SCRUTATIO

Lunedi, 9 marzo 2026 - San Giovanni di Dio ( Letture di oggi)

ΙΩΝΑΣ - Giona - Jonah 4


font
GREEK BIBLEБіблія
1 Και ελυπηθη ο Ιωνας λυπην μεγαλην και ηγανακτησε.1 І не вподобалось те Йоні вельми; запалав він гнівом,
2 Και προσηυχηθη προς τον Κυριον και ειπεν, Ω Κυριε, δεν ητο ουτος ο λογος μου, ενω ετι ημην εν τη πατριδι μου; δια τουτο προελαβον να φυγω εις Θαρσεις? διοτι εγνωριζον οτι συ εισαι Θεος ελεημων και οικτιρμων, μακροθυμος και πολυελεος και μετανοων δια το κακον.2 і почав молитися до Господа, і мовив: «О Господи! Хіба ж не це я говорив, бувши ще у моїй країні? Тому ж я й утік був напочатку до Таршішу; знав бо, що ти — Бог милостивий і милосердний,довготерпеливий і многомилостивий, й уболіваєш над злом.
3 Και τωρα, Κυριε, λαβε, δεομαι σου, την ψυχην μου απ' εμου? διοτι ειναι καλλιον εις εμε να αποθανω παρα να ζω.3 Тож візьми, благаю, Господи, тепер у мене мою душу, бо ліпше мені вмерти, аніж жити.»
4 Και ειπε Κυριος, Ειναι καλον να αγανακτης;4 А Господь сказав: «Чи ж слушно ти розсердився?»
5 Και εξηλθεν Ιωνας απο της πολεως και εκαθησε κατα το ανατολικον μερος της πολεως, και εκει εκαμεν εις εαυτον καλυβην και εκαθητο υποκατω αυτης εν τη σκια, εωσου ιδη τι εμελλε να γεινη εις την πολιν.5 Вийшов Йона з міста й сів зо східнього боку міста. Зробив він собі там халупку, й сів під нею у холодку, визираючи, що станеться з містом.
6 Και διεταξε Κυριος ο Θεος κολοκυνθην και εκαμε να αναβη επανωθεν του Ιωνα, δια να ηναι σκια υπερανω της κεφαλης αυτου, δια να ανακουφιση αυτον απο της θλιψεως αυτου. Και εχαρη ο Ιωνας δια την κολοκυνθην χαραν μεγαλην.6 А Господь Бог виростив тикву й вона знялась над Йоною, щоб була тінь над його головою та щоб позбавити його досади. Йона вельми зрадів тикві.
7 Και διεταξεν ο Θεος σκωληκα, οτε εχαραξεν η αυγη της επαυριον? και επαταξε την κολοκυνθην και εξηρανθη.7 Але другого дня, як почала зоря зоріти, звелів Бог черв’якові, й він підточив тикву й вона всохла.
8 Και καθως ανετειλεν ο ηλιος, διεταξεν ο Θεος ανεμον ανατολικον καυστικον? και προσεβαλεν ο ηλιος επι την κεφαλην του Ιωνα, ωστε ωλιγοψυχησε? και εζητησεν εν τη ψυχη αυτου να αποθανη, και ειπεν, Ειναι καλλιον εις εμε να αποθανω παρα να ζω.8 А як зійшло сонце, послав Бог посушний східній вітер, і сонце вдарило у голову Йоні так, що він зомлів, тож і побажав сам собі смерти, кажучи: «Ліпше мені вмерти, аніж жити.»
9 Και ειπεν ο Θεος προς τον Ιωναν, ειναι καλον να αγανακτης δια την κολοκυνθην; Και ειπε, Καλον ειναι να αγανακτω εως θανατου.9 Бог промовив до Йони: «Чи слушно ти розсердивсь із-за тикви?» Він відповів: «Я розсердивсь через тикву так слушно, хоч би й умерти.»
10 Και ειπε Κυριος, Συ ελυπηθης υπερ της κολοκυνθης, δια την οποιαν δεν εκοπιασας, αλλ' ουδε εκαμες αυτην να αυξηση, ητις εγεννηθη εν μια νυκτι και εν μια νυκτι εχαθη.10 Тоді Господь сказав: «Тобі жаль тикви, дарма що ти не поравсь коло неї й не зростив її, — що за одну ніч виросла і за одну ніч пропала.
11 Και εγω δεν επρεπε να λυπηθω υπερ της Νινευη, της πολεως της μεγαλης, εν η υπαρχουσι πλειοτεροι των δωδεκα μυριαδων ανθρωπων, οιτινες δεν διακρινουσι την δεξιαν αυτων απο της αριστερας αυτων, και κτηνη πολλα;11 А мені б то не жаль було Ніневії, великого міста, в якому живе більше ста двадцяти тисяч душ, що не вміють розрізнити правиці від лівиці, — й худоби безліч?»