατερων μου? πολυ ολιγωτερον ο Θεος σας θελει σας λυτρωσει εκ της χειρος μου.15 Não vos engane, pois, Ezequias, não vos iluda com vãs persuasões, não lhe deis crédito, porque, se nenhum dos deuses de todas as nações e de todos os reinos pôde livrar o seu povo da minha mão nem da de meus pais, consequentemente também o vosso Deus vos não poderá livrar da minha mão.
16 Και περισσοτερα ετι ελαλησαν οι δουλοι αυτου εναντιον Κυριου του Θεου και εναντιον του δουλου αυτου Εζεκιου.16 Outras muitas coisas disseram ainda os mensageiros de Senaquerib contra o Senhor Deus e contra o seu servo Ezequias.
17 Και επιστολας εγραψε δια να ονειδιση Κυριον τον Θεον του Ισραηλ και να λαληση κατ' αυτου, λεγων, Καθως οι θεοι των εθνων της γης δεν ελυτρωσαν τον λαον αυτων εκ της χειρος μου, ουτω και ο Θεος του Εζεκιου δεν θελει λυτρωσει τον λαον αυτου εκ της χειρος μου.17 Ele escreveu também cartas cheias de blasfêmias contra o Senhor Deus de Israel, em que dizia: Assim como os deuses das outras nações não puderam livrar o seu povo da minha mão, assim também o Deus de Ezequias não poderá livrar o seu corpo desta mão.
18 Τοτε εβοησαν Ιουδαιστι, μετα φωνης μεγαλης, προς τον λαον της Ιερουσαλημ τον επι του τειχους, δια να φοβισωσιν αυτους και να ταραξωσιν αυτους, οπως κυριευσωσι την πολιν?18 Além disto, em alta voz, falava em língua hebraica ao povo que estava sobre as muralhas de Jerusalém, para a atemorizar e para tomar a cidade.
19 και ελαλησαν κατα του Θεου της Ιερουσαλημ, καθως κατα των θεων των λαων της γης, οιτινες ειναι εργα χειρων ανθρωπων.19 Falou contra o Deus de Jerusalém, como contra os deuses das outras nações da terra, os quais são obra das mãos dos homens.
20 Και προσευχηθη περι τουτων Εζεκιας ο βασιλευς και Ησαιας ο προφητης, ο υιος του Αμως, και εβοησαν προς τον ουρανον.20 O rei Ezequias e o profeta Isaías, filho de Amós, fizeram oração contra esta blasfêmia e levantaram os seus clamores até ao céu.
21 Και απεστειλε Κυριος αγγελον, οστις ηφανισε παντας τους δυνατους εν ισχυι και τους αρχοντας και τους στρατηγους εν τω στρατοπεδω του βασιλεως της Ασσυριας. Και επεστρεψε με κατησχυμμενον προσωπον εις την γην αυτου. Και οτε εισηλθεν εις τον οικον του θεου αυτου, οι εξελθοντες εκ των σπλαγχνων αυτου εθανατωσαν αυτον εκει εν μαχαιρα.21 E o Senhor mandou um anjo que matou todos os homens fortes e os generais do exército do rei dos Assírios, de forma que (Senaquerib) voltou com ignomínia para o seu país. Tendo entrado no templo do seu deus, os seus filhos, que tinham saído das suas entranhas, mataram-no à espada.
22 Και εσωσεν ο Κυριος τον Εζεκιαν και τους κατοικους της Ιερουσαλημ εκ της χειρος Σενναχειρειμ του βασιλεως της Ασσυριας και εκ της χειρος παντων, και ησφαλισεν αυτους κυκλοθεν.22 O Senhor salvou assim Ezequias e os habitantes de Jerusalém da mão de Senaquerib, rei dos Assírios, e da mão de todos (os seus inimigos), dando-lhes paz por todos os lados.
23 Και εφεραν πολλοι δωρα προς τον Κυριον εις Ιερουσαλημ και πολυτιμα πραγματα προς Εζεκιαν τον βασιλεα του Ιουδα? και εμεγαλυνθη εκτοτε ενωπιον παντων των εθνων.23 Muitos traziam a Jerusalém vítimas e oferendas ao Senhor, e presentes a Ezequias, rei de Judá, o qual, depois disto, foi engrandecido entre todas as nações.
24 Κατ' εκεινας τας ημερας ηρρωστησεν ο Εζεκιας εως θανατου? και προσευχηθη εις τον Κυριον? και επηκουσεν αυτου και εδωκεν εις αυτον σημειον.24 Naquele tempo, Ezequias adoeceu mortalmente e fez a sua oração ao Senhor; ele o ouviu e deu-lhe um sinal.
25 Πλην δεν ανταπεδωκεν ο Εζεκιας κατα την εις αυτον ευεργεσιαν? διοτι επηρθη η καρδια αυτου? οθεν επηλθεν οργη επ' αυτον και επι τον Ιουδαν και την Ιερουσαλημ.25 Porém Ezequias não correspondeu aos benefícios que tinha recebido, porque o seu coração ensoberbeceu-se; a ira (do Senhor) acendeu-se (então) contra ele, contra Judá e contra Jerusalém.
26 Και εταπεινωθη ο Εζεκιας δια την επαρσιν της καρδιας αυτου, αυτος και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ, και δεν ηλθεν επ' αυτους η οργη του Κυριου εν ταις ημεραις του Εζεκιου.26 Depois, (arrependido) por se ter ensoberbecido o seu coração, humilhou-se, tanto ele como os habitantes de Jerusalém. Por isso, não caiu sobre eles a ira do Senhor durante a vida de Ezequias.
27 Απεκτησε δε ο Εζεκιας πλουτον και δοξαν πολλην σφοδρα? και εκαμεν εις εαυτον θησαυρους αργυριου και χρυσιου και λιθων πολυτιμων και αρωματων και ασπιδων και παντος ειδους σκευων επιθυμητων?27 Ezequias foi rico e de grande fama. Juntou para si grandes tesouros de prata e de ouro, de pedras preciosas, de aromas, de toda a qualidade de armas e de vasos de grande preço.
28 και αποθηκας δια το εισοδημα του σιτου και του οινου και του ελαιου? και σταυλους δια παν ειδος κτηνων και μανδρας δια ποιμνια.28 Teve também grandes celeiros de trigo, de vinho e de azeite, estábulos para toda a casta de animais e currais para gados.
29 Και εκαμεν εις εαυτον πολεις και απεκτησε προβατα και βοας εις πληθος? διοτι ο Θεος εδωκεν εις αυτον περιουσιαν πολλην σφοδρα.29 Edificou também cidades para si, porque tinha inumeráveis rebanhos de ovelhas e de gado graúdo, porque o Senhor lhe tinha dado uma extraordinária abundância de bens.
30 Εφραξεν ετι αυτος ο Εζεκιας την ανω εξοδον των υδατων του Γιων, και διηυθυνεν αυτα κατω προς δυσμας της πολεως Δαβιδ. Και ευωδωθη ο Εζεκιας εις παντα τα εργα αυτου.30 Este é o mesmo Ezequias, que tapou a fonte superior das águas de Gion e as desviou por baixo da terra para o poente da cidade de David. Em todas as obras que empreendeu foi bem sucedido.
31 Επι των πρεσβεων ομως των αρχοντων της Βαβυλωνος, οιτινες εστειλαν προς αυτον δια να ερευνησωσι περι του θαυματος του γενομενου εν τη γη, ο Θεος εγκατελιπεν αυτον, δια να δοκιμαση αυτον, ωστε να γνωριση παντα τα εν τη καρδια αυτου.31 Todavia, quando vieram os embaixadores dos príncipes de Babilônia, enviados para se informarem do prodígio que tinha acontecido na terra, Deus desamparou-o para o experimentar, para ver tudo o que ele tinha no fundo do seu coração.
32 Αι δε λοιπαι πραξεις του Εζεκιου και τα ελεη αυτου, ιδου, ειναι γεγραμμενα εν τη ορασει Ησαιου του προφητου, υιου του Αμως, εν τω βιβλιω των βασιλεων Ιουδα και Ισραηλ.32 O resto das ações de Ezequias, das suas boas obras, tudo está escrito na Visão do profeta Isaías, filho de Amós, e no livro dos reis de Judá e de Israel.
33 Και εκοιμηθη ο Εζεκιας μετα των πατερων αυτου, και εθαψαν αυτον εν τω υψηλοτερω των ταφων των υιων Δαβιδ? και πας ο Ιουδας και οι κατοικοι της Ιερουσαλημ εκαμον εις αυτον τιμας εν τω θανατω αυτου? εβασιλευσε δε αντ' αυτου Μανασσης ο υιος αυτου.33 Ezequias adormeceu com seus pais, e sepultaram-no sobre os sepulcros dos filhos de David. Todo o (povo de) Judá e todos os moradores de Jerusalém prestaram-lhe, na sua morte, grandes homenagens. Em seu lugar reinou seu filho Manassés.